Legislator Case Law & Legislation
573/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding a sworn affidavit not being a document subject to distortion review.

Case Number 573/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court decision regarding an employee dispute. The appellant argued that the lower court distorted a sworn affidavit by misinterpreting its content regarding contract modifications. The court ruled the affidavit was not a document subject to distortion review under the Civil Procedure Code and that evidence evaluation is not reviewable on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561(1) of the Civil Procedure Code; A sworn affidavit is not a document subject to distortion review, and the Supreme Court cannot review the lower court's evaluation of evidence.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code distortion of document sworn affidavit evidence evaluation appeal inadmissibility labor dispute contract modification

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Civil Procedure Code
Article 561(1) of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 573 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 573/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"(δ.τ."..."), ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας "... GROUP ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ, ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΡΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" (δ.τ. "... GROUP"), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Παναγιώτας Σμυρνιού, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Χ. του Γ., 2) Κ. Π. του Γ. και 3) Ε. Β. του Θ., κατοίκων ... παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Περπατάρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2219/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1587/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-11-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 13/1995).

Στην προκειμένη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα ακόλουθα ουσιώδη: "Η εναγομένη - εκκαλούσα δραστηριοποιείται στον τομέα της επιχειρηματικής πληροφόρησης και ανήκει στον Όμιλο επιχειρήσεων "...", στον οποίο ανήκουν επίσης και οι εταιρείες:

α) "... ... Α.Ε", β) "... ... Α.Ε", γ) "... Α.Ε." και δ) "... ... Α.Ε.". Κατά τον κατωτέρω αναφερόμενο επίδικο χρόνο η εναγομένη δραστηριοποιείτο εκτός από το νομό Αττικής και στους νομούς Θεσσαλονίκης, Λάρισας, Αχαΐας και Ηρακλείου, όπου διατηρούσε γραφεία, αλλά και σε χώρες του εξωτερικού και ειδικότερα στην Κύπρο, στη Ρουμανία, στη Βουλγαρία και στη Σερβία, όπου επίσης διατηρούσε γραφεία.

Οι ενάγουσες προσλήφθηκαν από την εναγομένη εταιρεία με άτυπες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η πρώτη στις 03-10-1988 με την ειδικότητα της διατρήτριας, η δεύτερη στις 17-03-1988 με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου και η τρίτη στις 23-02-1988 με την ειδικότητα επίσης της υπαλλήλου γραφείου. Κατά την κατάρτιση των ανωτέρω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και ειδικότερα μεταξύ καθεμιάς των εναγουσών και της εναγομένης αντίστοιχα, ότι ως προς τον τόπο παροχής των υπηρεσιών τους, αυτός θα είναι η έδρα της εναγομένης - εργοδότριάς τους και ότι ως προς το χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους, θα ισχύει το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, με απασχόληση από Δευτέρα έως και Παρασκευή και με συνεχές ημερήσιο ωράριο εργασίας από Δευτέρα έως και Πέμπτη από ώρα 08.00 έως 16.00 και την Παρασκευή από ώρα 08.00 έως 15.00, ενώ περαιτέρω ως προς την εφαρμοστέα Σ.Σ.Ε.

συμφωνήθηκε να είναι αυτή των διατρητών, όσον αφορά την πρώτη ενάγουσα και των υπαλλήλων γραφείου, όσον αφορά τη δεύτερη και την τρίτη των εναγουσών. Έτσι οι ανωτέρω συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων ως προς τον τόπο, το χρόνο και την εφαρμοστέα Σ.Σ.Ε., κατέστησαν όροι των άτυπων, όπως προαναφέρθηκε, πλην όμως νόμιμων, ισχυρών και έγκυρων ατομικών συμβάσεων εργασίας καθεμιάς των εναγουσών αντίστοιχα.

Σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου οι ενάγουσες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη, σύμφωνα με τους ανωτέρω συμφωνηθέντες όρους των συμβάσεών τους αυτών και έναντι του συμφωνημένου για καθεμία ενάγουσα μηνιαίου μισθού. Ακολούθως, μετά τη δημοσίευση του Π.Δ. 156/1994, το οποίο καθιέρωσε υποχρέωση του εργοδότη προς ενημέρωση των εργαζόμενων του, για τους ισχύοντες όρους και συνθήκες εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται είτε από το νόμο, είτε από την ατομική σύμβαση εργασίας τους, η εναγομένη ως εργοδότρια, συμμορφούμενη προς τις διατάξεις του προεδρικού αυτού διατάγματος, προέβη στις 30-09-1997, στη με την ίδια ημερομηνία έγγραφη "αναγγελία όρων ατομικής σύμβασης εργασίας" σε καθεμία των εναγουσών αντίστοιχα, οι έγγραφες δε αυτές αναγγελίες υπογράφησαν ανεπιφύλακτα τόσο από την εναγομένη, όσο και από καθεμία ενάγουσα αντίστοιχα.

Ειδικότερα, με τις εν λόγω από 30-09-1997 έγγραφες αναγγελίες όρων ατομικής σύμβασης εργασίας καθεμίας των εναγουσών, η εναγομένη ενημέρωσε και γνωστοποίησε στις ενάγουσες τους ισχύοντες όρους των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους και ειδικότερα ότι η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας τους ήταν αορίστου χρόνου, ότι η ειδικότητα της πρώτης ήταν διατρήτρια και της δεύτερης και τρίτης υπάλληλοι γραφείου, ότι τόπος παροχής της εργασίας τους ήταν η έδρα της εταιρείας (εναγομένης), ότι η εφαρμοστέα Σ.Σ.Ε.

ήταν των διατρητών της πρώτης και των υπαλλήλων γραφείου της δεύτερης και τρίτης, ότι ο μηνιαίος μισθός τους ήταν (τότε) 225.000, 264.000 και 320.000 δραχμές καθεμίας αυτών αντίστοιχα, ότι ίσχυε στη σύμβασή τους το πενθήμερο σύστημα εβδομαδιαίας εργασίας και ότι το ωράριο εργασίας τους ήταν από Δευτέρα έως και Πέμπτη από 08.00 έως 16.00 και την Παρασκευή από 08.00 έως 15.00.

Με τις εν λόγω από 30-09-1997 έγγραφες αυτές "αναγγελίες των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας" καθεμίας των εναγουσών (που είναι μεταγενέστερες της καταρτίσεως των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους), δεν δημιουργήθηκαν, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, νέοι όροι και συνθήκες εργασίας, ούτε επήλθε μεταβολή των υφισταμένων, αλλά οι ενάγουσες ενημερώθηκαν από την εναγομένη - εργοδότριά τους για την ήδη υπάρχουσα νομική κατάσταση των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους και για τους προαναφερόμενους όρους αυτών, που ήδη είχαν συμφωνηθεί προφορικά κατά το χρόνο καταρτίσεως των συμβάσεών τους αυτών και ίσχυαν μεταξύ των διαδίκων.

Έτσι το γεγονός ότι η εναγόμενη ανέφερε και περιέλαβε γραπτώς στις εν λόγω από 30-09-1997 έγγραφες αναγγελίες των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας καθεμίας των εναγουσών, τις ανωτέρω συγκεκριμένες αυτές έγγραφες ενημερώσεις - όρους, ως προς τον τόπο και το χρόνο εργασίας τους [και δη ότι τόπος παροχής της εργασίας τους ήταν η έδρα της εναγομένης και ότι ίσχυε το πενθήμερο σύστημα εργασίας, με ωράριο εργασίας από Δευτέρα έως και Πέμπτη από 08.00 έως 16.00 και την Παρασκευή από 08.00 έως 15.00], καταδεικνύει ότι και η ίδια η εναγομένη αυτούς τους συγκεκριμένους όρους αποδεχόταν ως ισχύοντες και διέποντες τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγουσών και ειδικότερα προσεπιβεβαιώνει ότι πράγματι οι όροι αυτοί αποτελούσαν περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους και τούτο διότι είχαν πράγματι ήδη συμφωνηθεί προφορικά κατά το χρόνο καταρτίσεως των συμβάσεών τους αυτών και ίσχυαν μεταξύ των διαδίκων και έτσι είχαν ήδη καταστεί συμβατικοί όροι των εν λόγω ατομικών συμβάσεών τους, αποδεκτοί και δεσμευτικοί για τις δύο διάδικες πλευρές αντίστοιχα και για το λόγο αυτό η εναγομένη ανέγραψε αυτούς τους όρους ρητά στις ως άνω έγγραφες αναγγελίες των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας καθεμίας των εναγουσών.

Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στην εναγομένη οι ενάγουσες προσέφεραν την εργασία τους με συνέπεια, εργατικότητα και αποτελεσματικότητα και έτσι εξελίχθηκαν στην ιεραρχία αυτής και ειδικότερα η πρώτη ενάγουσα εξελίχθηκε σε ερευνήτρια εταιρειών εκδόσεων στη Διεύθυνση Εκδόσεων και σε "manager" στη Διεύθυνση Επιχειρηματικής Πληροφόρησης, η δεύτερη ενάγουσα σε ερευνήτρια στο Τμήμα Παραγωγής Πληροφοριών, σε υπεύθυνη του Τμήματος Οικονομικών Αναλύσεων, σε προϊσταμένη του Τμήματος Ανάπτυξης Υπηρεσιών Επιχειρηματικής Πληροφόρησης και σε προϊσταμένη στο Τμήμα "..." και η τρίτη ενάγουσα σε ερευνήτρια εταιρειών εκδόσεων στη Διεύθυνση Εκδόσεων, σε προϊσταμένη Τμήματος στη Διεύθυνση Εκδόσεων και σε προϊσταμένη του τμήματος "..." της Διεύθυνσης Εκδόσεων.

Κατά τη λειτουργία των εν λόγω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των εναγουσών ίσχυσε πράγματι ο προαναφερόμενος συμβατικός όρος των ατομικών συμβάσεών τους ως προς τον τόπο εργασίας τους, που ήταν η έδρα της εναγομένης και συγκεκριμένα αυτές εργάζονταν αρχικά επί της οδού ... στην Αθήνα, όπου ήταν πράγματι αρχικά η έδρα της εναγομένης εταιρείας και αργότερα στην ..., όπου μεταφέρθηκε η έδρα αυτής, ενώ ίσχυσε και ο προαναφερόμενος συμβατικός όρος ως προς το χρόνο εργασίας τους, κατά το μέρος του που αφορούσε την πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία από Δευτέρα έως και Παρασκευή και το συνεχές ημερήσιο ωράριο, πλην όμως κατά το μέρος του που αφορούσε τις ώρες εργασίας τους, όταν από την εναγομένη καθιερώθηκε το οκτάωρο ημερησίως για όλες τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας από Δευτέρα έως και Παρασκευή, από ώρα 08.30 έως 16.30 και αργότερα από ώρα 09.00 έως 17.00, οι ενάγουσες αποδέχθηκαν τη μεταβολή αυτή και τήρησαν χωρίς καμία διαμαρτυρία και επιφύλαξη το εν λόγω συνεχές ωράριο και ειδικότερα την καθιέρωση των οκτώ ωρών εργασίας για όλες τις ημέρες της εβδομάδας, ήτοι και κατά την ημέρα της Παρασκευής και συνολικά 40 ωρών εργασίας την εβδομάδα (αντί των επτά ωρών εργασίας κατά τις Παρασκευές και συνολικά 39 ωρών εργασίας την εβδομάδα, όπως είχε συμφωνηθεί αρχικά με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους), οπότε επήλθε, κατόπιν της αποδοχής αυτής των εναγουσών, τροποποίηση των εργασιακών τους συμβάσεων, κατά τούτο και μόνο, δηλαδή μόνο ως προς την καθιέρωση συμβατικού συνεχόμενου ωραρίου οκτώ (8) ωρών ημερησίως και συνολικά σαράντα ωρών (40) εργασίας την εβδομάδα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι λόγω της επελθούσας κατά τα τελευταία έτη στη χώρα βαθειάς οικονομικής κρίσης, άρχισαν ήδη από το έτος 2010 να επηρεάζονται σταδιακά τα οικονομικά αποτελέσματα της εναγομένης. Ειδικότερα, ενώ κατά το έτος 2009 τα ολικά αποτελέσματα (κέρδη) εκμετάλλευσης της εναγομένης ανέρχονταν σε 3.666.677,90 ευρώ και τα καθαρά κέρδη χρήσης προ φόρων αυτής ανέρχονταν σε 6.995.938,19 ευρώ, το έτος 2010 μειώθηκαν σε 2.668.775,14 ευρώ και σε 3.253.032 αντίστοιχα, το έτος 2011 μειώθηκαν περαιτέρω σε 1.820.861,39 ευρώ και σε 1.685.235,71 ευρώ αντίστοιχα και το έτος 2012 μειώθηκαν ακόμη περαιτέρω σε 371.313,97 και σε 931.085,73 αντίστοιχα.

Επίσης τα έσοδα (κύκλος εργασιών παροχής υπηρεσιών - πωλήσεων) της εναγομένης εμφάνισαν σταδιακή και επιδεινούμενη μείωση και ειδικότερα ενώ το έτος 2008 ανέρχονταν σε 23.242.068,58 ευρώ και το έτος 2009 σε 23.267.640,54 ευρώ, μειώθηκαν το έτος 2010 σε 22.072.755,33 ευρώ, το έτος 2011 σε 21.677.723,16 ευρώ και το έτος 2012 σε 16.017.251,95 ευρώ.

Για την αντιμετώπιση της καταστάσεως αυτής η εναγομένη κατά τα έτη 2009, 2010, 2011 και 2012 προέβη σε δραστικές περικοπές των εξόδων της στα πλαίσια της προσπάθειάς της για εξορθολογισμό και μείωση των δαπανών της, που επέβαλε η συνεχιζόμενη βαθειά οικονομική κρίση και ενόψει της προαναφερομένης σταδιακής μείωσης των εσόδων της κατά τα ανωτέρω έτη......................

Ενόψει της ανωτέρω έλλειψης ρευστότητας, της σταδιακής μείωσης των εσόδων και της συνεχιζόμενης ύφεσης λόγω της οικονομικής κρίσης, κρίθηκε απαραίτητο από τη διοίκηση της εναγομένης να προβεί σε εξοικονόμηση μισθολογικής δαπάνης και ειδικότερα να μειώσει το ετήσιο μισθολογικό κόστος κατά το ποσό των 800.000 ευρώ.

Η μείωση του μισθολογικού κόστους κρίθηκε επιβεβλημένη, διαφορετικά η εναγομένη θα έπρεπε να προβεί σε απολύσεις εργαζομένων της, προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα και η διατήρηση της οικονομικής της υπόστασης, καθώς και η ανταγωνιστικότητά της και δεδομένου άλλωστε ότι δεν υπήρχε άλλο κόστος για να μειωθεί, αφού ήταν η μόνη δαπάνη, η οποία δεν είχε εξορθολογιστεί, ενόψει της επιδεινούμενης οικονομικής κρίσης και των προαναφερομένων δυσμενών συνεπειών αυτής στα οικονομικά της αποτελέσματα.

Με τα δεδομένα αυτά η διοίκηση της εναγομένης αποφάσισε τη μείωση των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων της με βάση το ύψος των αποδοχών τους και ειδικότερα για μισθούς μέχρι 2.000 ευρώ η μείωση αποφασίστηκε στο ποσοστό του 7%, για μισθούς από 2.000 έως 4.000 ευρώ η μείωση αποφασίστηκε στο ποσοστό του 9% και για μισθούς άνω των 4.000 ευρώ η μείωση αποφασίστηκε στο ποσοστό του 11% έως 16%.

Πιο συγκεκριμένα ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης με την 26-06-2012 ηλεκτρονική επιστολή του προς το προσωπικό της εναγομένης με θέμα "μισθολογικές μεταβολές" ενημέρωνε αυτό ότι λόγω των έντονων προβλημάτων ρευστότητας, που αντιμετώπιζε η εταιρεία εξαιτίας της δυσμενούς οικονομικής κρίσης που διέρχεται η χώρα και των δυσκολιών δανεισμού, καθώς και της είσπραξης απαιτήσεων, αποφασίστηκε η μείωση των μισθών κατά ποσοστό ανάλογα με το ύψος του μισθού, όπως προαναφέρθηκε, με άμεση εφαρμογή της μείωσης αυτής από τη μισθοδοσία του μηνός Ιουλίου 2012.

Κάλεσε δε τους εργαζομένους της εταιρείας να υπογράψουν το κείμενο των νέων έγγραφων συμβάσεων εργασίας, υπόδειγμα του οποίου εστάλη σε όλο το προσωπικό, για να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Ταυτόχρονα ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης ενημέρωσε τους εργαζομένους ότι σε περίπτωση μη αποδοχής και μη υπογραφής της νέας προτεινόμενης από την εναγόμενη συμβάσεως εργασίας, η τελευταία θα προέβαινε σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων, που δεν θα δέχονταν να υπογράψουν τη νέα αυτή προτεινόμενη σύμβαση.

Στο κείμενο αυτό της προτεινομένης συμβάσεως, που έφερε τον τίτλο "τροποποίηση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου", το οποίο ζήτησε η εναγομένη από όλους τους εργαζόμενούς της να υπογράψουν, αφενός θα αναγραφόταν η συμφωνία για το νέο μηνιαίο μισθό κάθε εργαζόμενου, όπως αυτός θα διαμορφωνόταν μετά τις ως άνω μειώσεις και αφετέρου οριζόταν : 1) ως προς τη θέση, τον τόπο και τη διάρκεια της απασχόλησης :

α) ότι η εναγομένη κατά τη νόμιμη άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, μπορεί να αλλάξει τη θέση εργασίας του μισθωτού, να μεταθέτει αυτόν σε άλλο κλάδο δραστηριότητας της εταιρείας που είτε υπάρχει, είτε πρόκειται να δημιουργηθεί στο μέλλον, ή να αναθέσει σ' αυτόν οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα που σχετίζονται με τον παραπάνω εργασιακό του κύκλο, ο δε μισθωτός αποδέχεται τυχόν αλλαγή της θέσης εργασίας του, μετάθεσή του και νέα καθήκοντα, β) ότι ο μισθωτός θα παρέχει τις υπηρεσίες του στα γραφεία της εταιρείας είτε στην έδρα της, είτε σε άλλα γραφεία ή υποκαταστήματα που ήδη διατηρεί ή θα έχει η εταιρεία στο μέλλον, καθ' υπόδειξη της εταιρείας και γ) ότι ο μισθωτός θα εργάζεται από Δευτέρα έως και Παρασκευή κάθε εβδομάδας εκτός από τις ημέρες επίσημης αργίας με ωράριο οκτώ ωρών κάθε εργάσιμη ημέρα.

Η ακριβής έναρξη και το τέλος του ωραρίου καθώς και η ύπαρξη ή όχι ενδιάμεσης διακοπής και η διάρκειά της ορίζονται ειδικότερα ή/και μεταβάλλονται κάθε φορά από την εταιρεία κατά τη νόμιμη άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος (όρος 1ος του άνω κειμένου με τίτλο "τροποποίηση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου"), 2) ως προς τις αποδοχές ότι :

α) δεδομένου ότι οι παραπάνω αποδοχές του μισθωτού υπερκαλύπτουν τις κατά νόμο προβλεπόμενες ελάχιστες αμοιβές της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ρητώς συνομολογείται ότι στην επιπλέον διαφορά συμψηφίζεται και κάθε νέα παροχή ή επαύξηση των ήδη προβλεπομένων παροχών που θα καθοριστεί στο μέλλον βάσει νόμου ή συλλογικής σύμβασης ή διαιτητικής απόφασης, β) κάθε ποσό ή άλλου είδους παροχή που χορηγείται ή θα χορηγηθεί στο μισθωτό εκτός των ορίων της παρούσας σύμβασης, της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και του νόμου, καθώς και γενικότερα όροι εργασίας ευνοϊκότεροι από τους νομίμους, θεωρούνται ως πράξεις ελευθεριότητας προς το μισθωτό και η εταιρεία έχει δικαίωμα να παύσει-τροποποιήσει αυτές οποτεδήποτε εντός των πλαισίων του νόμου και γ) ο μισθός που συμφωνήθηκε έχει σκοπό να καλύψει την ημερήσια εργασία του μισθωτού εντός του συμφωνημένου ωραρίου.

Τυχόν απασχόληση του μισθωτού για χρόνο μικρότερο του συμφωνημένου σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως τροποποίηση της παρούσας σύμβασης, η δε εταιρεία μπορεί να απαιτήσει την κατά το συμφωνημένο ωράριο απασχόλησή του (όρος 2ος του άνω κειμένου με τίτλο "τροποποίηση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου") και 3) ως προς γενικά θέματα ότι όλα τα θέματα που αναφέρονται στην παρούσα και υπάγονται στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εταιρείας, καθώς και λοιπά θέματα για τα οποία ασκείται νόμιμα το διευθυντικό δικαίωμα της εταιρείας δεν λογίζονται ότι επιφέρουν μονομερή ή/και βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης του μισθωτού, ο οποίος ρητά συνομολογεί τον παρόντα όρο (όρος 7ος περ.

δ του άνω κειμένου με τίτλο "τροποποίηση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου"). Οι ανωτέρω όροι περιέχονταν αυτούσιοι σε όλες τις έγγραφες συμβάσεις που κατάρτιζε η εναγομένη με τους νεοπροσλαμβανόμενους υπαλλήλους της από το έτος 2008 και μετέπειτα. Όμως ως προς τις ενάγουσες, όπως και για άλλους υπαλλήλους, οι οποίοι είχαν προσληφθεί με άτυπες συμβάσεις εργασίας πριν το έτος 2008 (από το οποίο και μετέπειτα η εναγομένη καθιέρωσε την υπογραφή έγγραφων ατομικών συμβάσεων εργασίας με το ανωτέρω περιεχόμενο), το κείμενο της εν λόγω προτεινόμενης από την εναγομένη "τροποποίησης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου", εκτός από τη μείωση του μηνιαίου μισθού τους, επέφερε και σημαντικές τροποποιήσεις σε βασικούς όρους των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, όπως αυτοί είχαν συμφωνηθεί, ίσχυαν και δέσμευαν αμφίπλευρα μέχρι τότε τα διάδικα μέρη.

Ειδικότερα, με τον ανωτέρω πρώτο (1°) όρο του άνω κειμένου με τίτλο "τροποποίηση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου" που αφορούσε τη θέση, τον τόπο και τη διάρκεια της απασχόλησης, επερχόταν σημαντική τροποποίηση στους αντίστοιχους ισχύοντες όρους εργασίας των εναγουσών, δεδομένου ότι : α) ενώ ως προς τον τόπο εργασίας τους ίσχυε δεσμευτικά για τα διάδικα μέρη, όπως προαναφέρθηκε, ότι αυτός ήταν η έδρα της εναγομένης εταιρείας, με τους νέους ως άνω όρους δινόταν η δυνατότητα μονομερούς εκ μέρους της εναγομένης μετάθεσης των εναγουσών εκτός της έδρας της, σε άλλα γραφεία ή υποκαταστήματα που ήδη διατηρούσε ή θα αποκτούσε στο μέλλον, εκτός νομού Αττικής και δη σε άλλες πόλεις της Ελλάδος ή και του εξωτερικού, όπου η εναγομένη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δραστηριοποιείτο (αφού στο ανωτέρω κείμενο δεν γινόταν κανένας σχετικός συγκεκριμένος προσδιορισμός ή περιορισμός), τούτο δε ουδόλως προβλεπόταν σύμφωνα με τους ισχύοντες μέχρι τότε όρους των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους και β) ενώ ως προς χρόνο εργασίας τους, ίσχυε δεσμευτικά για τα διάδικα μέρη, όπως προαναφέρθηκε, το συνεχές ημερήσιο ωράριο στις πέντε εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας σε συγκεκριμένες συνεχόμενες ώρες, με τους νέους ως άνω όρους δινόταν η δυνατότητα μονομερούς εκ μέρους της εναγομένης καθιέρωσης διακεκομμένου ή και κυλιόμενου ημερήσιου ωραρίου (αφού στο ανωτέρω κείμενο οριζόταν ότι η ακριβής έναρξη και το τέλος του ωραρίου, καθώς και η ύπαρξη ή όχι ενδιάμεσης διακοπής, θα καθοριζόταν από την εναγομένη, αφήνοντας έτσι σαφώς περιθώρια καθιέρωσης από την εναγομένη διακεκομμένου ή και κυλιόμενου ημερήσιου ωραρίου), τούτο δε ουδόλως επίσης προβλεπόταν σύμφωνα με τους ισχύοντες μέχρι τότε όρους των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγουσών.

Κατόπιν όλων αυτών οι ενάγουσες αποδέχθηκαν μεν τις μειώσεις των μηνιαίων μισθών τους, όπως αυτές προτείνονταν από την εναγομένη, πλην όμως δεν αποδέχονταν την τροποποίηση των ανωτέρω όρων των ατομικών τους συμβάσεων, όσον αφορά τον τόπο και το χρόνο εργασίας τους, που μονομερώς η εναγομένη επιχειρούσε βλαπτικά για αυτές να μεταβάλει, με το περιεχόμενο των νέων ως άνω όρων αναφορικά με τον τόπο και το χρόνο εργασίας, τους οποίους είχε περιλάβει στο ως άνω έγγραφο κείμενο "τροποποίησης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου", το οποίο η εναγομένη απαιτούσε οπωσδήποτε να υπογράψουν με όλους τους όρους (και όχι μόνο με τις μειώσεις των μισθών τους και τους συναφείς με τις αποδοχές τους), όπως ακριβώς οι όροι αυτοί είχαν διατυπωθεί στο ανωτέρω κείμενο - υπόδειγμα σύμβασης, διαφορετικά θα απολύονταν.

Ας σημειωθεί ότι η προσωπική και οικογενειακή κατάσταση καθεμιάς των εναγουσών, που ήταν γνωστή στην εναγομένη, θα επιβαρυνόταν ιδιαίτερα από τη μεταβολή του υφισταμένου συμβατικά μέχρι τότε τόπου και χρόνου εργασίας τους, σε περίπτωση που αποδέχονταν την ως άνω τροποποίηση των όρων αυτών εργασίας τους (με τυχόν ενδεχόμενη μετάθεση σε άλλη πόλη εκτός νομού Αττικής, ή με τυχόν επιβολή διακεκομμένου ωραρίου, όπως προέβλεπαν και δεν απέκλειαν οι νέοι τροποποιητικοί σχετικοί όροι εργασίας, που απαιτούσε προς υπογραφή η εναγομένη, με συνέπεια την απόλυση σε περίπτωση μη αποδοχής των όρων αυτών), δεδομένου ότι η πρώτη ενάγουσα ήταν έγγαμη με τρία τέκνα από τα οποία το πρώτο έπασχε από χρόνια σοβαρή πάθηση (σκλήρυνση κατά πλάκας), η δεύτερη ενάγουσα ήταν έγγαμη με δύο τέκνα και είχε επιστρέψει στις 09-07-2012 στην εργασία της μετά από αναρρωτική άδεια, κατά τη διάρκεια της οποίας είχε υποβληθεί σε βαρεία γυναικολογική χειρουργική επέμβαση και η τρίτη ενάγουσα ήταν έγγαμη με ένα ανήλικο τέκνο και σύζυγο ελεύθερο επαγγελματία, απασχολούμενο και τις επτά ημέρες της εβδομάδας.

Προς τούτο οι ενάγουσες σε συναντήσεις τους και σχετικές συνομιλίες που είχαν κατ' επανάληψη με τον αρμόδιο για τα θέματα υπογραφής των εν λόγω συμβάσεων Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης, ανέφεραν τις αντιρρήσεις τους και τη μη αποδοχή τους ως προς την τροποποίηση των όρων των ατομικών τους συμβάσεων, που αφορούσε τον τόπο και το χρόνο εργασίας τους, την οποία μονομερώς η εναγομένη επιχειρούσε επαχθώς για αυτές να μεταβάλει, με το περιεχόμενο των νέων όρων αναφορικά με τον τόπο και το χρόνο εργασίας τους και ζήτησαν να μην περιληφθούν οι νέοι αυτοί τροποποιητικοί όροι στις συμβάσεις που προτείνονταν προς υπογραφή, ή έστω να υπάρξουν διευκρινίσεις περί μη μετάθεσής τους εκτός νομού Αττικής, όπου ήταν η έδρα της εναγομένης και περί μη μεταβολής του συνεχόμενου ημερήσιου ωραρίου εργασίας τους, πλην όμως η εναγομένη επέμενε στην υπογραφή των ως άνω συμβάσεων, όπως ακριβώς ήταν διατυπωμένες και δεν δεχόταν να προβεί σε καμία απάλειψη ή αλλαγή των όρων αυτών, ούτε έστω και σε κάποια κατά τα άνω σχετική διευκρίνιση, όπως ζητούσαν οι ενάγουσες..................Τελικά, μετά την επιμονή της εναγομένης να προβεί στην τροποποίηση των άνω όρων των ισχυουσών ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, που αφορούσαν τον τόπο και το χρόνο εργασίας τους και την άρνησή της να παράσχει σχετικές διευκρινίσεις περί μη μετάθεσης εκτός της έδρας της και περί μη μεταβολής του συνεχόμενου ωραρίου εργασίας τους, οι ενάγουσες μη αποδεχόμενες τις εν λόγω τροποποιήσεις ως προς τον τόπο και το χρόνο εργασίας τους, δεν υπέγραψαν τελικά το ως άνω έγγραφο κείμενο "τροποποίησης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου", όπως ζητούσε η εναγομένη, με αποτέλεσμα η τελευταία να προβεί σε καταγγελία με εξάμηνη προειδοποίηση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας τους.

Ειδικότερα η εναγομένη με τις από 09-07-2012, 10-07-2012 και 09-07-2012 έγγραφες επιστολές της προς τις ενάγουσες αντίστοιχα, οι οποίες αποτελούσαν προειδοποίηση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 του Ν. 3863/2010, για την καταγγελία των συμβάσεών τους εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τους γνωστοποίησε ότι την 11-01-2013 καταγγέλλεται και λύεται η μεταξύ αυτών και της εναγομένης αντίστοιχα ως άνω σύμβαση εργασίας τους, καθώς και ότι την ίδια ημερομηνία (11-01-2013), θα γίνει η έναρξη καταβολής της προβλεπομένης νόμιμης αποζημίωσης απολύσεώς τους.

Πράγματι στις 11-01-2013 η εναγομένη κατήγγειλε τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας των εναγουσών και κατέβαλε σε αυτές σε πέντε (5) ισόποσες σχεδόν διμηνιαίες δόσεις, με έναρξη την ίδια ημερομηνία (11-01-2013), το ποσό της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεώς τους, συνολικού ποσού 16.251,70 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, 37.975 ευρώ για τη δεύτερη ενάγουσα και 26.273 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα ..............

Όμως περαιτέρω, η τροποποίηση των όρων των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγουσών, που αφορούσαν τον τόπο και το χρόνο εργασίας τους, τους οποίους η εναγομένη επέμενε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, να μεταβάλει βλαπτικά για τις ενάγουσες, δεν συνδεόταν και δεν αναγόταν στα άνω οικονομοτεχνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, ούτε και σχετιζόταν με την επίλυση των προβλημάτων αυτών, αφού η τροποποίηση αυτή δεν συνέβαλε με κάποιο τρόπο στην αντιμετώπιση των εν λόγω προβλημάτων.

Αντίθετα, η εναγομένη με την ευκαιρία των οικονομοτεχνικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, επιχείρησε, [εκτός από την περικοπή των μισθών των εναγουσών και τη μεταβολή των όρων των συμβάσεών τους, που αφορούσαν γενικότερα τις αποδοχές τους, οι οποίες απέβλεπαν πράγματι στην αντιμετώπιση της δυσχερούς οικονομικής της κατάστασης], να μεταβάλει αντισυμβατικά, αυθαίρετα και βλαπτικά για τις ενάγουσες, και άλλους όρους των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, που ήταν ουσιώδεις και δη αφορούσαν τον τόπο και το χρόνο εργασίας τους, οι οποίοι όμως δεν συνδέονταν με οικονομοτεχνικούς λόγους και δεν ανάγονταν στην αντιμετώπιση τέτοιων λόγων.

Άλλωστε και η ίδια η εναγομένη επικαλείται ως προς την τροποποίηση των όρων αυτών περί τόπου και χρόνου εργασίας των εναγουσών, όχι συγκεκριμένους οικονομοτεχνικούς λόγους, αλλά γενικά και αόριστα "υπηρεσιακούς λόγους" και "υπηρεσιακές ανάγκες", χωρίς να προσδιορίζει ειδικότερα και πιο συγκεκριμένα τις ανάγκες αυτές.

Επίσης η εναγομένη προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι ενάγουσες δεν είχαν υπογράψει έγγραφες συμβάσεις εργασίας και επιβαλλόταν για το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεώς της εναγομένης, να υπογράψουν τέτοιες έγγραφες συμβάσεις. Πράγματι είναι εύλογο από πλευράς της εναγομένης να επιδιώκει την υπογραφή έγγραφων συμβάσεων εργασίας με τις ενάγουσες, οι οποίες, όπως και το λοιπό προσωπικό που είχε προσληφθεί πριν το 2008 δεν διέθεταν τέτοιες, πλην όμως οι έγγραφες αυτές συμβάσεις θα έπρεπε να περιλαμβάνουν ως τους λοιπούς όρους εργασίας τους [ήτοι αυτούς που δεν αφορούσαν τις μειώσεις των μισθών τους και τους τροποποιητικούς όρους σχετικά με τις αποδοχές τους, που επιβαλλόταν να προσαρμοστούν, έστω και βλαπτικά, στις οικονομοτεχνικές ανάγκες της εναγόμενης], αυτούς, που ήδη ίσχυαν με βάση τις άτυπες ατομικές συμβάσεις εργασίας τους, και ειδικότερα οι έγγραφες αυτές συμβάσεις έπρεπε να περιλαμβάνουν ως προς τον τόπο και το χρόνο εργασίας των εναγουσών (που δεν ανάγονταν στην αντιμετώπιση των οικονομοτεχνικών προβλημάτων της εναγομένης), τους προαναφερομένους και ήδη ισχύοντες συμβατικούς τους όρους (ήτοι ότι τόπος παροχής της εργασίας τους ήταν η έδρα της εναγομένης και ότι ίσχυε το πενθήμερο σύστημα εργασίας, με συνεχές ημερήσιο ωράριο εργασίας), όπως ζήτησαν οι ενάγουσες, προκειμένου να συναινέσουν να υπογράψουν το ως άνω κείμενο "τροποποίησης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου", πλην όμως η εναγομένη αρνήθηκε επίμονα και σθεναρά απαιτώντας την υπογραφή του κειμένου αυτού όπως ακριβώς το είχε διατυπώσει και όσον αφορά τον τόπο και το χρόνο εργασίας τους, χωρίς καμία αλλαγή ή έστω διευκρίνιση, τούτο δε αναμφίβολα φανερώνει ότι σκοπός της εναγομένης δεν ήταν απλώς να υπογράψει έγγραφες συμβάσεις με τις ενάγουσες, με τους ισχύοντες συμβατικούς όρους εργασίας τους [αφού ευχερέστατα θα μπορούσε να τις υπογράψει, εφόσον οι ενάγουσες αποδέχονταν ουσιαστικά τις μειώσεις και τους λοιπούς όρους περί των αποδοχών τους, και επικέντρωναν τις αντιρρήσεις τους δικαιολογημένα στους νέους όρους που αφορούσαν τον τόπο και το χρόνο εργασίας τους], αλλά σαφέστατα η εναγομένη αποσκοπούσε επ' ευκαιρία της τροποποίησης των όρων σχετικά με τις αποδοχές τους, να τροποποιήσει μονομερώς, αντισυμβατικά, αυθαίρετα και βλαπτικά για τις ενάγουσες και τους ως άνω όρους περί του τόπου και του χρόνου εργασίας τους, που δεν σχετίζονταν με οικονομοτεχνικούς λόγους...............Έτσι, όπως αποδείχθηκε, η αντίδραση και μη αποδοχή από πλευράς των εναγουσών, της ως άνω μονομερούς βλαπτικής και κυρίως αυθαίρετης εκ μέρους της εναγομένης μεταβολή των όρων εργασίας τους, που η τελευταία ανεπίτρεπτα επιχειρούσε να επιβάλει με τον προαναφερόμενο αντισυμβατικά τρόπο, δημιούργησε δυσαρέσκεια στην εναγομένη, καθώς και εμπαθή και εκδικητική στάση αυτής έναντι των εναγουσών, που οδήγησε στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους για τους λόγους αυτούς, αλλά και προς παραδειγματισμό των λοιπών υπαλλήλων, ώστε υπό τον επισειόμενο κίνδυνο της απολύσεως να μην αντιδρούν και υπερασπίζονται τα εργασιακά τους δικαιώματα, αλλά να αποδέχονται κάθε βλαπτική μεταβολή, ακόμα και αδικαιολόγητη, των όρων εργασίας τους .........Η εμπαθής και εκδικητική συμπεριφορά της εναγομένης έναντι των εναγουσών προκύπτει και από το γεγονός ότι με την από 16-07-2012 προαναφερομένη ηλεκτρονική επιστολή (e-mail) του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, δίνονται στο προσωπικό που υπέγραψε την ως άνω "τροποποίηση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου", οι διευκρινίσεις, τις οποίες και οι ενάγουσες επιζητούσαν, προκειμένου να υπογράψουν το εν λόγω κείμενο "τροποποίησης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου" και ειδικότερα διευκρινίζεται στην ηλεκτρονική αυτή επιστολή ότι "αρκετοί συνάδελφοι, ιδίως οι παλαιότεροι προβληματίστηκαν με τη νέα σύμβαση που κλήθηκαν να υπογράψουν...

Επειδή όμως ακούσαμε προβληματισμό ειδικά για 2 όρους να σας διευκρινίσουμε ότι η αναφερόμενη στην τροποποίηση της σύμβασης εργασίας 8ωρη απασχόληση του μισθωτού εννοείται ως 8ωρη συνεχόμενη απασχόληση και τόπος εργασίας εννοείται εντός του Νομού Αττικής/ Θεσσαλονίκης/ Λάρισας/ Αχαΐας/ Ηρακλείου, για τους εργαζόμενους της ...

που ήδη εργάζονται στις αντίστοιχες περιοχές". Ήτοι εκ των υστέρων και αφού είχε ήδη γνωστοποιηθεί στις ενάγουσες η καταγγελία με προειδοποίηση των συμβάσεων εργασίας τους, η εναγομένη προέβη στις ως άνω διευκρινίσεις, κακόπιστα δεδομένου ότι είχε κάθε δυνατότητα να τους παράσχει τις διευκρινήσεις αυτές που και οι ίδιες ζητούσαν, πριν την εν λόγω γνωστοποίηση της καταγγελίας με προειδοποίηση των συμβάσεων εργασίας τους, ώστε να συναινέσουν και αυτές στην υπογραφή του ανωτέρω κειμένου "τροποποίησης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου", πλην όμως δεν έπραξε αυτό η εναγομένη εκ των προτέρων, αν και μπορούσε, αλλά μόνο εκ των υστέρων και μετά την απόλυσή τους με προειδοποίηση, γεγονός που καταδεικνύει την εμπαθή και εκδικητική της στάση έναντι των εναγουσών.

Έτσι η εμμονή της εναγομένης στην ως άνω μονομερή βλαπτική μεταβολή των προαναφερομένων ουσιωδών όρων των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών περί του τόπου και του χρόνου εργασίας τους και η ακόλουθη ένδικη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αυτών, παρά το γεγονός ότι οι ενάγουσες αποδέχονταν, όπως προαναφέρθηκε, ουσιαστικά τις μειώσεις και τους λοιπούς όρους περί των αποδοχών τους, δεν δικαιολογείται, σύμφωνα με όλα τα προεκτιθέμενα, από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχειρήσεώς της εναγομένης, αφού οι ως άνω όροι δεν σχετίζονταν με τα οικονομοτεχνικά της προβλήματα, ούτε ανάγονταν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, ούτε σε κάθε περίπτωση οφείλεται σε αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγουσών, ούτε και σε λόγους αναγόμενους στο πρόσωπό τους ως υπαλλήλων και στην υπηρεσιακή τους καταλληλότητα και επάρκεια, η οποία ουδόλως αμφισβητείται από την εναγομένη, αλλά οφείλεται σε λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας σε βάρος τους, λόγω της προηγηθείσας αντίδρασής τους και μη αποδοχής εκ μέρους τους, της ως άνω μονομερούς, αντισυμβατικής και βλαπτικής μεταβολής των ανωτέρω ουσιωδών όρων των συμβάσεων εργασίας τους περί του τόπου και χρόνου εργασίας τους και στην υπεράσπιση και διεκδίκηση των συναφών εν λόγω εργασιακών τους δικαιωμάτων, η οποία όμως, νόμιμη αυτή συμπεριφορά των εναγουσών, δεν ήταν αρεστή στην εναγομένη, που για το λόγο αυτό, αλλά και προς παραδειγματισμό, κατά τα άνω, των λοιπών υπαλλήλων της, προέβη στην εν λόγω καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και στην απόλυσή τους και επομένως η καταγγελία αυτή είναι, σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα, καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., καθόσον υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού και συνακόλουθα είναι άκυρη, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281, 174 και 180 του Α.Κ.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι ενάγουσες είχαν αποφασίσει να αποχωρήσουν για προσωπικούς τους λόγους από την υπηρεσία τους στην εναγομένη, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αφού τόσο η κατάθεση του άνω μάρτυρα ανταποδείξεως, όσο και οι ένορκες βεβαιώσεις που με επίκληση προσκόμισε η εναγομένη, είναι επί του θέματος αυτού εντελώς αόριστες και υποθετικές, και ως εκ τούτου μη πειστικές.

Επίσης ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η είσπραξη από τις ενάγουσες των αποζημιώσεων απολύσεώς του, έστω και με επιφύλαξη, συνιστά σιωπηρή παραίτησή τους από το δικαίωμά τους να προσβάλλουν το κύρος της καταγγελίας, εφόσον η επιφύλαξη που διατύπωσαν στο έντυπο της καταγγελίας αναφέρεται σε κάθε τυχόν από τη σύμβαση απορρέουσα αξίωση και όχι στην καταγγελία, ουδόλως αποδείχθηκε βάσιμος.

Ειδικότερα, όλες οι ενάγουσες υπέγραψαν το έγγραφο της από 11-01-2013 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, με την "επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος" η πρώτη και με την "επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος" η δεύτερη και η τρίτη, χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό ή περιορισμό της εν λόγω επιφύλαξής τους και ως εκ τούτου αναμφίβολα η επιφύλαξή τους αυτή αφορά σε όλα ανεξαιρέτως τα συναφή δικαιώματά τους και δη και σε αυτό της προσβολής του κύρους της καταγγελίας, από το οποίο ουδέποτε εκδήλωσαν με οποιοδήποτε τρόπο βούληση παραιτήσεως, ενώ εξάλλου και η είσπραξη από πλευράς τους της αποζημιώσεως απολύσεώς τους ανάγεται στην αναγκαιότητα καλύψεως των βιοποριστικών τους αναγκών, μετά την απώλεια των μηνιαίων αποδοχών τους, λόγω της απολύσεώς τους και όχι σε πρόθεσή τους να παραιτηθούν από το δικαίωμα να προσβάλλουν το κύρος της επίμαχης καταγγελίας των συμβάσεών τους, σε κάθε δε περίπτωση από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία ουδόλως αποδείχθηκε ούτε ρητή, ούτε και σιωπηρή παραίτηση των εναγουσών τους από το δικαίωμά τους να προσβάλλουν το κύρος της ένδικης καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους.........".

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 11-1-2013 εκ μέρους της (αναιρεσείουσας-εναγομένης) γενομένης καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων-εναγουσών λόγω καταχρηστικής άσκησης από αυτήν του σχετικού δικαιώματός της και επιδικάσθηκαν στις ήδη αναιρεσίβλητες ενάγουσες μισθοί υπερημερίας, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα ότι η καταγγελία των ενδίκων εργασιακών συμβάσεων των εναγουσών έγινε εκ λόγων εμπάθειας και εκδικητικότητας εις βάρος τους εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας λόγω της προηγηθείσης νόμιμης και συμβατικής πλην μη αρεστής σ' αυτήν αντίδρασής τους στην σχεδιαζόμενη μονομερή βλαπτική μεταβολή ουσιωδών όρων των εργασιακών τους συμβάσεων, με συνέπεια η ως άνω καταγγελία να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού και να είναι άκυρη ως αντιβαίνουσα στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.

ΑΠ 2/2008). Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Υπό την έννοια αυτή έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, όπως η απόφαση. Δεν αποτελούν όμως έγγραφα εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως οι ένορκες βεβαιώσεις.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε, το διαφορετικό από αυτό περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων πραγματικών γεγονότων.

Η παραμόρφωση πρέπει να ανάγεται σε σημείο του εγγράφου που αφορά το αποδεικτέο γεγονός (ΑΠ 374/2013, ΑΠ 25/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια ότι, στηριχθείσα και στην υπ' αριθ. .../6-12-2013 ένορκη βεβαίωση του Λ. Κ. του Κ. ενώπιον της συμ/φου Αθηνών Γ. Κ.-Δ. που ελήφθη με επιμέλεια της ήδη αναιρεσείουσας στα πλαίσια της δίκης αυτής και από την οποία δεν προέκυψε, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ότι οι αντιρρήσεις των εναγουσών, ήδη αναιρεσιβλήτων ανάγονταν στην τροποποίηση των όρων των ατομικών τους συμβάσεων που αφορούσαν τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας τους, δέχθηκε αντιθέτως ότι οι ως άνω αντιρρήσεις των αναιρεσιβλήτων ανάγονταν και αφορούσαν ακριβώς τις ανωτέρω τροποποιήσεις των ατομικών τους συμβάσεων σχετικά με τον τόπο και τον χρόνο εργασίας τους, τους οποίους όρους μονομερώς η ήδη αναιρεσείουσα επιχειρούσε βλαπτικά γι' αυτές να μεταβάλει και έτσι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού σχετικά με την δύναμη αυτού ως αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ένορκη βεβαίωση την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα δεν είναι αποδεικτικό έγγραφο κατά την παραπάνω έννοια, ενώ κατά τα λοιπά, υπό την επίκληση της παραβιάσεως αυτής πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκτίμηση δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατόπιν αυτών πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να επιβληθούν εις βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-11-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1587/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ