Supreme Court dismisses appeal on acquisition by adverse possession due to failure to meet twenty-year requirement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting a claim for exclusive ownership based on adverse possession. The appellant argued the lower court erred in applying Article 1045 of the Civil Code, but the court found the appellant failed to exercise the required twenty-year period of continuous possession. The court ruled that the appellant's possession was interrupted in 1980 by a distribution lawsuit filed by the defendant's heirs, breaking the necessary timeline for acquiring title.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1045 and 1049 of the Civil Code; Adverse possession requires twenty years of continuous possession, which is interrupted by the filing of a claim for distribution, thereby preventing the acquisition of exclusive title if the full period is not met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 573 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 573/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. χας Ε. Β., 2. Ν. Β. του Ε. και 3. Κ. συζ. Γ. Π., το γένος Ε. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φωκά.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. χας Π. ή Π. Β., το γένος Κ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηρακλή Σπανό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-1998 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ε. Β. του Ν., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5366/2000 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης λόγω αρμοδιότητας, 17937/2001 μη οριστική, 8717/2006 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2046/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-1-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 8-10-2009 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένως, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Εξάλλου, προϋπόθεση της κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 Α.Κ., είναι η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 1049 Α.Κ., η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής εναντίον αυτού που χρησιδεσπόζει, η δε διακοπή επέρχεται μόνο υπέρ του ενάγοντος. Η τελευταία διάταξη ομιλεί μόνο για έγερση της διεκδικητικής αγωγής, ενόψει όμως της γενικής, χωρίς διάκριση, διατύπωσης της διάταξης αυτής, στην έννοια της αγωγής εντάσσεται κάθε πράξη που απευθύνεται κατά του χρησιδεσπόζοντος και φέρει το δικαίωμα της κυριότητας σε δικαστική διάγνωση, ανεξάρτητα από το δικονομικό τύπο με τον οποίο εμφανίζεται η πράξη αυτή, όπως η αγωγή διανομής κοινού πράγματος.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον Ν. Β., που απεβίωσε στις 19-2-1953 και άφησε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την σύζυγό του Κ.και τα από το νόμιμο γάμο με αυτήν έξι τέκνα του, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, καθώς και ο σύζυγος της εναγομένης, κατά ποσοστό 2/8 την σύζυγο και 1/8 έκαστο τέκνο, εξ αδιαιρέτου, από το Ελληνικό Δημόσιο προς αγροτική του αποκατάσταση κατά την οριστική διανομή έτους 1968-1969 του συνοικισμού Κάτω Σχολαρίου, που κυρώθηκε με την 10248/1970 απόφαση του Νομάρχη και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 518/22-7-1970, εκδόθηκε δε μετά το θάνατό του ο υπ' αριθ. 20409/1977 οριστικός τίτλος κυριότητας, ο οποίος και μεταγράφηκε νόμιμα.
Στις 9-5-1968 απεβίωσε και η σύζυγος του Ν. Β., η οποία με την 430/1964 δημόσια διαθήκη της εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της τον γιό της Π. Β., σύζυγο της εναγομένης, με αποτέλεσμα το ποσοστό του τελευταίου να ανέλθει σε 3/8 εξ αδιαιρέτου, ενώ του ενάγοντος να παραμείνει σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου. Όμως ο ενάγων από την κύρωση της οριστικής διανομής (έτος 1970) νεμόταν και κατείχε το επίδικο ενεργώντας επ' αυτού διακατοχικές πράξεις νομής, που φανέρωναν την βούλησή του να εξουσιάζει το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά ως δικό του, εν γνώσει του συζύγου της εναγομένης και αδελφού του Π.
καθώς και των άλλων αδελφών αυτού, αλλά ο διαδραμών από του έτους 1970 χρόνος χρησικτησίας του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου διακόπηκε με την έγερση το έτος 1980, και συγκεκριμένα την 23-4-1980, της υπ' αριθ. 675/22-3-1980 αγωγής διανομής που ασκήθηκε υπό του κληρονομηθέντος από την εναγόμενη συζύγου της Π. Β., αδελφού του ενάγοντος, και των λοιπών αδελφών αυτού, κατά του ενάγοντος.
Από το έτος 1970 έως και το έτος 1980 δεν συμπληρώθηκε η απαιτούμενη για την έκτακτη χρησικτησία εικοσαετία, ενώ από το έτος 1995, που εκδόθηκε τελικά η υπ' αριθ. 814/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου επί της ως άνω αγωγής διανομής και άρχισε να τρέχει νέος χρόνος χρησικτησίας, έως την άσκηση το έτος 1998 της ένδικης αγωγής δεν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος για την έκτακτη χρησικτησία χρόνος των είκοσι ετών.
Η διακοπή της χρησικτησίας συνεπεία της εγέρσεως υπό του Π. Β., συζύγου της εναγομένης και κληρονομηθέντος υπ' αυτής, της αγωγής διανομής του επιδίκου, ενεργεί όχι μόνο υπέρ αυτού, αλλά και υπέρ της εναγομένης καθολικής διαδόχου του, η οποία βασίμως και την προτείνει. Επομένως, εφόσον ο ενάγων δεν κατέστη με έκτακτη χρησικτησία αποκλειστικός κύριος του επίδικου ακινήτου, ως αβάσιμα διατείνεται αυτός στην ένδικη διεκδικητική αγωγή του, πρέπει αυτή (αγωγή) να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο και, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη διεκδικητική αγωγή, του αρχικού ενάγοντα, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν εξαιτίας του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου του οι ήδη αναιρεσείοντες, εκ διαθήκης κληρονόμοι του, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1049 Α.Κ., ούτε ως προς τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1045 Α.Κ., αφού αντικείμενο της ένδικης αγωγής ήταν η με έκτακτη χρησικτησία κτήση της αποκλειστικής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον ενάγοντα και όχι εξ αδιαιρέτου ποσοστού επ' αυτού, γι' αυτό και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 599 Κ.Πολ.Δ.
πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Ιανουαρίου 2008 αίτηση των Α. χήρας Ε. Β. κ.λ.π. για αναίρεση της 2046/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ