Supreme Court dismisses appeal against state as defendant due to late submission of written submissions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a first-instance judgment in a labor dispute. The State, represented by the Minister of Finance, failed to submit written submissions to the Court of Appeal before the hearing, despite receiving the summons on time. The court ruled that the State must be tried in absentia and the appeal rejected because the failure to file submissions constitutes a procedural default.
Legislator headnote
AI generatedArticles 666, 676 of the Code of Civil Procedure; In labor disputes, the appellant (State) must submit written proposals to the Court of Appeal before the hearing; failure to do so results in the appeal being dismissed and the appellant being tried in absentia.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 573 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 573/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 2/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου,κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Ερατώ Κολέση και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των καλούντων-εφεσιβλήτων:1)Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 2) Λ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 3) Α. Υ. του Τ., κατοίκου ..., 4) Ι. Φ. του Π., κατοίκου ..., 5) Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 6) Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 7) Ε. Χ. του Θ., κατοίκου ..., 8) Χ. Ι. του Β., κατοίκου ... και 9) Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Γωργίας Καμπουράκη, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.
Του καθ'ου η κλήση-εκκαλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Σταυρούλας Θεοδωρακοπούλου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2009 αγωγή των ήδη καλούντων-εφεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2504/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 132/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας , ζήτησαν οι ενάγοντες-καλούντες με την από 15-1-2018 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 257/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που έκανε εν μέρει δεκτή την αναίρεση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 3067/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε το καλούν-εκκαλούν με την από 24-9-2020 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 935/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανήρεσε την 3067/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και παρέπεμψε αυτή για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση, στο ίδιο τμήμα, μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι καλούντες-εφεσίβλητοι με την από 21-12-2022 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη.
Η πληρεξούσια των καλούντων-εφεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της έφεσης του καθ'ού η κλήση-εκκαλούντος και να γίνει δεκτή η αγωγή των καλούντων-εναγόντων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟN ΝΟΜΟ
Με την από 12.10.2009 και με αριθμό κατάθεσης ...2009 αγωγή τους, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του καθ' ου η κλήση Ελληνικού Δημοσίου, οι ήδη (εννέα) καλούντες ζήτησαν, για τους αναφερόμενου σ' αυτή λόγους, α) να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 31.07.2009 σιωπηρής καταγγελίας των εν λόγω συμβάσεων εκ μέρους του εναγομένου, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του καθενός εξ αυτών, με την καταδίκη, σε περίπτωση αρνήσεώς του, σε χρηματική ποινή, δ) να καταδικαστεί το εναγόμενο να καταβάλλει σε έκαστο εξ αυτών το συνολικό ποσό των 20.661,7 €, ως δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 02.08.2008 έως 31.07.2009 και επιδόματα εορτών και αδείας, με βάση τη σύμβαση και τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και επικουρικώς κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2504/2013 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατά τα α, β και γ, αιτήματα ως μη νόμιμη και έγινε εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το δ αίτημά της και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 19.500 € νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση αμφότεροι οι διάδικοι και συγκεκριμένα το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο την από 07.12.2013 (αριθμός κατάθεσης ...2013) έφεση και οι ενάγοντες την από 29.11.2013 (αριθμός κατάθεσης ...2013) έφεσή τους. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η 132/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Εφετείο αφενός δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των ενάγοντων, αφετέρου δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου, εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη απόφαση (2504/2013) κατά το μέρος που δέχτηκε την αγωγή (άνω με στοιχείο δ αίτημά της) και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, απέρριψε ως προς αυτό την αγωγή ως μη νόμιμη τόσο ως προ την κυρία από τη σύμβαση εργασίας βάση της όσο και ως προς την επικουρική από τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Κατά της απόφασης αυτής οι τότε εκκαλούντες - εφεσίβλητοι -ενάγοντες άσκησαν την από 15.01.2018 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 257/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατά παραδοχή του από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αναιρέθηκε η άνω προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που έκρινε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ζητούσαν, επικουρικά, οι ενάγοντες να αναγνωριστεί ότι συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας και ότι ως τέτοιες λειτούργησαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα" και εντεύθεν να τους καταβληθούν "δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 02.08.2008 έως 31.07.2009 ως και επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού αυτού διαστήματος, τα οποία οφείλονται εκ του νόμου σε όλες τις περιπτώσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας", ήτοι κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή η έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δικάζοντας εκ νέου την υπόθεση κατά το παραπεφθέν μέρος (την έφεση δηλαδή του εναγομένου), εξέδωσε την 3067/2020 απόφασή του, με την οποία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την, από 24.09.2020 (και με αριθμό κατάθεσης ...2020), αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 935/2022 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η άνω (3067/2020) προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου (ως δικαστηρίου της παραπομπής), κατά παραδοχή των από το άρθρο 559 αριθμών 19 και 8 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, διότι, δηλαδή, το Εφετείο αφενός στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση καθόσον κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με ανεπαρκείς αιτιολογίες εν σχέσει με την ουσιαστική βασιμότητα της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής και αφετέρου ουδέν διέλαβε για την παραδεκτώς προβληθείσα από το εναγόμενο ένσταση εξοφλήσεως και περαιτέρω, η υπόθεση (εφόσον επρόκειτο μετά από δεύτερη αναίρεση), κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.
γ' ΚΠολΔ, κρατήθηκε να δικασθεί στην ουσία από τον Άρειο Πάγο, ενώπιον του ίδιου τμήματος, σε νέα προς το σκοπό αυτό συζήτηση, σε δικάσιμο μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Ήδη, με την από 21.12.2022 (και με αριθμό κατάθεσης ...) κλήση των εναγόντων - εφεσιβλήτων της άνω, από 07.12.2013, έφεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, παραδεκτά εισάγεται η υπόθεση προς ουσιαστική έρευνα της έφεσης αυτής του εναγομένου από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 581 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει η έφεση αυτή, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τα άρθρα 19, 495 επ., 511 επ.
ΚΠολΔ, και με την οποία, στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, επιδιώκεται η εξαφάνιση της απόφασης αυτής (πρωτόδικης) κατά το κεφάλαιό της με το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή, ώστε ακολούθως να απορριφθεί η ένδικη αγωγή και κατά αντίστοιχο μέρος, να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 533 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 581 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ήτοι μέχρι τις 31.12.2015, και εφαρμόζεται εν προκειμένω ενόψει του χρόνου άσκησης της έφεσης προ της έναρξης ισχύος του νόμου αυτού (4335/2015) την 01.01.2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του άνω ν. 4335/2015), η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 ΚΠολΔ.
Ως προτάσεις νοούνται αυτές που κατατίθενται μετά την αναιρετική απόφαση και όχι αυτές επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, αφού αυτές, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, ακυρώνονται και συνεπώς δεν λαμβάνονται υπόψη, ακόμη και αν έγινε νόμιμη επίκλησή τους (ΑΠ 337/2016, 1606/2007).
Σε περίπτωση δε έλλειψης νέων προτάσεων, ή εκπρόθεσμων προτάσεων, ήτοι εκείνων που κατατίθενται μετά την έναρξη της συζήτησης (εφόσον η δίκη στο πρώτο βαθμό έγινε κατ' αντιμωλία και το δικαστήριο της παραπομπής είναι δευτεροβάθμιο, όπως εν προκειμένω) (άρθρο 524 ΚΠολΔ), αφετήριο σημείο της οποίας είναι η εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, ενόψει του ότι οι εκπρόθεσμες προτάσεις λογίζονται κατά νόμο ανύπαρκτες (ΑΠ 300/2024, 816/2020, 1179/2010), ο διάδικος δεν μετέχει με τον προσήκοντα τρόπο στη μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο της ουσίας και επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας του, εφόσον η κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης του επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ή επέσπευσε ο ίδιος τη συζήτησή της, όπως αυτό προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 271 παρ. 1 και 2, 498 παρ. 1, 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο κατ' άρθρο 532 ΚΠολΔ (ΑΠ 339/2024).
Ειδικότερα, αν παρέλειψε να καταθέσει προτάσεις ή καταθέσει εκπρόθεσμα προτάσεις στη μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών και κατ' αυτή την έννοια ερημοδικεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος, δηλαδή οι διατάξεις του άρθρου 272 ΚΠολΔ και απορρίπτεται η έφεση.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 666, 676 ΚΠολΔ όπως ίσχυαν τον επίδικο χρόνο (προ της έναρξης ισχύος του ν. 4335/2015) σε υπόθεση που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων στο Εφετείο μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (ΑΠ 776/2017, 638/2013), σε περίπτωση δε ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται (άρθ. 674 παρ. 2 εδ.
β ΚΠολΔ, ΑΠ 558/2018, 693/2014). Τα ίδια ισχύουν και όταν ο Άρειος Πάγος δικάζει ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ουσία της υπόθεσης (άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ), δηλαδή είναι και πάλι αναγκαία η κατάθεση (εμπρόθεσμων) προτάσεων από τον εκκαλούντα, χωρίς τις οποίες η έφεσή του οδηγείται σε απόρριψη λόγω της ερημοδικίας του (ΑΠ 337/2016).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμόν ...2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Χ. προκύπτει ότι αντίγραφο της από 21.12.2022 (και με αριθμό κατάθεσης ...) κλήσης των εφεσιβλήτων, με την οποία επισπεύστηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 09.01.2024, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο, εν προκειμένω, από τον Υπουργό των Οικονομικών, καλούμενο να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο ενώπιον του δικαστηρίου τούτου.
Κατά την παραπάνω δικάσιμο, το εκκαλούν εκπροσωπήθηκε μεν από την πληρεξουσία του Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου (δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατέθεσε όμως προτάσεις για την υπόθεση στις 10.01.2024 (όπως προκύπτει από την σχετική σημείωση επ' αυτών της αρμοδίου γραμματέως), ήτοι την επομένη ημέρα της συζήτησης (στις 09.01.2024) και επομένως εκπροθέσμως.
Συνεπώς, πρέπει, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, το εκκαλούν να δικαστεί ερήμην και να απορριφθεί η έφεσή του, που κρατήθηκε να δικασθεί στην ουσία από τον Άρειο Πάγο μετά την έκδοση της 935/2022 αναιρετικής απόφασής του. Επίσης πρέπει το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα αυτών (άρθρα 179, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ερήμην του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 07.12.2013 και με αριθμό κατάθεσης ...2013 έφεσή του (εναγομένου - εκκαλούντος) κατά της 2504/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το εκκαλούν στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ