Legislator Case Law & Legislation
574/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract dismissal, remands case due to statute of limitations error.

Case Number 574/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a labor dispute. The lower court had incorrectly applied the statute of limitations, ruling that claims for back pay and damages were time-barred because they were filed over five years after the alleged injury. The appellate court found this reasoning flawed because the specific claims for arrears and compensation did not constitute a tortious act triggering the five-year limitation period, whereas the claim for moral damages did require a tort basis which was absent. Consequently, the decision was annulled and the case remanded for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 250(17), 253 of the Civil Code; Article 938 of the Civil Code; Article 656 of the Civil Code; Article 1 of Law 1648/1986; Article 2 of Law 2224/1994: Claims for wages and compensation arising from mandatory labor contracts are subject to a five-year limitation period starting from the end of the year in which the claim became actionable, and do not constitute a tortious act unless specific wrongful conduct is proven.

Keywords

AI generated
Labor Contract Dismissal Statute of Limitations Mandatory Employment Tortious Act Requirement Moral Damages Claim Remand for Retrial Supreme Court Appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 1 paragraph 4 of Law 1648/1986
Article 2 paragraph 1 of Law 2224/1994
Article 2 paragraph 2 of Law 2224/1994
Article 4 of Law 1648/1986
Article 656 of the Civil Code
Article 250 number 6 of the Civil Code
Article 17 of the Civil Code
Article 251 of the Civil Code
Article 253 of the Civil Code
Article 938 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 31 paragraph 1 of Law 2172/1993

Cited Case Law

AI generated
AP 218/2002
1188/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 574 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 574/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η. Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)... και 2).... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αδάμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2056/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 7013/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 24-3-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δύο πρώτων και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 του ν. 1648/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 2224/1994 , 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 2224/1994 και 4 του αυτού νόμου, προκύπτει ότι μεταξύ του εργοδότη που υπόκειται στην υποχρέωση προσλήψεως και του μισθωτού που προστατεύεται και τοποθετείται σ' αυτόν, συνάπτεται σύμβαση εργασίας αναγκαστική για τον εργοδότη, τη δικαιοπρακτική βούληση του οποίου αναπληρώνει η απόφαση της επιτροπής.

Η σύμβαση εργασίας τελειούται με την εμφάνιση του τοποθετηθέντος μισθωτού για ανάληψη υπηρεσίας. Ο εργοδότης, αποκρούοντας την πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, καθίσταται υπερήμερος και οφείλει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 του ΑΚ (ΑΠ 218/2002, 1188/2001). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 250 αριθ. 6 και 17, 251 και 253του ΑΚ προκύπτει, ότι οι αξιώσεις των εργαζομένων για την πληρωμή των μισθών ή άλλων αμοιβών τους παραγράφονται σε πέντε έτη και η παραγραφή αυτή αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κατέστη δυνατή η επιδίωξή τους.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο μόνο του ν. 690/1945 τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται εκεί κάθε εργοδότης που δεν καταβάλλει εμπροθέσμως στους απασχολούμενους σ' αυτόν με μισθό τις αποδοχές ή κάθε φύσεως χορηγίες που τους οφείλει από τη σχέση εργασίας. Με τη διάταξη αυτήν ανάγεται σε ποινικό αδίκημα η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρεώσεώς του για πληρωμή του μισθού που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας.

Με την παράλειψη όμως της πληρωμής (ενόλω ή εν μέρει) αυτού ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές και, συνεπώς, δεν υπάρχει ζημία, που να έχει αιτία τη, σε σχέση με το ν. 690/1945, παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη, Παρέπεται ότι η μη εκπλήρωση της προς καταβολή του οφειλόμενου μισθού υποχρεώσεως του εργοδότη και η παρακράτηση από αυτόν του μισθού, τον οποίο ενοχικώς οφείλει, δεν συνιστά αδικοπραξία, Τέλος, όταν ο πλουτισμός έχει επέλθει από νόμιμη αιτία, όπως από διάταξη νόμου και συνεπώς και λόγω παραγραφής, δεν γεννάται αξίωση προς απόδοσή του (άρθρ. 904 ΑΚ), παρά μόνο όταν υπάρχει ειδική διάταξη νόμου που επιτρέπει την αναζήτησή του, Έτσι, κατά το άρθρο 938 ΑΚ, όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία, έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ΄ αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί.

Από το άρθρο αυτό, σε συνδυασμό με τα άρθρα 904 επ, ΑΚ, προκύπτει ότι περιελθόν είναι κάθε ωφέλεια που περιήλθε στον αδικήσαντα από την αδικοπραξία, η δε περί τούτου αξίωση είναι επικουρική, με την έννοια ότι προϋποθέτει αδικοπραξία και ανακύπτει αυτομάτως και μπορεί να ασκηθεί εφόσον και μόλις συμπληρωθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετία και παραγραφεί η απαίτηση από την αδικοπραξία (ΑΠ 1346/2002).

Αδικοπραξία προϋποθέτει επίσης η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη, την οποία υπέστη εκείνος που προσβλήθηκε παρανόμως και υπαιτίως στην προσωπικότητά του, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ (ΑΠ 411/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα:

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με αποφάσεις της Επιτροπής του άρθρου 8 του ν. 1648/1986, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά συνεδριάσεως 67/19-10-1992 και 23/20-5-1992, τοποθετήθηκαν αναγκαστικώς στην αναιρεσείουσα ως τέκνα αναπήρων πολέμου, για να εργαστούν ως υπάλληλοί της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εμφανίστηκαν σ' αυτήν εμπροθέσμως για ανάληψη υπηρεσίας, στις 29-10-1992 η πρώτη και στις 27-5-1992 η δεύτερη, πλην όμως η αναιρεσείουσα αρνήθηκε να αποδεχθεί την εργασία που πρόσφεραν, περιελθούσα έκτοτε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας τους, η οποία διήρκεσε μέχρι τις 1-10-1993 και 28-9-1993, όταν -αντιστoίxως για καθένα από αυτούς- αποδέχθηκε την παροχή της εργασίας τους, από την άρνηση δε αυτήν προσβλήθηκε παρανόμως η προσωπικότητα των αναιρεσιβλήτων.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από τον χρόνο εμφανίσεώς τους για ανάληψη υπηρεσίας μέχρι την εκ μέρους της αναιρεσείουσας αποδοχή της εργασίας τους μετά της επ' αυτών αναλογίας των επιδομάτων εορτών και άδειας και της αποζημιώσεως λόγω μη χορηγήσεως άδειας στηρίζονται σε αδικοπραξία και επομένως έχουν υποπέσει σε παραγραφή, κατά τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας, αφού από τότε που οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν γνώση της ζημίας τους και της υπόχρεης προς αποζημίωση (1993), μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (2001), παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των πέντε ετών.

Έκρινε όμως περαιτέρω το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να αποδώσει στους αναιρεσιβλήτους, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτσιμού, ό,τι περιήλθε σ΄ αυτήν από τη μη καταβολή των ποσών που αντιστοιχούσαν στις παραπάνω αξιώσεις, καθώς και ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία υπέστησαν λόγω παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς τους, από την άρνηση της αναιρεσείουσας να αποδεχθεί την εργασία που πρόσφεραν.

Με τις κρίσεις του αυτές παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν, διότι οι μεν αξιώσεις για μισθούς υπερημερίας του παραπάνω χρονικού διαστήματος μετά της επ' αυτών αναλογίας των επιδομάτων εορτών και άδειας και της αποζημιώσεως λόγω μη χορηγήσεως αδείας δεν μπορούν να θεμελιωθούν σε αδικοπραξία, ώστε να τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 938 του ΑΚ και έχουν υποκύψει σε παραγραφή, σύμφωνα με τα άρθρα 250 αριθ. 17 και 253 του ΑΚ, αφού από το τέλος του έτους 1993, μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της τελευταίας από τις αξιώσεις αυτές, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, κατά το έτος 2001, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των πέντε ετών, η δε αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων προϋποθέτει αδικοπραξία, η οποία δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση.

Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως. από τον αριθμό 1, (και όχι και 19, που επικαλείται η αναιρεσείουσα) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους λόγους αυτούς αναιρέσεως και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 2172/1993, η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 7013/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ