Legislator Case Law & Legislation
573/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on land area facts, finding no judicial error in lower court's assessment.

Case Number 573/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Court of Appeal's decision regarding land expropriation. The appellants argued the court erred by ignoring their admission of a 2,420 square meter area and by failing to consider historical aerial photographs. The court rejected these claims, stating that the admission did not constitute a judicial confession under the law and that the appellate court had properly evaluated all evidence, including the photos, to form its substantive judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 352, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; A party's statement in pleadings does not constitute a judicial confession unless explicitly admitted as such, and appellate courts must evaluate the totality of evidence to form a substantive finding.

Keywords

AI generated
judicial confession land expropriation appellate review evidence assessment Code of Civil Procedure pleadings interpretation property area

Cited Legislation

AI generated
Article 352 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 573 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 573/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ο. Κ. του Ι., 2) Ο. Α. του Ι., 3) Ο. Γ. του Ι., κατοίκων ... ως εκ διαθήκης κληρονόμων του αποβιώσαντος πατρός τους και αρχικού διαδίκου Ι. Ο. του Γ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κάντζο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. χήρας Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Αναγνωστοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2004 μη οριστική, 96/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2007 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αποβιώσας αρχικά εναγόμενος Ιωάννης Οικονόμου του Γεωργίου με την από 20-11-2007 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1337/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο ήδη αποβιώσας αρχικά εναγόμενος Ιωάννης Οικονόμου του Γεωργίου με την από 16-7-2014 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 945/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 7/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 3-6-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 3-6-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 7/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Α. χήρα Γ. Π. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς την από 7-11-2002 διεκδικητική ακινήτου αγωγή της, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της κυριότητας της και την απόδοση σ' αυτήν του περιγραφομένου αγροτεμαχίου, εμβαδού 9.269,10 τ.μ., επικαλούμενη παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας, η οποία εκδικάσθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του Τριμελούς Πρωτοδικείου Λειβαδιάς και εκδόθηκε η αριθμ. 92/2006 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Εφετείου Λαμίας την από 26-9-2006 έφεση, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η αριθμ. 48/2007 απόφαση του Εφετείου, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη και στη συνέχεια η αγωγή έγινε κατά ένα μέρος δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή και αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της με την υπ'αριθμ.

αριθμ. 1337/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Η υπόθεση εισήχθη με κλήση προς συζήτηση στο πιο πάνω Εφετείο, το οποίο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, με την αριθμ. 1/2014 απόφασή του έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη και στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή κατά ένα μέρος.

Και κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή και αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της με την υπ' αριθμ. 945/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Μετά από αυτά η εκκαλούσα- ενάγουσα με την από 23-6-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 36/2017) κλήση της επέσπευσε νέα συζήτηση της υπόθεσης στο ίδιο Εφετείο, απευθύνοντας την παραπάνω κλήση, δεδομένου ότι στις 8-10-2015 είχε αποβιώσει ο εφεσίβλητος-εναγόμενος, προς τη σύζυγο του θανόντος, Β. χήρα Ι. Ο., το γένος Σ. Κ. και τα τέκνα του, ήτοι Κ., Α.

και Γ. Ο., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, προσκαλώντας αυτές κατά το άρθρο 291 ΚΠολΔ σε αναγκαστική επανάληψη της δίκης. Επειδή όμως κατά τη συζήτηση της πιο πάνω εφέσεως από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά έγγραφα προέκυψε ότι ο αρχικός διάδικος - εναγόμενος, δυνάμει της αναφερόμενης διαθήκης, κατέλειπε το επίδικο κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τα ως άνω τέκνα του, το Εφετείο με την υπ'αριθμ. 7/2018 προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την κλήση ως προς την πρώτη καθής η κλήση, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε την αγωγή, την οποία δίκασε κατ'ουσίαν, δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος της, αναγνωρίζοντας την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κυρία ακινήτου συνολικής επιφάνειας 5.504,48 τ.μ., όπως ειδικότερα περιγράφεται, και διατάσσοντας την αποβολή των κληρονόμων του αρχικού εναγομένου και ήδη αναιρεσειόντων από τα επίδικα τμήματα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ. Α.Π.7/2006). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ.

Α Π 8/2018,Ολ. Α Π 1/1999). Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010) και το περιεχόμενο αυτής (ΑΠ 182/2021), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 284/2021).

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται, εκτός των άλλων, και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ. ΑΠ 20/2005, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 326/2018).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 948/2021, ΑΠ 602/2020, ΑΠ 238/2020).

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρ. 559 αριθ.17 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται "αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις", καθιδρύεται όταν οι αντιφατικές διατάξεις της απόφασης εντοπίζονται στο διατακτικό αυτής, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού (ΟλΑΠ 13/1995, Α Π 90/2021 Α Π 1081/2020, ΑΠ 1365/2014, ΑΠ 1259/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης οι κληρονόμοι του αρχικώς εναγομένου και ήδη αναιρεσείουσες, προβάλλουν την αιτίαση από τους αριθμ. 1α'και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846,1193, 1198,1199Α.Κ. αναφορικά με την κτήση της κυριότητας των επιδίκων από την ενάγουσα με παράγωγο τρόπο από τον δικαιοπάροχο της, σύμφωνα με τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι παραπάνω διατάξεις και δεν διέλαβε αιτιολογίες, για την κτήση της κυριότητας αυτών, άλλως ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και επίσης ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1033,1193 και 1045 Α.Κ, διότι δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά α) με τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας του αμέσου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και συζύγου της Γ.

Π., του δικαιοπαρόχου και πατέρα αυτού Ι. Π. καθώς και του δικαιοπαρόχου του τελευταίου Γ. Π. και β) ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα στηρίχθηκε μόνο στην έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος πραγματογνώμονα Δ. Π., χωρίς να τη συσχετίσει με έτερα αποδεικτικά στοιχεία, που κατά την κρίση τους οδηγούν σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι στο αναιρετήριο περιέχονται αποσπασματικές κατά την κρίση των αναιρεσειουσών και όχι πλήρεις παραδοχές, της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο των ουσιαστικών διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάστηκαν. Επίσης, καθόσον αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια από του αριθ. 1α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν καθορίζεται το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, ενώ καθ' όσον αφορά την αποδιδομένη πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου δεν αναφέρεται το κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, δηλαδή ως προς τις επικαλούμενες ανεπαρκείς αιτιολογίες ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ως προς δε τις επικαλούμενες αντιφατικές αιτιολογίες δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει αυτή.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν επίσης πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης και από τον αριθμό 17 του Κ.Πολ.Δ, αορίστως όμως, διότι δεν αναφέρουν τα πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν την οικεία αναιρετική πλημμέλεια, ειδικότερα δεν αναφέρουν αντιφατικές διατάξεις που να εντοπίζονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Από την επισκόπηση εξάλλου αυτής, προκύπτει ότι δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις, δεδομένου ότι δέχεται κατά ένα μέρος την αγωγή, αναγνωρίζει την ενάγουσα κυρία της επίδικης επιφάνειας, αποτελούμενης από τα περιγραφόμενα τμήματα και διατάσσει την αποβολή των εκ διαθήκης κληρονόμων του αρχικού εναγόμενου από αυτά και την απόδοση τούτων στην ενάγουσα.

Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις στους λόγους αυτούς των αναιρεσειουσών, οι οποίες ανάγονται σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων καθώς και σε συμπεράσματα που οι ίδιοι εξάγουν από αυτά και σε επιχειρήματά τους προς υποστήριξη της ουσιαστικής βασιμότητας των ισχυρισμών τους, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. (Ολ ΑΠ 2/2008, Α Π 948/2021, ΑΠ 692/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης μέμφονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ..

Ειδικότερα με τον τρίτο λόγο αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, σε σχέση με την υπ' αριθμ. 9/1971 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Παρνασσίδας, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του .../1993 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αράχωβας Μαρίας Ανδρέου -Ταμβάκη, στο οποίο αναφέρεται η κατάτμηση του αρχικού ακινήτου των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας και η πώληση, του προς βορρά τμήματος αυτού, μετά τη γενόμενη απαλλοτρίωση και μάλιστα κατά την περιγραφή πωληθέντος τμήματος εκτάσεως 1.134,62 τ.μ.

υφίσταται η περικοπή ".... το παραπάνω αγροτεμάχιο (των 1.134,62 τ.μ.), έχει περιέλθει στον πωλητή με άτυπη δωρεά, από τον πατέρα του Ι. Γ. Π., από το έτος 1965 και μάλιστα κατά μεγαλύτερη έκταση, το οποίο στη συνέχεια απαλλοτριώθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, για την διάνοιξη της Εθνικής οδού Λιβαδειάς-Αράχωβας και έτσι ο διανοιχθείς δρόμος, αφού πήρε το μεγαλύτερο μέρος του αρχικού αγροτεμαχίου (ήτοι 2.420 τ.μ.), χώρισε αυτό σε δύο κομμάτια εκ των οποίων το ένα είναι το παραπάνω περιγραφόμενο".

Επίσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το ως άνω έγγραφο, με το να δεχθεί ότι "Από την περιγραφή αυτή προκύπτει ότι η έκταση του προς νότον ακίνητου, που απέμεινε στον Γ. Π. και το οποίο κληρονόμησε η ενάγουσα δεν ήταν 9.269,10 τ.μ όπως αναφέρει στην αγωγή αλλά μικρότερο", ενώ, αν έκανε ορθή εκτίμηση αυτού, θα έπρεπε ν' αναφέρει και να συμπληρώσει "πως ήταν μικρότερο αυτών ήτοι των 9.269,10 τ.μ που αναφέρονται στην αγωγή και ουχί μεγαλύτερο του απαλλοτριωθέντος τμήματος των 2.420 τ.μ".

Ακόμη, με τον τέταρτο λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραμόρφωσε δύο αεροφωτογραφίες που αναφέρονται σε σποραδικά έτη 1945 και 1960, στις οποίες στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με τις πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας που ασκούσαν στο επίδικο από του έτους 1906 και εντεύθεν "που προσιδιάζουν στον αγροτικό του χαρακτήρα όπως καλλιέργεια, οριοθέτηση, επίβλεψη από τρίτους", για τα έτη έως το 1960 από τις οποίες προκύπτει πως , ουδέποτε υπήρξε πράξη νομής από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας όπως οριοθέτηση και καλλιέργεια.

Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως απαράδεκτοι, αφού με αυτούς δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους.

Ειδικότερα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 1078/2019, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 238/2017). Συνακόλουθα τούτων, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήγει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 948/2021 , ΑΠ 272/2020, ΑΠ 865/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, περί κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων τμημάτων, από τους δικαιοπαρόχους της με πρωτότυπο τρόπο, με την άσκηση πράξεων νομής από αυτούς, από του έτους 1906 και εντεύθεν, που προσιδιάζουν στον αγροτικό του χαρακτήρα, όπως καλλιέργεια, οριοθέτηση, επίβλεψη από τρίτους, παραδοχές που δεν βρίσκουν έρεισμα σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή του, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση.

Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των παραπάνω, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την από μηνός Σεπτεμβρίου 2005 και με αριθμ.

κατάθεσης 22/27-10-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Δ. Π., την από μηνός Μαρτίου 2006 έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Λ. Κ., την από 27-3-2006 έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του γεωπόνου Κ. Π., τις αριθμ. 3366/12-3-2003, 3367/12-3-2003 και 3368/12-3-2003 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της ενάγουσας ενώπιον της συμβ/φου Αράχωβας Μαρίας Ταμβάκη, τις αριθμ. 6535/11-3-2003, 6536/11-3-2003 και. 6537/11-3-2003, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του εναγόμενου ενώπιον της συμβ/φου Αράχωβας Μαρίας Μόσχου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και συνεπώς, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 112/2020) ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1080/2020, ΑΠ 1367/2014).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 352 και 335 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση. Η δικαστική ομολογία μπορεί να περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής, της εφέσεως ή στις προτάσεις.

Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Δεν αποτελεί δε απόδειξη κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος (ΑΠ 596/2021, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 188/2017, ΑΠ 596/2001). Με τον έκτο λόγο, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ), ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, περί της κυριότητας της ενάγουσας επί των επιδίκων τμημάτων και των δικαιοπαρόχων αυτής, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της ενάγουσας, όπως αυτή εμπεριέχεται στην σελ. 1 της αγωγής της και επαναλαμβάνεται στην σελ. 2 των προτάσεων της ότι "...ο διανοιχθείς δρόμος, αφού πήρε το μεγαλύτερο μέρος του αγροτεμαχίου, χώρισε αυτό σε δύο κομμάτια, εκ των οποίων το ένα είναι το παραπάνω περιγραφόμενο...", ομολογώντας έτσι κατά τους ισχυρισμούς τους ότι τα 2.420 τ.μ.

του απαλλοτριωθέντος τμήματος του αρχικού ακινήτου συνιστούν το μεγαλύτερο μέρος του αρχικού αγροτεμαχίου και συνεπώς το υπολειπόμενο τμήμα αυτούς τόσο προς βορρά όσο και προς νότο, είναι μικρότερο της ανωτέρω εκτάσεως. Από την παραδεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι, πράγματι τόσο στην αγωγή όσο και στις προτάσεις της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περιέχονται οι παραπάνω περικοπές, από τις οποίες όμως δεν συνάγεται δικαστική ομολογία κατ'άρθο 352 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., ως προς την επιφάνεια της επίδικης έκτασης, ενώ η επίμαχη παράθεση δεν έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για την αναιρεσίβλητη γεγονότος, ότι η επίδικη έκταση ήταν μικρότερη των 2420 τ.μ..

Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τις αεροφωτογραφίες του επιδίκου ακινήτου των ετών 1945 και 1960. Από τη σχετική όμως διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό και με το σύνολο των αιτιολογιών της καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες φωτογραφίες.

Συνεπώς ο πιο πάνω λόγος και ως προς τα δύο σκέλη του είναι αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν τούτων και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 3-6-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 7/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς) και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης όπως αναγράφεται στη σχετική έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Τέλος, στις αναιρεσείουσες που ηττήθηκαν, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, το οποίο η τελευταία νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176,183,189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-6-2020 αίτηση για αναίρεση της 7/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς).

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ