Supreme Court dismisses appeal regarding statute of limitations for civil claims after security measures were issued.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Public Power Corporation against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that a new law retroactively imposed a thirty-day limitation period for filing civil claims, which had not existed at the time the primary lawsuit was initiated. The court ruled that the new limitation provision did not apply because the primary case had already reached a final judgment before the law's effective date. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 693 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 4E para. 1 of Law 3388/2005; The limitation period for filing a civil claim does not apply retroactively to cases where the main action was already final before the law's enactment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 573 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 573/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Κοσοβίτσα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1175/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5691/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-2-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 17-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 693 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό είχε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 4Ε του ν. 3388/2005, " 1. αν το ασφαλιστικό μέτρο έχει διαταχθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, εκείνος του το διατάζει μπορεί να ορίσει, κατά την κρίση του, προθεσμία για την άσκησή της όχι όμως μικρότερη από τριάντα ημέρες. 2.
Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία που έχει οριστεί κατά την παρ. 1 αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο, εκτός αν ο αιτών, μέσα στην προθεσμία αυτή, πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το ασφαλιστικό μέτρο είχε διαταχθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, το δικαστήριο που το διέταξε είχε εξουσία (και όχι υποχρέωση) να ορίσει, κατά την κρίση του, προθεσμία για την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, προθεσμία όμως που δεν μπορούσε να είναι μικρότερη από τριάντα ημέρες.
Η ρύθμιση αυτή είχε το χαρακτήρα γενικής ισχύος και εφαρμοζόταν σε κάθε περίπτωση κατά την οποία είχε διαταχθεί ασφαλιστικό μέτρο, εκτός αν ειδικώς προβλεπόταν η άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση μέσα σε ορισμένη προθεσμία, όπως στις περιπτώσεις της συντηρητικής κατασχέσεως, της δικαστικής μεσεγγυήσεως, της προσωρινής επιδικάσεως απαιτήσεων (άρθρα 715 παρ. 5, 727, 729 παρ. 5, αντίστοιχα, ΚΠολΔ).
Έτσι, αν το δικαστήριο που διέταξε ασφαλιστικό μέτρο δεν είχε ορίσει προθεσμία για την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, στις υποθέσεις δηλαδή κατά τις οποίες δεν προβλεπόταν από τον ίδιο το νόμο προθεσμία για την άσκηση της αγωγής αυτής, δεν επερχόταν, σε περίπτωση μη ασκήσεως της εν λόγω αγωγής, άρση αυτοδικαίως του ασφαλιστικού μέτρου που είχε διαταχθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος με την από 18-12-2000 αίτησή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε ως ασφαλιστικό μέτρο να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα, να του χορηγήσει με δαπάνες του τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα (σε αντίγραφα) και σε περίπτωση κατά την οποία ήθελε παραβεί την υποχρέωσή της αυτή να απειληθεί κατ' αυτής χρηματική ποινή υπέρ του ίδιου.
Το δικαστήριο εκείνο με την υπ' αριθ. 3787/2001 απόφασή του δέχθηκε την αίτηση και, αφού υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να χορηγήσει στον αναιρεσίβλητο τα αιτηθέντα έγγραφα, απείλησε κατ' αυτής χρηματική ποινή ύψους 500.000 δραχμών, για την περίπτωση της μη συμμόρφωσής της στην υποχρέωσή της αυτήν. Προθεσμία στον αναιρεσίβλητο για την άσκηση αγωγής για την κύρια υπόθεση το ανωτέρω δικαστήριο δεν όρισε, ούτε δε και εκ μέρους της αναιρεσείουσας υποβλήθηκε σχετικό αίτημα.
Την απόφαση αυτήν των ασφαλιστικών μέτρων ο αναιρεσίβλητος την επέδωσε στην αναιρεσείουσα στις 30.5.2001 με επιταγή προς εκτέλεση. Αμέσως η αναιρεσείουσα με σχετική αίτησή της, ζήτησε την ανάκληση της προαναφερόμενης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, πλην όμως η αίτησή της αυτή με την υπ' αριθμ. 6478/2001 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) απορρίφθηκε.
Παρ' όλα αυτά όμως η αναιρεσείουσα αρνήθηκε -και συνέχισε να αρνείται- τη χορήγηση στον αναιρεσίβλητο των εγγράφων, που το ανωτέρω δικαστήριο τη διέταξε να του χορηγήσει με την υπ' αριθμ. 3787/2001 απόφασή του, παραβιάζοντας έτσι την υποχρέωση που της είχε επιβληθεί. Βέβαια η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι εφόσον το δικαστήριο που διέταξε το ασφαλιστικό μέτρο δεν έταξε προθεσμία για την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση και ο αναιρεσίβλητος εντός ενός μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης (27-4-2001), δεν άσκησε τη σχετική για την κυρία υπόθεση αγωγή, το ασφαλιστικό μέτρο αυτοδικαίως ήρθη.
Όμως, όπως προαναφέρθηκε, σχετική διάταξη η πιο πάνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων δεν διέλαβε και εντεύθεν υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου προς άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση δεν υφίστατο. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχτηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με το να δεχτεί με την εκκληθείσα υπ' αρ. 1175/2004 πρωτόδικη απόφασή του ότι το ως άνω ασφαλιστικό μέτρο δεν είχε αρθεί και ακολούθως να βεβαιώσει τη σχετική παράβαση και να καταδικάσει σύμφωνα με το άρθρο 946 παρ. 1 (στην πραγματικότητα) του ΚΠολΔ, την αναιρεσείουσα στο ισότιμο της ήδη έχουσας απειληθεί χρηματικής ποινής ποσό των 1.467,35 ευρώ δεν έσφαλε.
Ακολούθως, αφού απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της αμέσως πιο πάνω εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε και την ίδια την έφεση αυτήν κατ' ουσίαν. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου εξαιτίας της μη υπάρξεως από την αρχή προστατεύσιμου έννομου συμφέροντος (άρθρο 68 ΚΠολΔ), εφόσον ο αναιρεσίβλητος πράγματι είχε, ως έχων άμεσο έννομο συμφέρον, δικαίωμα στη ζητηθείσα δικαστική προστασία, δεδομένου ότι όχι μόνο κατά το χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής του, αλλά και περαιτέρω τόσο κατά το χρόνο της συζητήσεως της αγωγής αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και κατά το χρόνο της συζητήσεως της εφέσεως και, σε κάθε περίπτωση, μέχρι την έκδοση της επί της εφέσεως αυτής ήδη αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως από το Εφετείο (30.6.2005) ίσχυε το άρθρο 693 ΚΠολΔ όπως είχε πριν από την κατά τα άνω τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 4Ε του ν. 3388/2005, με αποτέλεσμα να μην έχει αρθεί και δη αυτοδικαίως το ως άνω ασφαλιστικό μέτρο που είχε διαταχθεί εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν είχε ασκηθεί μέχρι τότε η αγωγή για την κύρια υπόθεση.
Βέβαια: α) Με την παρ. 1 του άρθρου 4Ε του ως άνω ν. 3388/2005 το άρθρο 693 ΚΠολΔ τροποποιήθηκε ως ακολούθως: "1. Αν το ασφαλιστικό μέτρο έχει διαταχθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, ο αιτών οφείλει, μέσα σε τριάντα ημέρες από την έκδοση της απόφασης η οποία διατάσσει το ασφαλιστικό μέτρο, να ασκήσει αγωγή για την κύρια υπόθεση, εκτός αν το δικαστήριο όρισε κατά την κρίση του μεγαλύτερη προθεσμία για την άσκηση της αγωγής. 2.
Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της παραγράφου 1 αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο, εκτός αν ο αιτών μέσα στην προθεσμία αυτή πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής...". β) Με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 4Ε του ν.3388/2005 ορίστηκε ότι "το άρθρο 693 ΚΠολΔ, όπως τροποποιείται με τον παρόντα νόμο, ισχύει και για τα ασφαλιστικά μέρα που έχουν διαταχθεί πριν από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου.
Στην περίπτωση αυτή ως πρώτη ημέρα έναρξης της προθεσμίας των τριάντα ημερών για την άσκηση αγωγής για την κύρια υπόθεση ορίζεται η 1η Οκτωβρίου 2005", ενώ ακολούθως με το άρθρο 45 του ν. 3418/2005 ορίστηκε ότι "ως πρώτη ημέρα έναρξης της προθεσμίας που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 4Ε του ν. 3388/2005 (δηλαδή της αμέσως πιο πάνω αναφερόμενης προθεσμίας) ορίζεται η 1η Ιανουαρίου 2006.
Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από 12 Σεπτεμβρίου 2005." Όμως, σύμφωνα με το άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, εφαρμοστέο ήταν από το Εφετείο το άρθρο 693 παρ. 1 του εν λόγω Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση (18.6.2004), οπότε δεν προβλεπόταν από αυτό η άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση μέσα σε ορισμένη προθεσμία, δεδομένου ότι τέτοια προθεσμία προβλέφθηκε, όπως προαναφέρθηκε, μετά την κατά τα πιο πάνω τροποποίηση του άρθρου 693 ΚΠολΔ με την παρ. 1 του άρθρου 4Ε του ν. 3388/2005, που άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο του 5 από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (12.9.2005), ενώ, όπως επίσης προαναφέρθηκε, ως πρώτη ημέρα ενάρξεως της προθεσμίας ων 30 ημερών για την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, αναφορικά με τα ασφαλιστικά μέτρα που είχαν διαταχθεί πριν από την έναρξη ισχύος του τελευταίου νόμου, ορίστηκε η μεταγενέστερη χρονολογία της 1.1.2006, χωρίς να περιέχεται σ' αυτόν διάταξη για εφαρμογή του και αναφορικά με υποθέσεις επί των οποίων έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, στην οποία ακόμη και η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου εκδόθηκε στις 30.6.2005, πριν δηλαδή από την έναρξη της ισχύος του ως άνω ν. 3388/2005, που έγινε μεταγενεστέρως, δηλαδή τις 12.9.2005.
Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του όλους τους λόγους της παραπάνω εφέσεως της αναιρεσείουσας, τους ερεύνησε ενιαίως και τελικά τους απέρριψε ως αβάσιμους, απορρίπτοντας στη συνέχεια, όπως ήδη αναφέρθηκε, και την ίδια την έφεση αυτή στο σύνολό της και έτσι δεν υπέπεσε στην από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
β' του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Επομένως, αμφότεροι οι μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 14 κα 8 περ. β', αντίστοιχα, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται, αντίστοιχα, τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Φεβρουαρίου 2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η ΑΕ)" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5691/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ