Supreme Court dismisses appeals on procedural grounds, citing inadmissibility due to failure to challenge the main judgment's reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two concurrent appeals against a lower court decision regarding a labor dispute. The appellants argued for specific legal outcomes, but the Court ruled that their grounds were inadmissible because they failed to challenge the substantive reasoning of the lower court's judgment. Consequently, the Court held that since the primary justification for the lower court's decision remained intact, the secondary arguments were legally ineffective.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 573 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it fails to challenge the essential factual assumptions of the appealed judgment, and if the primary grounds of the appealed decision are not successfully attacked, subsequent or secondary grounds are legally futile.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 573 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 573/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση , αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 12η Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α) Του αναιρεσείοντος: T. T. (Τ. Τ.) του (Ν.) D., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γιάννη Τουτζιαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αικατερίνης Τσουρούλα-Σωτηροπούλου και Στυλιανού Σταματόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Β) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αικατερίνης Τσουρούλα-Σωτηροπούλου και Στυλιανού Σταματόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: T. T. (Τ. Τ.) του (Ν.) D., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γιάννη Τουτζιαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2015 αγωγή του ήδη Α) αναιρεσείοντος-Β) αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1566/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2858/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο Α) αναιρεσείων με την από 16-10-2019 αίτησή του και η Β) αναιρεσείουσα με την από 5-6-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Οι πληρεξούσιοι της Β) αναιρεσίβλητης-Α) αναιρεσείουσας ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 16.10.2019 και με αριθ. κατάθ. 9635/924/16.10.2019 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος T. T. (Τ. Τ.) του D. κατά του εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...." και β) της από 5.6.2019 και με αριθ. κατάθ. 5096/504/6.6.2019 αίτησης αναίρεσης της τελευταίας και ήδη αναιρεσείοϋσας κατά του ως άνω ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή υπ' αριθμό 2858/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
2. Με τις από 16.10.2019 και από 5.6.2019, ως άνω, αντίθετες αιτήσεις προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμό 2858/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί των από 22.9.2017 και αριθ. κατάθ. 580275/505024/4.10.2017 και 13.10.2017 και αριθ. κατάθ. 583931/505344/13.10.2017 αντιθέτων εφέσεων κατά της υπ' αριθ. 1566/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτές λόγων αναίρεσης (άρθρο577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
3. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρο561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 28.9.2015 και αριθ. κατάθ. 88211/3007/2017 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων- αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταρτισθείσα το έτος 2007, δυνάμει της οποίας παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη- αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, ως σέφ στο ευρισκόμενο στο ...
ξενοδοχειακό της συγκρότημα, η οποία καταγγέλθηκε άκυρα στις 19.8.2015, με την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, ποσού 31.416 ευρώ, η οποία όμως δεν ήταν η προσήκουσα, ζήτησε: α) να υποχρεωθεί η εναγομένη εργοδότριά του να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι αυτή έχει υποχρέωση να του καταβάλει το ποσό 68.744,38 ευρώ για υπόλοιπο αποζημίωσης απόλυσης, β) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει : 1) το ποσό των 160.821,27 ευρώ για διαφορές μη καταβληθεισών αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων δώρων εορτών των ετών 2011- 2015, 2) το ποσό των 88.759,08 ευρώ για αποδοχές άδειας των ετών 2010- 2015, 3) το ποσό των 11.731,47 ευρώ για επιδόματα άδειας των ετών 2013- 2015, 4) το ποσό των 31.283,84 ευρώ για αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστη από τη μη απασχόλησή τού το χρονικό διάστημα από την απόλυση του μέχρι και το Δεκέμβριο του 2015, 5) το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητάς του και γ) να καταδικαστεί η εναγομένη σε χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της με την εκδοθησόμενη απόφαση.
Η αγωγή αυτή, μετά από κατ' αντιμωλία συζήτησή της, με την υπ' αριθ. 1566/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή από ουσιαστική πλευρά και αφενός υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση της τελευταίας να του καταβάλει το ποσό των 21.579,81' ευρώ, ως υπόλοιπο της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, αφετέρου αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 160.821,27 ευρώ για διαφορές μη καταβληθεισών δεδουλευμένων αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων δώρων εορτών και το ποσό των 11.731,47 ευρώ για επιδόματα άδειας, με το νόμιμο τόκο, καταδίκασε δε την εναγομένη σε χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησή της να συμμορφωθεί με την απόφαση που θα εκδοθεί, και απέρριψε ως ουσία αβάσιμα τα αιτήματα επιδίκασης των κονδυλίων της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, της αποζημίωσης, λόγω μη απασχόλησης του ενάγοντος μετά την απόλυσή του και των αποδοχών άδειας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν η από 22.9.2017 έφεση της εναγομένης και η από 13.10.2017 έφεση του ενάγοντος, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφού αυτές συνεκδικάστηκαν, έγιναν τυπικά δεκτές, απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος και έγινε δεκτή κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά η έφεση της εναγομένης, εξαφανίστηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή, η οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος και αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη εταιρία οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 41.105,56 ευρώ (23.369,08 + 12.762,77 + 4.973,71), για διαφορές μη καταβληθεισών αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων δώρων εορτών των ετών 2011- 2015 και επιδομάτων αδείας των ετών 2013 και 2015, με το νόμιμο τόκο.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ότι, η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με έδρα την Αθήνα και διακριτικό τίτλο "....", διατηρούσε από το έτος 1999 στο ... ξενοδοχειακή τουριστική επιχείρηση κατηγορίας πέντε αστέρων με τον τίτλο "...", η οποία λειτουργεί εποχιακά.
Ότι, ο ενάγων, βιετναμέζικης υπηκοότητας, επαγγελματίας σεφ, με εμπειρία στον τομέα του τουριστικού - ξενοδοχειακού επισιτισμού [απασχολήθηκε ως μάγειρος Α' σε μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, όπως από 19-4-1999 μέχρι 15-11-2002 στο ευρισκόμενο στην ... ξενοδοχείο με τον τίτλο "..." της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...."- η οποία είναι μία εκ των μετόχων της εναγόμένης Α.Ε.], προσελήφθη από την εναγόμένη στις 10-4-2003 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για να εργασθεί ως υπάλληλος και με την ειδικότητα του μάγειρα Α' στο πολυνησιακό εστιατόριο του προαναφερόμενου ξενοδοχείου της ("..."), με μηνιαίες μικτές αποδοχές 6.500 ευρώ.
Ότι, έκτοτε ο ενάγων, εργάσθηκε στο ξενοδοχείο της εναγόμένης συνεχώς καθ' όλες τις επόμενες τουριστικές περιόδους λειτουργίας του, επαναπροσλαμβανόμενος με την ίδια ειδικότητα και συγκεκριμένα: α) από 19-4-1999 μέχρι 15-11- 1999, β) από 22-3-2000 μέχρι 15-11-2000, γ) οπό 1-4-2001 μέχρι 15-11-2001, δ) από 15-3-2002 μέχρι 15- 11-2002, δ) από 10-4-2003 μέχρι 10-11-2003, ε) από 10-4-2004 μέχρι 31-10-2004, στ) από 14- 4-2005 μέχρι 31-12-2005, ζ) από 1-3-2006 μέχρι 31-12-2006 και η) από 19-3-2007 μέχρι 31-12-2007.
Ότι ακολούθως επαναπροσλήφθηκε τον Μάρτιο του 2008 με νεότερη συμφωνία μεταξύ αυτού και τη εναγομένης για να προσφέρει, αυτή τη φορά, για αόριστο χρόνο με την ίδια ειδικότητα τις υπηρεσίες του στο ως άνω ξενοδοχείο, αφού προηγουμένως συμφωνήθηκε, ότι κάποιους από τους χειμερινούς μήνες, εφόσον το επέτρεπαν οι ανάγκες του ξενοδοχείου, θα μπορεί να λαμβάνει άδειες άνευ αποδοχών, για να πηγαίνει στο εξωτερικό.
Ότι, έτσι ο ενάγων από 18-3- 2008 εργάσθηκε στο ξενοδοχείο της εναγόμενης με την ίδια ειδικότητα με τη νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία διήρκησε μέχρι τις 19-8-2015, οπότε η εναγομένη κατάγγειλε τη σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας, ο "ενάγων πράγματι ζήτησε και του χορηγήθηκαν άδειες άνευ αποδοχών τα παρακάτω χρονικά διαστήματα :
α) από 1.2.2011 μέχρι 31.3.2011, β) από 10.12.2012 μέχρι 5.4.2013 γ) από 1.12.2013 μέχρι 28.2.2014 δ) από 25.11.2014 μέχρι 31.5.2015, όπως προκύπτει από τις αιτήσεις του ενάγοντος και τις αντίστοιχες γνωστοποιήσεις της εναγόμενης προς το Ι.Κ.Α. με αρ. πρωτ. .../25-2-2011, .../4-4-2013, .../16-1-2014, .../28-1- 2015 και ...22-4-2015, σε συνδυασμό με τις καταστάσεις από το βιβλίο χορήγησης αδειών της εναγόμενης των ετών 2011, 2012, 2013 και 2014.
Ότι δεν επηρεάζει το πραγματικό ζήτημα της μη απασχόλησης του ενάγοντος στην εναγόμένη λόγω λήψης άδειας άνευ αποδοχών, η καθυστερημένη υποβολή των έγγραφων γνωστοποιήσεων της εναγόμενης προς το ΙΚΑ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων. Ότι, στη συνέχεια, αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη, που δεν ήταν ικανοποιημένη από τις υπηρεσίες του ενάγοντος ως σεφ του πολυνησιακού εστιατορίου του ξενοδοχείου της, εκτιμώντας δια του νομίμου εκπροσώπου της ότι οι υπηρεσίες, που της προσέφερε, δεν ήταν ανάλογες των αποδοχών του, ανερχόμενων ήδη σε 7.820,98 ευρώ, μικτά, μηνιαίως, ενεργώντας δια του αρμοδίου οργάνου της, ήτοι του νομίμου εκπροσώπου της Π.
Μ., κατάγγειλε τη σύμβασή του, στις 19-8-2015 και καθόρισε ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 31.416,00 ευρώ. Ότι η κατά το νόμο 2112/1920 αποζημίωση του ενάγοντος καθορίζεται εν προκειμένω μόνο βάσει του διανυθέντος χρόνου της τελευταίας συμβάσεως αορίστου χρόνου και δεν συνυπολογίζεται ο προς την αυτή εργοδότρια εναγόμενη χρόνος των προηγούμενων εποχιακών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ούτε ο χρόνος υπηρεσίας στην προηγούμενη εργοδότρια " ....", εφόσον και στις δύο περιπτώσεις, δεν ορίστηκε διαφορετικά με ειδική διάταξη νόμου ή διάταξη κανονιστικού περιεχομένου ή με συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ούτε εξάλλου αναφορικά με την προηγούμενη εργοδότρια " ...." συντρέχει περίπτωση μεταβολής του προσώπου του εργοδότη.
Ότι, αντιθέτως, χρόνος της διάρκειας των αδειών άνευ αποδοχών θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας, αφού με τη χορήγησή τους δεν επέρχεται λύση της εργασιακής συμβάσεως και είναι συνυπολογιστέος στο συνολικό χρόνο για τον καθορισμό της οφειλόμενης στον ενάγοντα αποζημίωσης. Ότι, η τελευταία συνεχής απασχόληση του ενάγοντος από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, με την παραπάνω ειδικότητα, ήταν από 18-3-2008 έως 19- 8-2015, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση.
Ότι, επομένως, βάσει του χρόνου υπηρεσίας μόνο της τελευταίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος και χωρίς συνυπολογισμό στο χρόνο αυτόν του χρόνου των προηγούμενων ορισμένου χρόνου συμβάσεών του, αλλά συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας των αδειών άνευ αποδοχών, που έλαβε, ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του ανέρχεται σε 7 έτη και 5 μήνες, με βάση τον οποίο πρέπει να προσδιορισθεί η κατά νόμο οφειλόμενη αποζημίωση για την απόλυσή του.
Ότι, ο ισχυρισμός του ενάγοντος, συνιστάμενος στο ότι είναι συνυπολογιστέα για τον καθορισμό της αποζημίωσης απόλυσης η προϋπηρεσία του των προηγούμενων εποχιακών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, τόσο στην εναγόμενη όσο και στην εταιρεία "....";πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Και τούτο γιατί, η προϋπηρεσία του στην εναγόμενη βάσει των προηγούμενων εποχιακών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και ο χρόνος υπηρεσίας του στην προηγούμενη εργοδότρια " ....", δεν προσμετράται κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο ενάγων, αλλά μόνον ως προς τον καθορισμό του ύψους του βασικού μισθού των αποδοχών του.
Ότι, ως εκ τούτου, ο ενάγων δικαιούται να λάβει, την προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη αποζημίωση, η οποία, με βάση το χρόνο προϋπηρεσίας του στην εναγόμενη, ανέρχεται, υπολογιζόμενη επί των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα εργασίας του και υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με συνυπολογισμό της αναλογίας των επιδομάτων εορτών (δώρων) Χριστουγέννων και Πάσχα, του επιδόματος αδείας, στο ποσό των (7.820,98 ευρώ μηνιαίες τακτικές αποδοχές Χ 14,5: 12= 9.450,35 ευρώ Χ 4 μισθούς=) 37.801,40 ευρώ.
Ότι οι αποδοχές του αυτές υπερβαίνουν τις μηνιαίες αποδοχές που ορίζονται στην διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδάφ. β' του Ν. 3198/1955, δηλαδή τις αποδοχές που υπολογίζονται με βάση το οκταπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό 30 και οι οποίες ανέρχονταν σε (26,18 ευρώ το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη κατά το χρόνο της απόλυσης επί 8= 209,44 ευρώ επί 30) 6.283,20 ευρώ και συνεπώς αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη κατά το υπερβάλλον διότι στην ως άνω διάταξη δεν γίνεται διάκριση μεταξύ νομίμων και συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών, αλλά αυτή αναφέρεται στις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και κατά συνέπεια έχει εφαρμογή όχι μόνο στις νόμιμες αλλά και στις συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές του εργαζομένου.
Ότι, λόγω του ότι συνιστά διάταξη αναγκαστικού δικαίου, που αποσκοπεί στον περιορισμό της αποζημίωσης - και όχι των αποδοχών - των υπαλλήλων, οι οποίοι, όπως ο ενάγων, έχουν ιδιαίτερα μεγάλες μηνιαίες αποδοχές και δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 5 παρ. 1, 22 1 β και 106 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, αφού ισχύει για όλους τους υψηλόμισθους υπαλλήλους, η ανάπτυξη της προσωπικότητας των οποίων και η συμμετοχή τους στην οικονομική ζωή της χώρας δεν παρεμποδίζεται ασφαλώς από το ότι θα λάβουν μειωμένη αναλογικά αποζημίωση, αν καταγγελθεί η σύμβασή τους, έχει εφαρμογή τόσο στην περίπτωση καθορισμού της αποζημίωσης απόλυσης από το νόμο όσο και από τη συμβατικώς μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνηθείσα αποζημίωση.
Ότι εφόσον ο ενάγων είχε συμπληρώσει 7 έτη και 5 μήνες υπηρεσίας δικαιούται ως αποζημίωση τις αποδοχές 4 μηνών, δηλ. το ποσό των (6.283,2 ευρώ Χ 4 μήνες =) 25.132,8 ευρώ. Ότι, στην προκειμένη περίπτωση το ανωτέρω ποσό δεν προσαυξάνεται με την προσθήκη της αναλογίας των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας, γιατί αυτό αποτελεί πλέον το ανώτατο όριο των μηνιαίων αποδοχών για τον καθορισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης (άρθρο 5 παρ. 1 ν. 3198/1955).
Ότι, ως εκ τούτου, αφού το ως άνω ποσό της αποζημιώσεως των 31.416,00 ευρώ, που καταβλήθηκε στον ενάγοντα, όπως ο ίδιος ομολογεί στην αγωγή αφαιρώντας το, υπερέβαινε το ποσό της υπολογιζόμενης, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 3198/ 1955, αποζημιώσεως, ουδέν ποσό οφείλεται στον ενάγοντα για την αιτία αυτή, οπορριπτομένου του σχετικού ογωγικού κονδυλίου ως ουσιαστικά αβάσιμου.
Ότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που υπολόγισε την αποζημίωση απόλυσης σε 72.995,81 ευρώ και, αφού αφαίρεσε την καταβληθείσα, επιδίκασε στον ενάγοντα ως υπόλοιπο αποζημίωσης το ποσό των 41.479,81 ευρώ, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός 1ος λόγος της έφεσης της εναγόμενης, υπό στοιχεία 2.2 δδ και 2.4 πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ενώ αντίθετα, κατά το σκέλος του με στοιχείο 2.2 γγ ο λόγος της τελευταίας αυτής έφεσης, με τον οποίο η εναγόμενη παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνυπολόγιζε και το χρόνο της άδειας άνευ αποδοχών στον καθορισμό τη αποζημίωσης απόλυσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ότι, επίσης, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης του ενάγοντος υπό στοιχείο 1 και 2, με τους οποίους υποστηρίζει ότι έπρεπε να λάβει μεγαλύτερη της καταβληθείσας αποζημίωση απόλυσης, εκτιμώντας εσφαλμένως ότι είναι συνυπολογιστέα για τον καθορισμό της αποζημίωσης απόλυσης η προϋπηρεσία του των προηγούμενων εποχιακών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, τόσο στην εναγόμενη όσο και στην εταιρεία "....".
Ότι, περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Ιούνιο του 2014, συνέβη περιστατικό στο ως άνω εστιατόριο του ξενοδοχείου της εναγόμένης, όπου εργαζόταν ως σεφ ο ενάγων, και συγκεκριμένα πελάτισσα του εστιατορίου κατάπιε σπάγκο μήκους 15 εκ., που βρέθηκε στο φαγητό που παράγγειλε με αποτέλεσμα να υποβάλει την επόμενη ημέρα (13-6-2014) στο αστυνομικό τμήμα ...
μήνυση κατά παντός υπευθύνου του εν λόγω εστιατορίου. Ότι, σχηματίστηκε δικογραφία, η οποία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στις 24-6-2014 και κατόπιν της από 8-1-2015 παραγγελίας του διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση για παράβαση του νόμου περί προστασίας του καταναλωτή και για σωματική βλάβη από αμέλεια στα πλαίσια της οποίας κλήθηκε στις 7-4-2015 -στο Α.Τ. ...
και παρέσχε εξηγήσεις ο αγορανομικός υπεύθυνος του εν λόγω εστιατορίου και εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Α. Α.. Ότι, επίσης και ανεξαρτήτως του παραπάνω γεγονότος, σε γενόμενο έλεγχο οπό τον ΕΦΕΤ στις 9-7-2014 και στην κουζίνα του εστιατορίου της εναγόμενης, που εργαζόταν ο ενάγων, βρέθηκαν και εν συνεχεία κατασχέθηκαν και καταστράφηκαν 19 προϊόντα τροφίμων, που είχαν λήξει.
Ότι, παρά ταύτα και μετά το συμβάν της 12ης Ιουνίου 2014 και του γενόμενου ελέγχου από τον ΕΦΕΤ, για τα οποία η εναγόμενη καταλόγιζε ευθύνες στον ενάγοντα και ήταν πλέον δυσαρεστημένη μαζί του, αυτός συνέχισε να εργάζεται στο εστιατόριο του ξενοδοχείου της, διότι εν μέσω τουριστικής περιόδου ήταν δύσκολη η ανεύρεση αντικαταστάτη.
Ότι, λίγους μήνες όμως αργότερα και δη από 24-11-2014 μέχρι 31-5- 2015 ο ενάγων απουσίασε από την εργασία του διότι ζήτησε και έλαβε νόμιμα άδεια άνευ αποδοχών και ότι, όταν τον Ιούνιο του 2015 επέστρεψε στην εργασία του προσφέροντας πραγματικά τις υπηρεσίες του, η εναγόμενη, που ήδη μετά το περιστατικό που συνέβη με την πελάτισσα του εστιατορίου, για το οποίο καθώς και για τα ληγμένα τρόφιμα, καταλόγιζε ευθύνες στον ενάγοντα, δεν ήταν ικανοποιημένη από τις υπηρεσίες του ως σεφ του εστιατορίου της, εκτιμώντας δια του νομίμου εκπροσώπου της ότι οι υπηρεσίες, που της προσέφερε δεν ήταν ανάλογες των αποδοχών του και ότι η επαγγελματική του συμπεριφορά δυσφήμησε το ξενοδοχείο της, επιδίωξε τη λύση της σύμβασης εργασίας του αρχικά με τη συναίνεσή του και την καταβολή αποζημίωσης 10.000,00 ευρώ και στη συνέχεια, όταν αυτός αρνήθηκε και προχώρησε μάλιστα- ως ομολογεί με την αγωγή του ο ενάγων και συνομολογεί η εναγόμενη- με την από 30-7-2015 εξώδικη δήλωσή του σε επίσχεση εργασίας, κατάγγειλε εγγράφως τη σύμβαση στις 19-8-2015 και τον απέλυσε, καταβάλλοντάς του ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 31.416,00 ευρώ, που εκτίμησε ότι του οφείλει, αναγράφοντας μάλιστα;
στο έντυπο της καταγγελίας ότι απολύθηκε για παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, δυσφήμηση του ξενοδοχείου και αδικαιολόγητη απουσία. Ότι, η εναγομένη δεν κατέβαλε, στον ενάγοντα, ως όφειλε, τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1- 6-2015, που επέστρεψε στην εργασία του μετά από την άδεια άνευ αποδοχών και προσέφερε πραγματικά τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη μέχρι τις 19-8-2015, που απολύθηκε, καθώς και την αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2015.
Ότι, η εναγόμενη συνομολογεί ότι δεν του κατέβαλε τις παραπάνω αποδοχές, επικαλούμενη ότι ο ενάγων δεν πρόσφερε τις υπηρεσίες του σε αυτήν κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα. Ότι, ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πιστευτός, αφού δεν είναι δυνατόν από την μια ο ενάγων να μην προσφέρει αδικαιολόγητα τις υπηρεσίες του στην εναγομένη και από την άλλη να προχωρεί σε επίσχεση εργασίας.
Ότι, ο ίδιος δεν είχε λόγο μετά την επιστροφή του από την άνευ αποδοχών άδειά του να μην επιθυμεί τη συνέχιση της εργασιακής του σχέσης και ότι, αν πάλι η εναγόμενη από την πλευρά της δεν ήταν ικανοποιημένη από τις υπηρεσίες του ενάγοντος ως σεφ του εστιατορίου της, μπορούσε να προβεί σε απόλυσή του αμέσως μετά την επιστροφή του στην εργασία του τον Ιούνιο του 2015, πράγμα που έπραξε δύο μήνες αργότερα στις 19-8-2015.
Ότι, μετά ταύτα ο ενάγων δικαιούται για τις αιτίες αυτές τα εξής ποσά : α) 7.820,98 ευρώ για μικτές αποδοχές Ιουνίου 2015, 7.820,98 ευρώ για μικτές αποδοχές Ιουλίου 2015 και 3.910,49 ευρώ για 1/2 μηνός Αυγούστου 2015 και β) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2015, ενόψει του γεγονότος ότι η εργασιακή του σχέση δεν διήρκησε ολόκληρη τη περίοδο οπό τον Μάιο μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2015 αλλά, διήρκησε 116 ημέρες, (από 1-6-2015 έως 19-8-2015), αφού αφαιρεθούν από το χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσης οι ημέρες της άδειας του χωρίς αποδοχές από 1-5-2015 μέχρι 31-5- 2015, δικαιούται το ποσό των 3.816,63 ευρώ (7.820,98 :25=312,83 ημερομίσθιο Χ 12,20 ημέρες σχέσης εργασίας = 3.816,63 ευρώ).
Ότι αντίθετα ο ενάγων δεν δικαιούται αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 μέχρι 31- 5-2015, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη, καθόσον δεν πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη το παραπάνω χρονικό διάστημα διότι βρισκόταν σε άδεια άνευ αποδοχών, που έλαβε και του χορηγήθηκε νόμιμα, σύμφωνα με τις ως άνω γνωστοποιήσεις της εναγομένης προς το Ι.Κ.Α.
με αρ. πρωτ. .../ 28-1-2015 και ... 22-4-2015 ούτε και δώρο Πάσχα 2015, αφού ναι μεν ο εργασιακός δεσμός υπήρχε από 1η Ιανουαρίου 2015 μέχρι 30η Απριλίου 2015, πλην όμως κατά τον επίμαχο χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσης συμπίπτουν και δεν υπολογίζονται οι ημέρες της άδειάς του χωρίς αποδοχές και ως εκ τούτου τα σχετικά αγωγικά κονδύλια είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Ότι, συνεπώς ο ενάγων δικαιούται γιο το έτος 2015 για τις ανωτέρω αιτίες συνολικά (7.820,98 + 7.820,98+ 3.910,49+ 3.816,63=) 23.369,08 ευρώ και ότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που επιδίκασε στον ενάγοντα ως μικτές αποδοχές του χρονικού διαστήματος 1-1-2015 μέχρι 19-8-2015 και δώρο εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα έτους 2015 το αιτούμενο ποσό των 67.455,89 ευρώ, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός 5ος λόγος της έφεσης της εναγόμένης, κατά το σκέλος του υπό στοιχείο α, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος, ενώ αντίθετα, κατά το σκέλος του με στοιχείο β, ο λόγος της τελευταίας αυτής έφεσης, με τον οποίο η εναγόμενη παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε αποδοχές για το χρονικό διάστημα μετά τις 31-5-2015, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ότι, περαιτέρω η εναγομένη υπέβαλε παραδεκτά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με τις κατατεθείσες προτάσεις της, την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος για τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-6-2015 μέχρι την απόλυση, την οποία επανέφερε και ενώπιον του εφετείου, με το υπό στοιχείο γ σκέλος του 5ου λόγου της έφεσής της.
Ότι, για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής ισχυρίστηκε ότι : α) η προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος δεν ήταν προσήκουσα μετά τα συμβάντα με την πελάτισσα του εστιατορίου και τον έλεγχο του ΕΦΕΤ αλλά και εν πάση περιπτώσει δεν μπορούσε κατά αντικειμενική κρίση να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, β) ότι ήδη ο ενάγων έλαβε μεγάλη αποζημίωση, αφού όλως επιεικώς υπολογίσθηκε και ο χρόνος που ήταν με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) ότι ο ίδιος δεν έδιδε μια σαφή απάντηση για συναινετική λύση της σύμβασης, αλλά εφάρμοζε παρελκυστική τακτική και δ) ότι θα μπορούσε να του υποβάλει μήνυση και να τον απολύσει χωρίς αποζημίωση, όμως δεν κατέφυγε σε αυτή τη λύση και ότι η άσκηση του, με την ένδικη αγωγή του, ασκηθέντος ως άνω δικαιώματος του υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ και είναι καταχρηστική.
Ότι, ο ως άνω ισχυρισμός της εναγομένης, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι τα παραπάνω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν την κατά το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση, όπως δε είναι διατυπωμένος και με το περιεχόμενο που έχει, δεν συνιστά ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά εντάσσεται στα πλαίσια της γενικότερης άρνησης της αγωγής εκ μέρους της εναγόμενης.
Ότι, επομένως, ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιγή τον ισχυρισμό αυτόν και ο αντίστοιχος λόγος (υπό στοιχείο γ σκέλος του 5ου λόγου) της εφέσεως της εναγομένης, με τον οποίο επαναφέρει τον ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής για τις εν λόγω αποδοχές, ο οποίος υποστηρίζει το αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ότι, στη συνέχεια από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι : Α) για το έτος 2011 από 1.2.2011 μέχρι 31.3.2011 ο ενάγων ζήτησε και έλαβε άδεια άνευ αποδοχών και γι' αυτό δεν του καταβλήθηκαν αποδοχές για αυτούς τους μήνες, σύμφωνα με την γνωστοποίηση της εναγόμενης προς το Ι.Κ.Α. με αρ. πρωτ. .../25-2-2011. Ότι, επίσης τον Οκτώβριο 2011 απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του, 20,30 ώρες (πραγματοποίησε 22 ημερομίσθια) και ως εκ τούτου του οφείλεται για το μήνα Οκτώβριο του 2011 (7.018,02:25= 281,92Χ 22=) το ποσό των 6.202,25 ευρώ μικτά, έναντι του οποίου, του καταβλήθηκε ποσό 3.980,29 ευρώ καθαρά, ως συνομολογεί με την αγωγή του και 6.160,40 ευρώ μικτά και επομένως του οφείλεται η διαφορά των41,85 ευρώ.
Ότι ακόμη τον Ιανουάριο του 2011 απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του, 62,00 ώρες ( πραγματοποίησε 15 ημερομίσθια) και ως εκ τούτου του οφείλεται για το μήνα Ιανουάριο του 2011 (7.018,02:25= 281,92Χ 15=) το ποσό των 4.228,80 ευρώ μικτά, έναντι του οποίου του καταβλήθηκε ποσό 2.977,57 ευρώ καθαρά, ως συνομολογεί με την αγωγή του και 4.398,01 ευρώ μικτά και επομένως ουδέν του οφείλεται για την αιτία αυτή.
Ότι για αναλογία δώρου Πάσχα 2011, ενόψει του γεγονότος ότι την περίοδο από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Απρίλιο του 2011 εργάσθηκε 45 ημέρες, αφού αφαιρεθούν από το χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσης οι ημέρες της άδειάς του χωρίς αποδοχές από 1-2-2011 μέχρι 31-3- 2011 και οι 15 ημέρες αδικαιολόγητης απουσίας τον Ιανουάριο του 2011, δικαιούται το ποσό των (7.018,02 :25=280,72 ημερομίσθιο Χ 5,625 ημέρες σχέσης εργασίας=) 1.579,05 ευρώ, έναντι του οποίου του καταβλήθηκε ποσό 1.144,00 ευρώ καθαρά, ως συνομολογεί με την αγωγή του και 1.608,28 ευρώ μικτά και επομένως ουδέν του οφείλεται για την αιτία αυτή.
Ότι, συνεπώς ο ενάγων δικαιούται για το έτος 2011 το ποσό των 41,85 ευρώ ως οφειλόμενο υπόλοιπο αποδοχών μηνός Οκτωβρίου 2011. Β) Το έτος 2012, ο ενάγων ζήτησε και έλαβε άδεια άνευ αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 10-12-2012 μέχρι 5-4-2013 και γι' αυτό δεν του καταβλήθηκαν αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 10-12-2012 μέχρι 31-12-2012, σύμφωνα με την γνωστοποίηση της εναγόμενης προς το Ι.Κ.Α.
με αρ. πρωτ. .../4-4-2013, για το μήνα δε Δεκέμβριο του 2012 πραγματοποίησε 2 ημερομίσθια και ως εκ τούτου του οφείλεται για το μήνα αυτό (7.018,02:25= 281,92Χ 2=) το ποσό των 561,44 ευρώ μικτά έναντι του οποίου, του καταβλήθηκε ποσό 865,05 ευρώ καθαρά, ως συνομολογεί με την αγωγή του και 993,75 ευρώ μικτά και επομένως ουδέν του οφείλεται για την αιτία αυτή.
Ότι, ακόμη τον Οκτώβριο του 2012 απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του, 77,60 ώρες (πραγματοποίησε 15 ημερομίσθια) και ως εκ τούτου του οφείλεται για το μήνα Οκτώβριο του 2012 (7.018,02:25= 281,92Χ 15=) το ποσό των 4.228,80 ευρώ μικτά, έναντι του οποίου, του καταβλήθηκε ποσό 2.537,71 € καθαρά, ως συνομολογεί με την αγωγή του και 3.747,19 ευρώ μικτά και επομένως του οφείλεται η διαφορά των 481,61 ευρώ.
Ότι, επίσης δικαιούται τις αποδοχές του μηνός Μαρτίου 2012, ποσού 7.018,02 ευρώ, αντί αυτού όμως αιτείται το μικρότερο ποσό των 6.890,97 ευρώ το οποίο και θα επιδικασθεί. Ότι, η εναγόμενη συνομολογεί ότι δεν του κατέβαλε τις αποδοχές του μηνός Μαρτίου 2012, ισχυριζόμενη ότι δεν του καταβλήθηκαν οι αποδοχές αυτές επειδή απουσίαζε στο εξωτερικό, ισχυρισμός όμως που δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα αποδεικτό στοιχείο.
Ότι, για αναλογία δώρου Πάσχα 2012, ενόψει του γεγονότος ότι την περίοδο από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Απρίλιο του 2012, εργάσθηκε 92 ημέρες, αφού αφαιρεθούν από το χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσης οι ημέρες της άδειας του άνευ αποδοχών από 1-2-2012 μέχρι 29-2- 2012, δικαιούται το ποσό των (6.890,97: 25=275,63 ημερομίσθιο Χ 11,5 ημέρες σχέσης εργασίας=) 3.169,74 ευρώ, έναντι του οποίου, του καταβλήθηκε ποσό 1.080,86 ευρώ καθαρά, ως συνομολογεί με την αγωγή του και 1.608,28 ευρώ μικτά και επομένως του οφείλεται η διαφορά 1.561,46 ευρώ.
Ότι, συνεπώς ο ενάγων δικαιούται για το έτος 2012 συνολικά το ποσό των 8.934,05 ευρώ ως οφειλόμενο υπόλοιπο Οκτωβρίου 2012, ως αποδοχές Μαρτίου 2012 και αναλογία δώρου Πάσχα 2012. Γ) Το έτος 2013 έλαβε άδεια άνευ αποδοχών τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Δεκέμβριο 2013, σύμφωνα με τις γνωστοποιήσεις της εναγόμενης προς το Ι.Κ.Α.
με αρ. πρωτ. .../4-4-2013 και .../16-1-2014 και γι' αυτό δεν δικαιούται για αυτούς τους μήνες αποδοχές. Ότι, για το μήνα Μάρτιο 2013, δικαιούται μικτές αποδοχές 7.820,98 ευρώ, έναντι του ποσού αυτού η εναγομένη του κατέβαλε ποσό 2.375,97 ευρώ καθαρά, ως συνομολογεί με την αγωγή του ο ενάγων και μαζί με τις κρατήσεις εκ 4.468,02 ευρώ, του καταβλήθηκαν 6.843,99 ευρώ μικτά και επομένως του οφείλεται 976,99 ευρώ, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού της εναγόμένης ότι του κατέβαλε επιπλέον στις 8-4-2013 και το ποσό των 1.500,00 ευρώ προς εξόφληση του μηνός Μαρτίου 2013, αφού το ποσό αυτό των 1.500,00 ευρώ δεν προέκυψε για ποια αιτία καταβλήθηκε.
Ότι, για αναλογία δώρου Πάσχα 2013, ενόψει του γεγονότος ότι την περίοδο από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Απρίλιο του 2013, εργάσθηκε 61 ημέρες, αφού αφαιρεθούν από το χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσης οι ημέρες της άδειάς του χωρίς αποδοχές από 1-1-2013 μέχρι 28-2-2013, δικαιούται το ποσό των (7.820,98 :25=312,83 ημερομίσθιο Χ 7,625 ημέρες σχέσης εργασίας=) 2.385,39 ευρώ, έναντι του οποίου, του καταβλήθηκε ποσό 1.102,27 ευρώ καθαρά, ως συνομολογεί με την αγωγή του και 1.827,60 ευρώ μικτά και επομένως του οφείλεται η διαφορά των 557,79 ευρώ.
Ότι, για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2013 ενόψει του γεγονότος ότι την περίοδο από τον Μάιο μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2013, εργάσθηκε 214 ημέρες, αφού αφαιρεθούν από το χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσης οι ημέρες της άδειάς του χωρίς αποδοχές το μήνα Δεκέμβριο του 2013, δικαιούται το ποσό των (7.820,98 :25=312,83 ημερομίσθιο Χ 22,52 ημέρες σχέσης εργασίας=) 7.044,93 ευρώ, έναντι του οποίου του καταβλήθηκε ποσό 3.937,50 ευρώ καθαρά, ως συνομολογεί με την αγωγή του και 7.128,45€ μικτά και επομένως ουδέν του οφείλεται για την αιτία αυτή.
Ότι, συνεπώς ο ενάγων δικαιούται για το έτος 2013 το ποσό των 1.534,78 ευρώ συνολικά ως οφειλόμενο υπόλοιπο Μαρτίου 2013 και αναλογία δώρου Πάσχα 2013. Δ) Το έτος 2014 έλαβε άδεια άνευ αποδοχών τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2014 και από 24.11.2014 μέχρι 31.12.2014 σύμφωνα με τις γνωστοποιήσεις της εναγομένης προς το Ι.Κ.Α. με αρ.
πρωτ. .../ 16-1-2014 και .../ 28-1-2015 και γι' αυτό δεν δικαιούται αποδοχές αυτών των μηνών. Για το μήνα όμως Νοέμβριο του 2014 πραγματοποίησε 19 ημερομίσθια και ως εκ τούτου του οφείλεται (7.820,18:25= 312.80Χ 19-) το ποσό των 5.943,33 ευρώ μικτά, έναντι του οποίου του καταβλήθηκε ποσό 3.015,21 ευρώ καθαρά, ως συνομολογεί με την αγωγή του και 5.565,42 ευρώ μικτά και επομένως του οφείλεται η διαφορά 377,91 ευρώ.Ότι, για αναλογία δώρου Πάσχα 2014, ενόψει του γεγονότος ότι την περίοδο από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Απρίλιο του 2014 εργάσθηκε 61 ημέρες, αφού αφαιρεθούν από το χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσης οι ημέρες της άδειάς του χωρίς αποδοχές από 1-1-2014 μέχρι 28-2- 2014, δικαιούται το ποσό των (7.820,18:25= 312,80Χ 7,625 ημέρες σχέσης εργασίας=) 2.385,10 ευρώ, έναντι του οποίου, του καταβλήθηκε ποσό 1.101,46 ευρώ καθαρά, ως συνομολογεί με την αγωγή του και 2.036,71 ευρώ μικτά και επομένως του οφείλεται η διαφορά των 348,39 ευρώ.
Ότι, επίσης για αναλογία δώρου Χριστουγέννων του 2014, ενόψει του γεγονότος ότι την περίοδο από τον Μάιο μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2014, εργάσθηκε 208 ημέρες, αφού αφαιρεθούν από το χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσης οι ημέρες της άδειάς του χωρίς αποδοχές το μήνα Δεκέμβριο του 2014 και από 24-11-2014 μέχρι 30-11-2014, δικαιούται το ποσό των (7.820,18:25= 312,80 ημερομίσθιο Χ 21,88 ημέρες σχέσης εργασίας=) 6.844,06 ευρώ, έναντι του οποίου του καταβλήθηκε στις 23.12.2014 το ποσό των 3.130,24 ευρώ καθαρά και μικτά 5.318,27€, και επομένως του οφείλεται η διαφορά των 1.525,79 ευρώ, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή του περί εξοφλήσεως ισχυρισμού της εναγόμενης- εκκαλούσας, ως ένστασης, νόμιμης και ουσιαστικά βάσιμης.
Ότι, συνεπώς ο ενάγων δικαιούται για το έτος 2014 το ποσό των 2.252,09 ευρώ συνολικά ως οφειλόμενο υπόλοιπο Νοεμβρίου 2014, αναλογία δώρου Πάσχα 2014 και αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2014. Ήτοι, για μη καταβληθείσες αποδοχές των ετών 2011, 2012, 2013 και 2014, (συμπεριλαμβανομένων δώρων εορτών Πάσχα 2012, 2013 και 2014 και εορτών Χριστουγέννων 2014), ο ενάγων δικαιούται συνολικά το ποσό των (41,85+8.934,05 + 1.534,78 +2.252,09=) 12.762,77 ευρώ και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για μη καταβληθείσες αποδοχές των ετών 2011, 2012, 2013 και 2014 συμπεριλαμβανομένων δώρων εορτών, συνολικά το αιτούμενο ποσό των 160.821,27 ευρώ , έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός 3ος λόγος της έφεσης της εναγομένης πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος.
Ότι, περαιτέρω, σχετικά με τα επιδόματα αδείας των ετών 2013, 2014 και 2015 αποδείχθηκαν τα εξής : α) Ο ενάγων δικαιούται για επίδομα αδείας 2013 το ποσό των 3.910,49 ευρώ μικτά (7.820,98 Χ 1/2 ) και 2.126,43 ευρώ καθαρά, έναντι του οποίου καταβλήθηκε για την αιτία αυτή καθυστερημένα και δη την 1.7.2014 στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος στην ..., το ποσό των 1.063,22 ευρώ καθαρά, ενώ δεν αποδείχθηκε άλλη καταβολή για την αιτία αυτή και ως εκ τούτου, του οφείλεται η διαφορά ποσού 1.063,22 ευρώ, δεδομένου ότι η εναγομένη του κατέβαλε και τις αντίστοιχες εισφορές στο ΙΚΑ, β) Ο ενάγων δικαιούται για επίδομα αδείας 2014 το ποσό των 3.910,49 ευρώ μικτά (7.820,98Χ 1/2) και 2.150,29 ευρώ καθαρά, το οποίο καταβλήθηκε καθυστερημένα στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος στην ...
σε δύο δόσεις και δη την 26-5-2015 ποσό 1.075,15 ευρώ καθαρά και στις 19.6.2015 ποσό 1.075,14 ευρώ, ήτοι συνολικά 2.150,29 ευρώ (καθαρά), και ως εκ τούτου, ουδέν του οφείλεται για την αιτία αυτή, δεδομένου ότι η εναγομένη του κατέβαλε και τις αντίστοιχες εισφορές στο ΙΚΑ, κατά μερική παραδοχή και στην ουσία του ισχυρισμού της εναγόμενης εκκαλούσας, περί εξοφλήσεως των επιδομάτων αδείας 2013 και 2014 ως ένστασης, νόμιμης και ουσιαστικά βάσιμης, γ) Ο ενάγων δικαιούται επίσης για επίδομα αδείας 2015 το ποσό των 3.910,49 ευρώ μικτά (7.820,98Χ 1/2 ), το οποίο δεν του καταβλήθηκε, ως συνομολογεί και η εναγομένη και οφείλει να του αποδώσει, δεδομένου ότι δεν έχουν καταβληθεί ούτε οι αντίστοιχες εισφορές στο ΙΚΑ.
Ότι, συνεπώς ο ενάγων δικαιούται για επιδόματα των ετών 2013 και 2015 συνολικά 4.973,71 ευρώ και ότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα για επιδόματα των ετών 2013, 2014 και 2015 συνολικά το αιτούμενο ποσό των 11.731,47 ευρώ, έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός 2ος λόγος της έφεσης της εναγόμένης πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος.
Δέχεται περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η ένσταση συμψηφισμού που πρόβαλε η εναγομένη για το ποσό των 50.000,00 ευρώ, παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και η οποία σε κάθε περίπτωση παραδεκτά προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, το οποίο (ποσό) ισχυρίζεται ότι δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον με τη συμπεριφορά του ενάγοντος, επλήγη η φήμη, η αξιοπιστία και το καλό όνομα του ξενοδοχείου της, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 664 και 665 ΑΚ, ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον ο μισθός του ενάγοντος, που αποδείχθηκε ότι αποτελεί και το μοναδικό εισόδημα του, τεκμαίρεται ότι είναι αναγκαίος για τη διατροφή αυτού και της οικογενείας του, ενώ συγχρόνως δεν αποδείχθηκε ότι το ποσό που προτείνει σε συμψηφισμό πηγάζει από ζημία που της προξένησε δολίως ο ενάγων, κατά την εκτέλεση της εργασίας του.
Ότι, σε κάθε περίπτωση, η εναγομένη ανώνυμη εταιρία δεν υπέστη κάποια ηθική βλάβη, αφού δεν αποδείχθηκε, ότι συνέπεια της συμπεριφοράς του ενάγοντος, όπως πιο πάνω περιγράφηκε, ήταν η προσβολή της εμπορικής της πίστεως στην αγορά με τυχόν αδυναμία της να ανταπεξέλθει σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις της ή του εμπορικού μέλλοντος της με τυχόν μείωση των εργασιών της ή των εισοδημάτων της, καθόσον η εναγομένη εταιρία έπρεπε να αποδείξει μία συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση, γιατί στα νομικά πρόσωπα η ηθική βλάβη δεν αναφέρεται - όπως στα φυσικά πρόσωπα - σε ενδιάθετο αίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής χωρίς αποδείξεις.
Ότι, κατά συνέπεια, η εκκαλουμένη, η οποία απέρριψε την ως άνω ένσταση, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, δεν έσφαλε και ορθά εφάρμοσε το νόμο και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο 6ος λόγος της έφεσης της εναγόμενης.
3. Α. Επί της από 16.10.2019 και με αριθ. κατάθ. 9635/924/16.10.2019 αίτησης αναίρεσης του T. T. (Τ. Τ.) του D. : Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΌλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 19/2020, ΑΠ109/2020, ΑΠ 317/2017).
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και :
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 918/2020). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 702/2017).
4. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τους από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης και συγκεκριμένα : α) με τον πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγο της αίτησης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και συγκεκριμένα το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι υπήρξε συμφωνία να λαμβάνει άδεια άνευ αποδοχών κάθε χρόνο, διάρκειας τριών (3) μηνών ή όποιας διάρκειας έκρινε ο εργοδότης του, με αποτέλεσμα να απορρίψει το αίτημά του για καταβολή διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών και β) με το δεύτερο λόγο της αίτησης ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955, υπολογίζοντας με βάση τη διάταξη αυτή τον ανώτατο μηνιαίο μισθό του, αγνοώντας τον πράγματι συμφωνημένο μισθό και τη συμφωνηθείσα αποζημίωση απόλυσης, με αποτέλεσμα να μην του καταβληθεί η συμφωνηθείσα αποζημίωση απόλυσης.
Για τη θεμελίωση δε των λόγων αυτών, ο αναιρεσείων, αφού παραθέτει στο αναιρετήριο την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 41 παρ. 1 και 2 ν. 3986/2011, 2 ν. 3846/2010, καθώς επίσης αναλύει, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένη διάταξη, τα περί εποχιακών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε εποχιακώς λειτουργούντα ξενοδοχεία (1ος λόγος) και αυτών του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955 (2ος λόγος) στη συνέχεια αναφέρει τις παρακάτω επί λέξει παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης : [Η αναιρεσιβαλλόμενη απέρριψε το αίτημα για καταβολή διαφοράς αποδοχών για τα έτη 2011- 2015 διότι δέχτηκε εσφαλμένα ότι "ο ενάγων απουσίασε από την εργασία του, διότι ζήτησε και έλαβε νόμιμα άδεια άνευ αποδοχών, ως ήδη προελέχθη στην οικεία θέση της παρούσας"]. [Η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ότι "δήθεν ο ενάγων το Μάρτιο του 2008 επαναπροσλήφθηκε για να προσφέρει αυτή τη φορά επί αόριστο χρόνο υπό την ίδια ειδικότητα, αφού προηγουμένως συμφωνήθηκε ότι κάποιους από τους χειμερινούς μήνες, εφόσον το επέτρεπαν οι ανάγκες του ξενοδοχείου, θα μπορούσε να λαμβάνει άδειες άνευ αποδοχών για να πηγαίνει στο εξωτερικό", "ο ενάγων απουσίασε από την εργασία του, διότι ζήτησε και έλαβε νόμιμη άδεια άνευ αποδοχών....
Όταν τον Ιούνιο του 2015 επέστρεψε στην εργασία του προσφέροντας πραγματικά της υπηρεσίες του....."] - 1ος λόγος-, [Η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται, αναφερόμενη στο άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β' του Ν.. 3198/1955, κατά την οποίαν οι αποδοχές ενός εργαζόμενου, υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό 30 (δηλαδή 26,1 Χ 8 Χ 30) δεν λαμβάνονται υπόψη κατά το υπερβάλλον, ότι "συνιστά διάταξη αναγκαστικού δικαίου που αποσκοπεί στον περιορισμό της αποζημίωσης- και όχι των αποδοχών- των υπαλλήλων, οι οποίοι, όπως ο ενάγων έχουν ιδιαίτερα μεγάλες μηνιαίες αποδοχές"]- 2ος λόγος- Οι ως άνω λόγοι της αίτησης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι.
Και τούτο διότι : Α) ως προς την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο και συγκεκριμένα τα πραγματικά περιστατικά τα θεμελιωτικά της κρίσης του για την συνδέουσα τον ενάγοντα και την εναγομένη σύμβαση εργασίας, τον χρόνο καταρτίσεώς της και ισχύος της, τους όρους αυτής και τους όρους αμοιβής του, τους λόγους απουσίας του (ενάγοντος) με άδειες άνευ αποδοχών, τους λόγους μη υπολογισμού του χρόνου των συναφθεισών μεταξύ των διαδίκων εποχιακών συμβάσεων, καθώς και του χρόνου υπηρεσίας του στην προηγούμενη εργοδότριά του "....", τον διανυθέντα χρόνο της τελευταίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης απόλυσης, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, οι οποίοι άλλωστε και δεν αναφέρονται συγκεκριμένα και με την παράθεση του συγκεκριμένου άρθρου για κάθε μια παράβαση, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, περιοριζόμενος ο αναιρεσείων στο να διαλάβει στο αναιρετήριο την θεωρητική ανάλυση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και μόνο εντελώς αποσπασματικές και επιλεκτικές πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ δεν διαλαμβάνει το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο, κατά την άποψή του, υπέπεσε το Εφετείο.
Και Β) ως προς την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, περί ανεπάρκειας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον τρίτο,κατά το πρώτο σκέλος του}λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τους ίδιους ως άνω λόγους αναίρεσης και ειδικότερα με το να δεχτεί το Εφετείο :
α) ότι δεν υπήρχε ταύτιση προσώπων, συμφερόντων της "..." και "....", β) ότι ήταν αυτοτελείς οι ως άνω εταιρίες και γ) ότι δεν ήταν καταχρηστική η επίκληση της αυτοτέλειας των δύο εταιριών, δεν προσμέτρησε, για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσής του, την προϋπηρεσία του με βάση εποχιακές συμβάσεις εργασίας τόσο στην εναγομένη όσο και στην εταιρία "....".
Και ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, καθότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται οι κανόνες δικαίου, που παραβιάστηκαν και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, πλην δύο εντελώς αποσπασματικών και επιλεκτικών και συγκεκριμένα [Η αναιρεσιβαλλομένη αποδέχτηκε ότι "πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι του ενάγοντος (1 και 2), με τους οποίους υποστηρίζει ότι έπρεπε να λάβει μεγαλύτερη της καταβληθείσας αποζημίωση απόλυσης"], [Αναφέρει στην πίσω όψη του φύλλου 6 ότι "η προϋπηρεσία του στην εναγομένη βάσει των προηγουμένων εποχιακών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και ο χρόνος υπηρεσίας στη προηγούμενη εργοδότρια "...." δεν προσμετράται κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο ενάγων".].
Ο αναιρεσείων με τον ίδιο ως άνω λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 2 Ν. 3190/1995, 83 παρ. 2 του ΚΝ 2190/1920, 288 και 200 ΑΚ με το να μην δεχτεί κατάχρηση της νομικής αυτοτέλειας των ως άνω νομικών προσώπων ("....
και "....") και να θεωρήσει ότι δεν ευθύνεται η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα για την αποζημίωση απόλυσής του και για τον χρόνο απασχόλησής του στην "....". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι για πρώτη φορά με το αναιρετήριο προτείνεται ο ισχυρισμός περί κατάχρησης της νομικής αυτοτέλειας νομικού προσώπου.
5. Από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ως έγγραφα, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα, όπου αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι τα πρακτικά συνεδριάσεως των δικαστηρίων, κατά το μέρος τους που περιέχουν καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους, που περιλαμβάνει τα υπό του μάρτυρος ενόρκως βεβαιωθέντα (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 19/2018, ΑΠ 1226/2017, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1672/2013).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης (κατά το τέταρτο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τον από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού παραθέτει ότι το Εφετείο "Παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό (περιεχόμενο πρακτικών)- Αντίθετα απεδείχθη ότι έμενε σε σουίτα δύο δωματίων στο "..."- Πρακτικά Πρωτοδικείου σελ.....".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτεθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, τα πρακτικά του Δικαστηρίου, δεν αποτελούν "έγγραφο" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου τους να ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως.
6. Από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος δηλαδή αυτός ιδρύεται, ως προς την πρώτη περίπτωση, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται η επιμέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λαμβάνονται υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 576/2018, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).
Για το ορισμένο του λόγου απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια ποια πράγματα δέχτηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχτηκε χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του καθόλου αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 449/2019, ΑΠ 1226/2017, ΑΠ 1163/2011, ΑΠ 96/2010).
Ο αναιρεσείων, επικαλούμενος τον από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα: α) με τον πρώτο (κατά το πρώτο σκέλος του, ότι ενώ ο ίδιος (αναιρεσείων) ισχυρίστηκε ότι παράνομα και σε αντίθεση με τα συμφωνηθέντα με τη σύμβαση εργασίας η εργοδότριά του αρνήθηκε να τον απασχολήσει για όλη τη διάρκεια του έτους, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη ότι "ο ενάγων απουσίασε από την εργασία του, διότι ζήτησε και έλαβε νόμιμα άδεια άνευ αποδοχών" και ότι " ο ενάγων το Μάρτιο του 2008 επαναπροσλήφθηκε για να προσφέρει αυτή τη φορά επί αόριστο χρόνο υπό την ίδια ειδικότητα, αφού προηγουμένως συμφωνήθηκε ότι κάποιους από τους χειμερινούς μήνες, εφόσον το επέτρεπαν οι ανάγκες του ξενοδοχείου, θα μπορούσε να λαμβάνει άδειες άνευ αποδοχών για να πηγαίνει στο εξωτερικό", με αποτέλεσμα να μη γίνουν δεκτά τα αιτήματά του για τους συγκεκριμένους μηνιαίους μισθούς, που ζητούσε με την ένδικη αγωγή του, τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα για τα έτη 2011, 2012, 2013, 2014 και 2015 και β) με τον τρίτο, κατά το τρίτο σκέλος του, ότι ενώ ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι η εταιρία "...." και η εναγομένη "....", υπηρετούν τα ίδια συμφέροντα, με τους ίδιους υπευθύνους και μετόχους και ότι έπρεπε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης απόλυσής του να συνυπολογιστεί και ο χρόνος υπηρεσίας του στην αρχική εργοδότριά του "....", η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ως αληθινά και χωρίς απόδειξη ότι οι ως άνω εταιρείες υπήρξαν δύο αυτοτελή νομικά πρόσωπα, παρότι υπηρετούσαν τα ίδια οικονομικά συμφέροντα και ότι "η προϋπηρεσία του στην εναγομένη βάσει των προηγούμενων εποχιακών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και ο χρόνος υπηρεσίας του στην προηγούμενη εργοδότρια "...." δεν προσμετράται κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο ενάγων".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ως προς τα αποδειχθέντα γεγονότα, "από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων Α. Δ. και Α. Α., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με επιμέλεια του ενάγοντος ο πρώτος και της εναγόμενης ο δεύτερος, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, εκτιμώμενες (άρθρθ340 ΚΠολΔ) καθεμία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους και με τις υπόλοιπες αποδείξεις, ανάλογα με τον τρόπο γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας καθενός τούτων (μαρτύρων), πλην της υπ' αριθ. 10056/20.7.2016 ένορκης βεβαίωσης ενός μάρτυρα του ενάγοντος (ήτοι του Α.
Δ.) ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Π., που προσκομίζει ο ενάγων και η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον γι' αυτή ο ενάγων δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει το αποδεικτικό έγγραφο της εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντιδίκου του ή άλλον νόμιμο τρόπο κλήτευσης αυτής, ώστε να αποδεικνύεται στο δικαστήριο ότι η αντίδικος του - εναγομένη κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη λήψη της ως άνω ένορκης κατάθεσης (......), καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία με νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου προσκομίζουν οι διάδικοι της έκκλητης δίκης (.....), είτε για να ληφθούν υπ' όψιν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, χωρίς περαιτέρω να παραλείπεται κάποιο άλλο εκ των αποδεικτικών μέσων, για την κατ' ουσία διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει αναφορά ειδικώς παρακάτω, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 336 παρ 4 ΚΠολΔ), αποδείχτηκαν, κατά το μέρος, που η υπόθεση μεταβιβάζεται στο παρόν δικαστήριο με βάση τους λόγους έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :....".
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει αδιστάκτως ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο παραθέτει αναλυτικά και με επάρκεια στο σκεπτικό της όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία άντλησε την απόδειξη των ουσιωδών για τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς πραγματικών περιστατικών που αφορούν, πλην άλλων, την συμφωνία ότι ο ενάγων κάποιους από τους χειμερινούς μήνες, εφόσον το επέτρεπαν οι ανάγκες του ξενοδοχείου, θα μπορούσε να λαμβάνει άδειες άνευ αποδοχών για να πηγαίνει στο εξωτερικό, τις οποίες και έλαβε, απορρίπτοντας το αίτημα της αγωγής περί καταβολής συγκεκριμένων μηνιαίων μισθών, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα για το έτος 2011, 2012, 2013, 2014 και 2015, και την μη ταύτιση των ως άνω εταιριών (εναγομένης και "...."), υπολογίζοντας την αποζημίωση απόλυσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος με βάση το χρόνο υπηρεσίας του στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά εκάστου εξ αυτών (αποδεικτικών μέσων) για κάθε φερόμενο ως αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό.
Επομένως, οι ως άνω λόγοι της αίτησης είναι αβάσιμοι.
7. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αποδεικνυόμενο ή μη ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.Α.Π. 42/2002, 694/2009).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης( κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρο 559 ΚΠολΔ και όχι αυτόν από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου λόγο αναίρεσης, προβάλλοντας την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά του, που περιέχεται στα πρακτικά του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προς απόδειξη του αναφερόμενου ως άνω υπό στοιχείο 6 α) ισχυρισμού του.
Από την περιεχόμενη, όμως, την προσβαλλόμενη απόφαση ως άνω υπό στοιχείο 6 ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Α. Δ., που εξετάσθηκε νόμιμα στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με επιμέλεια του ενάγοντος, συνάγεται αναμφίβολα και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τη συγκεκριμένη κατάθεση του ως άνω μάρτυρα, την οποίαν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του ως προς τις άδειες, που ελάμβανε ο ενάγων, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του) την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα του αντίθετου αγωγικού ισχυρισμού.
Επομένως, ο ως άνω λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.
8. Β. Επί της από 5.6.2019 με αριθ. κατάθ. 5096/504/6.6.2019 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...." : Με τον πρώτο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλοντας την αιτίαση, ότι το Εφετείο απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού, την οποία πρόβαλε παραδεκτά (πρωτοδίκως και κατ' έφεση) κατά της εκ μισθών απαιτήσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την αιτιολογία επί λέξει ότι : "Στην προκειμένη περίπτωση η ένσταση συμψηφισμού που προβάλλει η εναγομένη για το ποσό των 50.000 ευρώ, παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και η οποία σε κάθε περίπτωση παραδεκτά προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, το οποίο (ποσό) ισχυρίζεται ότι δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον με τη συμπεριφορά του ενάγοντος, επλήγη η φήμη, η αξιοπιστία και το καλό όνομα του ξενοδοχείου της, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 664 και 665 ΑΚ, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον ο μισθός του ενάγοντος, που αποδείχτηκε ότι αποτελεί και το μοναδικό εισόδημά του, τεκμαίρεται ότι είναι αναγκαίος για τη διατροφή αυτού και της οικογένειάς του, ενώ συγχρόνως δεν αποδείχτηκε ότι το ποσό που προτείνει σε συμψηφισμό πηγάζει από ζημία που της προξένησε δολίως ο ενάγων, κατά την εκτέλεση της εργασίας του", παρότι ο αντίδικος του δεν πρόβαλε παραδεκτά τον αυτοτελή ισχυρισμό (αντέσταση) ότι το εκ μισθών ποσό, που αναγνωρίστηκε ότι του οφείλει ο αναιρεσείων, είναι απολύτως αναγκαίο για τη διατροφή αυτού και της οικογενείας του, ήτοι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης και για την περίπτωση απορρίψεως του ως άνω λόγου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλοντας την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 664 εδ. α' του ΑΚ, καθόσον με το να απορρίψει την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συμψηφισμού με το ως άνω αιτιολογικό δέχτηκε ότι η απαίτηση του ενάγοντος δεν επιδέχεται συμψηφισμό, διότι προέρχεται από μισθό, που είναι απλώς αναγκαίος και όχι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή αυτού και της οικογένειάς του, δηλαδή αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από αυτά, που αξιώνει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 664 εδ.
α' Α.Κ. για τη γέννηση του δικαιώματος. Και τέλος, με τον τρίτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλοντας την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε την ως άνω ένσταση συμψηφισμού με την επάλληλη αιτιολογία επί λέξει ότι: "Σε κάθε περίπτωση δε, η εναγομένη ανώνυμη εταιρία, δεν υπέστη κάποια ηθική βλάβη, αφού δεν αποδείχτηκε ότι συνέπεια της συμπεριφοράς του ενάγοντος, όπως πιο πάνω περιγράφηκε, ήταν η προσβολή της εμπορικής της πίστεως στην αγορά, με τυχόν αδυναμία της να ανταπεξέλθει σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις της ή του εμπορικού μέλλοντος της με τυχόν μείωση των εργασιών ή των εισοδημάτων της, καθόσον η εναγομένη εταιρία έπρεπε να αποδείξει μία συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση, γιατί στα νομικά πρόσωπα η ηθική βλάβη δεν αναφέρεται - όπως στα φυσικά πρόσωπα- σε ενδιάθετο αίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής χωρίς αποδείξεις", παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 59, 299 και 932 ΑΚ, αφού αξίωσε στοιχεία διαφορετικά από εκείνα, που απαιτεί ο νόμος για τη κρίση ότι υπέστη η αναιρεσείουσα ηθική βλάβη, καθόσον σε περίπτωση αδικοπραξίας, οι παραβιασθείσες διατάξεις αξιώνουν να λαμβάνεται υπόψη το είδος της προσβολής και όχι η μείωση των εργασιών ή των εισοδημάτων του παθόντος.
Ωστόσο, ο τρίτος ως άνω λόγος της αίτησης, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 4 ως άνω νομική σκέψη είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος. Και τούτο διότι στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο σχετικά με τη διαπραχθείσα από τον ενάγοντα αδικοπραξία κατά την εκτέλεση της εργασίας του και τα οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την επιδίκαση ή μη χρηματικής ικανοποιήσεως στην εναγομένη, ούτως ώστε να ερευνηθεί αν συντελέστηκε ή μη η του εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ παραβίαση των επικαλούμενων ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, περιοριζόμενη η αναιρεσείουσα στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο τις παραπάνω δύο αποσπασματικές και επιλεκτικές πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επειδή, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήτεται ανεπιτυχώς με λόγο αναιρέσεως, διότι οι κατ' αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς.
Συνακόλουθα, ο ως άνω πρώτος λόγος και ο επικουρικά προβαλλόμενος ως άνω δεύτερος λόγος αυτής, ενόψει του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, πλήττεται ανεπιτυχώς, με τον πιο πάνω τρίτο λόγο της αίτησης, η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία κρίθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση συμψηφισμού της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης και η οποία αυτοτελώς και επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης (κύριος και επικουρικός), με τους οποίους πλήττεται επάλληλη αιτιολογία της απόφασης, είναι απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθίαν, και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης βαρύνουν στη μεν από 16.10.2019 και με αριθ. κατάθ. 9635/924/16.10.2019 αίτηση τον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, στη δε από 5.6.2019 και με αριθ. κατάθ. 5096/504/6.6.2019 την αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 16.10.2019 και με αριθ. κατάθ. 9635/924/16.10.2019 και από 5.6.2019 και με αριθ. κατάθ. 5096/504/6.6.2019 αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2858/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16.10.2019 και με αριθ. κατάθ. 9635/924/16.10.2019 αίτηση αναίρεσης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητου , τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5.6.2019 και με αριθ. κατάθ. 5096/504/6.6.2019 αίτηση αναίρεσης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ