Supreme Court dismisses appeal on composition and procedure grounds due to lack of prosecutor's proposal and prior acquittal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's conviction for embezzlement, fraud, and contempt of court. The appellant argued that the court's composition was invalid because a judge had previously participated in a non-substantive decision, and that the trial proceeded without the prosecutor's proposal or defense counsel's argument. The court rejected these claims, ruling that the prior participation did not violate composition rules since the earlier decision was not substantive, and noting that the prosecutor's proposal was legally required only for the specific embezzlement acts where the appellant had been previously acquitted.
Legislator headnote
AI generatedArticles 171 paragraph 1 letter a and 510 paragraph 1 letter A of the Code of Civil Procedure; The appeal regarding improper court composition is unfounded when a judge's prior participation occurred in a non-substantive decision, and the appeal regarding procedural defects is unfounded when the prosecutor's proposal was not required for acts where the defendant was previously acquitted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 574 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 574/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη-Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φωκά, για αναίρεση της 2667/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2034/2004.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 1315/2003 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις α) της υπεξαίρεσης, β) της απάτης επί δικαστηρίου και γ) της εξύβρισης και επέβαλε σ'αυτόν τις ποινές της φυλάκισης των 8, 6 και μηνών, αντιστοίχως και συνολικά φυλάκιση 10 μηνών και 15 ημερών (8μην.+2 μην + 15 ημέρες), ανασταλείσα επί μία τριετία.
Η απόφαση αυτή προσβλήθηκε από τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο με αναίρεση. Ο 'Αρειος Πάγος, με την 1412/2004 απόφασή του αναίρεσε την 1315/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης εν μέρει για τη πράξη της υπεξαίρεσης και ως προς την ποινή και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για νέα συζήτηση στο εκδόσαν την αναιρεθείσα απόφαση δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, ήτοι τους εφέτες Αντώνιο Αθηναίο (που ήταν προεδρεύων) Παναγιώτη Αγγελόπουλο και Μαρία Παπαγρηγοράκη.
Ακολούθως, το δικαστήριο εκείνο, που συγκροτήθηκε από τους εφέτες Δήμητρα Κώνστα (ως προεδρεύουσα), Δάφνη Μπαλιάκα και Ευστάθιο Τσούτσια, με την 2667/2004 απόφασή του, δικάζοντας την υπόθεση κατά το ως άνω παραπεμφθέν σ'αυτό, με την ως ελέχθη απόφαση του Αρείου Πάγου, μέρος της, επέβαλε στον κατηγορούμενο για τις πράξεις της υπεξαίρεσης, της απάτης επί δικαστηρίου και της εξύβρισης τις ποινές φυλάκισης των 6, 6 και 1 μηνών, αντιστοίχως, και συνολικά αυτή των 8 μηνών και 15 ημερών (6μ+2μ+15ημ).
Με την απόφαση αυτή, που προσβάλλεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, όπως από αυτή προκύπτει, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: «Με την 2651/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Κατερίνης, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της υπεξαιρέσεως δέκα συναλλαγματικών αποδοχής ..... , ποσού εκάστης 250.000 δραχμών λήξεως από 30-7-1996 έως 30-4-1997 ενώ κηρύχθηκε ένοχος για υπεξαίρεση άλλων συναλλακτικών και τραπεζικών επιταγών καθώς και για τις πράξεις της απάτης και εξύβρισης.
Κατά της καταδικαστικής αυτής απόφασης ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση, ενώ ο εισαγγελέας δεν άσκησε έφεση κατά του αθωωτικού μέρους αυτής. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1315/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου θεσσαλο9νίκης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος για όλες τις ανωτέρω πράξεις δηλαδή και για την υπεξαίρεση των δέκα προαναφερθεισών συναλλαγματικών για την οποία είχε κηρυχθεί αθώος πρωτοδίκως και για την οποία αθωωτική διάταξη δεν ασκήθηκε έφεση.
Κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ασκήθηκε αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1412/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναίρεση εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη της υπεξαιρέσεως των ανωτέρω δέκα συναλλαγματικών και εν συνεχεία ως προς τη διάταξη περί ποινής και παραπέμφθηκε ως προς το μέρος τούτο για νέα συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο, και θα περιορισθεί στο θέμα της επιμέτρησης της ποινής εμμένοντας στην πρωτόδικη απαλλακτική απόφαση καθόσον αφορά την υπεξαίρεση των ανωτέρω δέκα συναλλαγματικών ως προς την οποία δεν ασκήθηκε έφεση». 'Οντως, την 1315/2003 απόφαση του τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ανήρεσε ο 'Αρειος Πάγος, με την 1412/2004 απόφασή του , εν μέρει, ως προς την πράξη της υπεξαίρεσης και ως προς τη διάταξη της ποινής για υπέρβαση εξουσίας, ως εκ του ότι, ο κατηγορούμενος είχε αθωωθεί πρωτοδίκως, με την 2651/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλη/κείου Κατερίνης, για το έγκλημα της υπεξαίρεσης των ως άνω δέκα συναλλαγματικών (εκείνος είχε καταδικασθεί για υπεξαίρεση άλλων συναλλαγματικών και τραπεζικών επιταγών, καθώς και για απάτη και εξύβριση), έφεση δε κατά της απόφασης για το αθωωτικό μέρος της δεν είχε ασκηθεί από τον Εισαγγελέα, το ως άνω Εφετείο, με την αναιρεθείσα απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον εκκαλούντα κατηγορούμενο και για την υπεξαίρεση των προαναφερόμενων δέκα συναλλαγματικών και επέβαλε σ'αυτόν τις ως άνω ποινές, για την υπεξαίρεση, συμπεριλαμβανομένων και των συναλλαγματικών αυτών, ως προς τις οποίες πρωτοβαθμίως είχε κηρυχθεί αθώος, για την απάτη επί δικαστηρίου και για εξύβριση.
Παραπέμφθηκε δε, με την αναιρετική απόφαση, η υπόθεση στο, συγκροτηθησόμενο από άλλους, εκτός αυτών που δίκασαν προηγουμένως, δικαστές, για νέα συζήτηση κατά το περί υπεξαιρέσεως και ποινής μέρος της. 'Όπως,προαναφέρθηκε οι μετάσχοντες στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστές είναι άλλοι εκτός από αυτούς που δίκασαν και εξέδωσαν την αναιρεθείσα 1315/2003 απόφαση δικαστές.
Από το γεγονός δε ότι ο από αυτούς Ευστάθιος Τσούτσιας μετέσχε, στη σύνθεσή του δικαστηρίου που εξέδωσε την 685/2003 απόφαση με την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης για τις 9-4-2003, οπότε εκδόθηκε η αναιρεθείσα 1315/2003 απόφαση, δεν δημιουργείται η, κατ΄άρθρο 171 παρ.1 α' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, δεδομένου ότι η απόφαση εκείνη, δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της υπόθεσης, δεν εκφέρει καταδικαστική κρίση και δεν επιβάλλεται ποινή με αυτή.
Επομένως, ο πρώτος, από τα άρθρα 171 παρ.1 α' και 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των πρακτικών των ενσωματωμένων στην προσβαλλόμενη 2667/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του μετά από πρόταση του Εισαγγελέα [«
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών για την πράξη της υπεξαίρεσης, έξι (6) μηνών για την πράξη της απάτης επί Δικαστηρίου και ένα (1) μηνός για την πράξη της εξύβρισης»] και αφού άκουσε τον εκπροσωπήσαντα τον απολιπόμενο εκκαλούντα κατηγορούμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του Αστέριο Τόσκα, του Δ.Σ.Θεσσαλονίκης («ο συνήγορος του κατηγορουμένου συντάχθηκε με την πρόταση του Εισαγγελέα»).
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, από τα άρθρα 171 παρ.1δ, 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ΚΠΔ, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς προηγούμενη πρόταση του Εισαγγελέα περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου και αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Σημειώνεται ότι κρίση περί της ενοχής του κατηγορουμένου για την πράξη της υπεξαίρεσης ως προς τις άλλες (πλην των δέκα, για τις οποίες είχε κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος, συναλλαγματικών) συναλλαγματικές και τραπεζικές επιταγές είχε γίνει αμετάκλητα και δεν επιτρεπόταν να γίνει νεά τοιαύτη απαιτείτο μόνο επιβολή ποινή για την πράξη αυτή (για το μέρος της που αφορούσε τις άλλες συναλλαγματικές –πλην των δέκα για τις οποίες αμετάκλητα είχε κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος- και τις τραπεζικές επιταγές και μετά ταύτα καθορισμό της συνολικής ποινής μαζί με αυτές για τις άλλες πράξεις της απάτης επί δικαστηρίου και της εξύβρισης.
Κατ΄ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρείσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 23-11-2004 αίτηση του .... , για αναίρεση της 2667/2004 απόφασης τους Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ