Legislator Case Law & Legislation
573/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative boundary determination of public sea beach as vague and unsupported by evidence.

Case Number 573/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Heraklion Municipal Harbor Fund against the Limenaki Committee's boundary determination. The appellant argued the administrative body distorted official maps and photographs regarding the sea beach limits. The court rejected these claims as the appeal grounds were vague, lacking specific factual assertions necessary for proof.

Legislator headnote

AI generated

Articles 967 and 1 of Law 2344/1940; The Supreme Court holds that an administrative decision defining the boundary of a public sea beach is valid unless challenged with precise, evidence-based arguments, as vague appeals without specific factual assertions are inadmissible.

Keywords

AI generated
public sea beach boundary determination administrative appeal vague grounds evidence requirement Limenaki Committee Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Article 967 of the Civil Code
Article 1 of Law 2344/1940
Article 53 of the Introductory Law of Law 2344/1940
Article 968 of the Civil Code
Article 2 of Law 2344/1940
Article 3 of Law 2344/1940
Article 5 of Law 263/1968
Article 559, Section 12 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 573 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 573/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΛΙΜΕΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ", που εδρεύει στη Χερσόνησο Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πικράκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ".......ΟΕ", που εδρεύει στο ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ψ2, 3. Ψ3 και 4. Ψ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσικνάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 21-5-1996 πρόσθετη παρέμβαση των 2ου, 3ου, 4ου ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 406/1997 προδικαστική, 501/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 14-4-2006 αίτησή του και με τους από 18-4-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 12-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι από 18-4-2006 πρόσθετοι λόγοι αυτής για αναίρεση της 43/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 967 ΑΚ, μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός. Είναι δε αιγιαλός, κατά τον ορισμό που δίνει το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και υπό το κράτος του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 53 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, "η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων".

Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα. Εξάλλου, ο αιγιαλός ανήκει, κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο, (άρθρα 968 ΑΚ και 1 του α.ν.2344/1940). Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου αυτού από τη διοικητική επιτροπή, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, με απόφασή της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο όπως πιο πάνω από τα θαλάσσια ύδατα.

Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών, ενόψει ακριβώς των οποίων και θεσπίστηκαν τα όσα στο άρθρο 4 του ίδιου α.ν.2344/1940 διαλαμβάνονται, κατά τα οποία τμήματα ιδιωτικών τμημάτων, που χαρακτηρίστηκαν από την προαναφερόμενη επιτροπή ως τμήματα που ανήκουν πλέον στον αιγιαλό, λογίζονται ότι κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέα αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος της ίδιας επιτροπής, εφαρμοζομένης, κατά τα λοιπά, ως προς την αποζημίωση, της προβλεπόμενης στους ισχύοντες για τις απαλλοτριώσεις νόμους διαδικασίας.

Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δε δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης ( Ολ. ΑΠ 24/2000). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και προϋποθέσεις της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν ελλείπουν οι όροι και προϋποθέσεις της διάταξης που δεν εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 24/2000). Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένδικη από 2-9-1995 αγωγή του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία"ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΛΙΜΕΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ" του Δήμου Χερσονήσου Ν. Ηρακλείου, περί αναγνωρίσεώς του ως δικαιούχου χρήσεως και εκμεταλλεύσεως ακινήτου, το οποίο κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή " βρίσκεται εντός της χερσαίας ζώνης Λιμένα .... και του αιγιαλού, όπως αυτά καθορίσθηκαν με τις αναφερόμενες αποφάσεις της αρμόδιας Επιτροπής, και ανήκει, ως κοινόχρηστο πράγμα, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου" και έκανε δεκτή την πρόσθετη υπέρ της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης παρέμβαση των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 85 τ.μ., που καλύπτεται εξ ολοκλήρου από λιθόκτιστη οικοδομή, βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα Λιμένος .... και συνορεύει βόρεια με χείμαρρο, ο οποίος δεν υφίσταται πλέον, ανατολικά με αιγιαλό και δυτικά με την οδό ........ Αυτό αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, που ανήκε αρχικά στον .....

και μετά το θάνατό του περιήλθε στη σύζυγό του ..... και στα τέκνα του ...... και ......., οι οποίοι ακολούθως, με το ...... συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Εμμ. Ξανθουδίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το μεταβίβασαν, με αιτία την πώληση, στο Ζ. Αυτός αποβίωσε το έτος 1937 και το ακίνητο περιήλθε στο γιό του Ζ1. Μετά το θάνατο του Ζ1, κατά το έτος 1946, και την επακολουθήσασα διανομή της περιουσίας του μεταξύ των κληρονόμων του το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στο γιό του Ζ και μετά το θάνατο του τελευταίου, κατά το έτος 1970, περιήλθε στη σύζυγό του Ζ2 και το γιό του Ζ1.

Οι τελευταίοι συγκύριοι, κατά το έτος 1991, ένα τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου τους, που αποτελεί το επίδικο ακίνητο, το παρέδωσαν, αρχικά ατύπως και στη συνέχεια σε εκτέλεση του υπ' αριθμ....... συμβολαιογραφικού προσυμφώνου πωλήσεως του συμβολαιογράφου Γεωργίου Σαββάκη, στους αδελφούς Ψ2 και Ψ4, οι οποίοι ακολούθως το παραχώρησαν στην εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία, στην οποία συμμετέχουν ως εταίροι και από τότε το εκμεταλλεύονται ως επιχείρηση " καφέ-μπαρ".

Η υπάρχουσα επί του επιδίκου διώροφη λιθόκτιστη οικοδομή υφίσταται πριν από το έτος 1899 και χρησιμοποιούνταν ως αποθήκη χαρουπιών και στη συνέχεια από τις αρχές του 20ου αιώνα ως καφενείο. Στην περιοχή, όπου βρίσκεται το επίδικο, καθορίστηκε από την αρμόδια Επιτροπή η γραμμή αιγιαλού και χερσαίας ζώνης.

Η επιτροπή αυτή έλαβε δύο αποφάσεις, την 14/1971 και την 136/1972. Με την πρώτη καθόρισε την οριογραμμή του αιγιαλού, αφού αναγνώρισε την ύπαρξη διαφόρων ιδιοκτησιών, μεταξύ των οποίων και το επίδικο ακίνητο, χωρίς όμως να το εντάξει στη ζώνη του αιγιαλού. Η απόφαση αυτή εγκρίθηκε από τον οικείο Νομάρχη και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Μετά τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης, με την οποία ολοκληρώθηκε, κατ' άρθρο 3 του α.ν. 2344/1940, η διαδικασία καθορισμού του αιγιαλού, παρενέβη το Αρχηγείο Ναυτικού και ζήτησε να διευρυνθεί η αιγιαλίτιδα ζώνη. Έτσι η ίδια ως άνω επιτροπή συνεδρίασε εκ νέου και με τη δεύτερη πιο πάνω απόφασή της, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προέβη στον επανακαθορισμό του αιγιαλού στην ανατολική ακτή του Λιμένος ......

Στο σχετικό σχεδιάγραμμα που συνοδεύει τη δεύτερη αυτή απόφαση, η οριογραμμή του αιγιαλού πριν και μετά το επίδικο αποτυπώνεται ως ελλειψοειδής γραμμή, ακολουθώντας την αντίστοιχη ακτογραμμή, ενώ εμφανίζεται να έχει την ίδια περίπου ( 9 έως 12 μέτρα ) απόσταση από αυτήν ( ακτογραμμή ). Όταν όμως πλησιάζει στο επίδικο, από νότο και βορρά, γίνεται τεθλασμένη, στρέφεται προς τα δυτικά και εισέρχεται σε μεγάλη απόσταση ( κατά 26 μ.

από την υπόλοιπη οριογραμμή του αιγιαλού και κατά 41 μ. από την ακτογραμμή ) προς την ξηρά, περιβάλλει δε το επίδικο και άλλα δομημένα τετράγωνα, ενταγμένα στο εγκεκριμένο σχέδιο του Οικισμού Λιμένος ...., καθώς και τμήμα της οδού ......., επί της οποίας έχει πρόσοψη το επίδικο. Τα τμήματα αυτά εντάχθηκαν στη ζώνη του αιγιαλού και η επιτροπή αποφάνθηκε ότι πρέπει να απαλλοτριωθούν, θεωρώντας ότι είναι ιδιωτικά.

Για τον καθορισμό όμως αυτό δεν προβάλλονται λόγοι που να τον δικαιολογούν, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι τα φυσικά δεδομένα της συγκεκριμένης περιοχής είναι διαφορετικά από εκείνα της βορείως και νοτίως του επιδίκου κειμένης. Ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι, μετά τον ως άνω πρώτο καθορισμό, κατά το έτος 1971, και μέχρι το έτος 1973 επήλθαν στην περιοχή αυτή τόσο σημαντικές μεταβολές (όπως στο άρθρο 9 του άνω α.ν. ), ώστε να δικαιολογείται ο επανακαθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού.

Πρέπει να σημειωθεί ότι, εφόσον από τον καθορισμό που έγινε το έτος 1971 και τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης στο ΦΕΚ παρήλθε εξάμηνη προθεσμία, χωρίς οι ιδιώτες να αναγγείλουν αξιώσεις για τυχόν δικαιώματά τους, ο καθορισμός αυτός κατέστη οριστικός για τη διοίκηση και τη δεσμεύει, ώστε να μη δύναται να προβεί στον προσδιορισμό του αιγιαλού με βάση άλλα διαφορετικά στοιχεία που βλάπτουν τους ιδιώτες.

Ακόμη δεν προκύπτουν στοιχεία, που να δικαιολογούν, έστω και με τις προϋποθέσεις που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 5 του ίδιου α.ν., τον επανακαθορισμό της αιγιαλίτιδας ζώνης, με το πρόσχημα της δημιουργίας "παραλίας". Η εναγομένη και οι προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνοντες ισχυρίζονται, προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής, ότι το επίδικο ακίνητο δεν κατακλύζεται από τις μεγαλύτερες συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων.

Ενόψει αυτού, ο χαρακτηρισμός του επιδίκου ως αιγιαλού, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για τη διάγνωση του κυρίου ζητήματος, που είναι η βασιμότητα ή μη του, κατά παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματος του ενάγοντος για αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση της αιγιαλίτιδας ζώνης στην περιοχή του επιδίκου.

Κατά συνέπεια πρέπει να ερευνηθεί, αν το επίδικο είναι τμήμα του αιγιαλού με τα φυσικά δεδομένα, χωρίς το δικαστήριο να δεσμεύεται από την πιο πάνω μνημονευόμενη απόφαση της αρμόδιας, για τον καθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού, επιτροπής. Πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι η εναγομένη και οι προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντες δεν κωλύονται να προβάλλουν τυχόν δικαιώματά τους στο επίδικο, έστω και αν παρήλθε η εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 4 παρ.6 του α.ν. 2344/1940, χωρίς οι τότε δικαιοπάροχοί τους να αναγγείλουν αυτά στην αρμόδια διοικητική επιτροπή.

Για τον καθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού θα πρέπει να ερευνηθούν η γεωμορφολογία του βυθού της θάλασσας και της περιοχής του επιδίκου, καθώς και οι συνήθεις μεγαλύτερες αναβάσεις των κυμάτων στην ακτή. Η αποτύπωση του βυθού καταγράφεται στο σχεδιάγραμμα Γ1 του έτους 1969, το οποίο χρησιμοποιήθηκε και από τις δύο επιτροπές για τον καθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού.

Στο σχεδιάγραμμα αυτό ο βυθός, που δεν εμφανίζει ιδιαίτερες εξάρσεις και εκλαμβάνεται ομαλός, καταγράφεται σε μεγάλη απόσταση από την ακτή και μέχρι το βάθος των τεσσάρων μέτρων. Η ακτή έμπροσθεν του επιδίκου έχει κατεύθυνση ανατολική και προσβάλλεται άμεσα από βορειοανατολικούς και ανατολικούς ανέμους.

Οι βόρειοι και βορειοδυτικοί άνεμοι δεν πλήττουν αμέσως την περιοχή του επιδίκου, αλλά εκ περιθλάσεως, καθόσον ο κόλπος του Λιμένος .... προστατεύεται από τα ακρωτήρια της .... και του ...., που βρίσκονται βορειότερα του επιδίκου. Ακόμη, ένας υποθαλάσσιος σχηματισμός, που ξεκινά 110 μέτρα βορειότερα του επιδίκου με κατεύθυνση το ακρομόλιο του κατασκευασμένου επί φυσικών εξάρσεων μόλου, κατά προέκταση του ακρωτηρίου της ....., αποτελεί ένα επιπλέον στοιχείο προστασίας της ακτής.

Η ακτή στο επίδικο είναι επικλινής. Η ανατολική πλευρά του επιδίκου απέχει 15,5 μέτρα από την ακτογραμμή και το δάπεδο, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα Γ1 που συνοδεύει την απόφαση της επιτροπής, βρίσκεται 2,59 μέτρα ψηλότερα από τη στάθμη σε ηρεμία της θάλασσας. Η έμπροσθεν αυτού εξέδρα απέχει από την ακτογραμμή 6,30 μέτρα και έχει ύψος από τη στάθμη της θάλασσας 2,49 μέτρα.

Εξάλλου το κύμα στα λιμενικά έργα αποδίδεται μέσω της έννοιας του κυματισμού. Αποτελεί φαινόμενο αλλεπάλληλων εξάρσεων και κοιλωμάτων της υδάτινης μάζας πάνω και κάτω της γραμμής ηρεμίας της θάλασσας. Είναι αποτέλεσμα του χρόνου πνοής, με σταθερή ένταση ανέμου. Στοιχεία από το αρχείο του Αγγλικού Ναυαρχείου δίδουν μέγιστο κύμα που πλήττει αμέσως τα βόρεια παράλια της Κρήτης ύψους 5,5 μέτρων.

Κατά το λιμενολόγο ....... η παράκτια περιοχή της πόλης του .... προσβάλλεται αμέσως από κυματισμούς 5 έως 5,5 μέτρων με κατεύθυνση βόρεια- βορειοδυτική. Οι μελέτες για τα λιμενικά έργα στη θέση του αεροδρομίου του ...., για τη δημιουργία λοξού δρόμου, δίδουν ύψος συνήθους κύματος 5,18 έως 5,20 μέτρων. Τούτο έχει την έννοια ότι τα μόρια του νερού μετακινούνται συνολικά κατά 5,20 μέτρα, δηλαδή κατά 2,60 μέτρα κάτω της επιφάνειας ηρεμίας, κατά το ίδιο και πάνω.

Έτσι λοιπόν το μέγιστο ύψος κύματος, που θα μπορούσε να φθάσει στην ακτή δεν υπερβαίνει τα 2,60 μέτρα. Αν όμως ληφθεί υπόψη η προστασία της επίδικης περιοχής από τα δύο προς βορρά κείμενα ακρωτήρια, κατά την κατεύθυνση του κυματισμού βόρεια-βορειοδυτικά, και το γεγονός ότι ο βυθός είναι ομαλός, το κύμα εκεί φθάνει εκ περιθλάσεως με τη μορφή "θραυόμενου κύματος" που δεν υπερβαίνει το ύψος του ενός (1) μέτρου.

Η μείωση δε του μεγέθους των κυμάτων από την ως άνω κατεύθυνση, μετά τη διαδοχική περίθλαση στα δύο ακρωτήρια, προκύπτει, όπως επισημαίνεται στην έκθεση του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονα, και από αεροφωτογραφία της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού του έτους 1960. Η ανατολική παράκτια περιοχή του Λιμένος ......, όπου και το επίδικο ακίνητο, πλήττεται αμέσως από βορειοανατολικούς και ανατολικούς ανέμους.

Περαιτέρω, σύμφωνα με πίνακες της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας (ΕΜΥ) των πνεόντων αυτών ανέμων στην περιοχή για εντάσεις 3 έως 8 "μποφώρ", προκύπτουν τα εξής: Οι άνεμοι που προκαλούν οριακά, συνήθεις (λιγότερο από μια φορά ετησίως) κυματισμούς, έχουν ένταση 4 έως 5 " μποφώρ", ενώ άνεμοι 6 "μποφώρ" και πάνω είναι φαινόμενο εξαιρετικά σπάνιο.

Σύμφωνα δε, με τα παραδεκτά επιστημονικά τεχνικά δεδομένα, με βορειοανατολικό άνεμο εντάσεως 5 "μποφώρ", το κύμα θραύεται 71,3 μέτρα πέραν της ακτογραμμής σε βάθος 2,13 μέτρα και τη στιγμή εκείνη έχει ύψος 2,13 μέτρα και τελικώς, μετά την απόσβεση της ενέργειάς του, αναρριχάται σε ύψος 0,92 μ. και σε μήκος 6,11μ επί της ακτής, μετά την ακτογραμμή, η μέση κλίση της οποίας (ακτής) είναι, σύμφωνα με τα υψόμετρα του διαγράμματος καθορισμού, ίση με 15 ο/ο περίπου.

Η μέγιστη αυτή αναρρίχηση σταματά 0,19 μ ( 6,30 - 6,11 μ. ) από τα ισοϋψή του ενός μέτρου σε απόσταση 9,39 από το ανατολικό όριο του επιδίκου. Στη δυσμενέστερη περίπτωση, που πνέουν βορειοανατολικοί- ανατολικοί άνεμοι εντάσεως 6 "μποφώρ", φαινόμενο, όπως αναφέρθηκε, εξαιρετικά σπάνιο, το κύμα θραύεται 121,3 μέτρα πέραν της ακτογραμμής, ενώ τη στιγμή εκείνη έχει ύψος 3,30 μέτρα και τελικώς, μετά την απόσβεση της ενέργειάς του, αναρριχάται σε ύψος 1,34 μ.

και σε μήκος 8,95 μ. μετά την ακτογραμμή. Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνονται, εκτός άλλων, και από τις εκθέσεις του πραγματογνώμονα και των τεχνικών συμβούλων, τα συμπεράσματα των οποίων στηρίζονται στην επιτόπια από τους ίδιους έρευνα της γεωμορφολογίας και των λοιπών φυσικών φαινομένων της επίδικης περιοχής και σε στοιχεία που έχουν καταγραφεί για τα φαινόμενα αυτά σε επιστημονικές τεχνικές μελέτες και συγγράματα επιστημόνων, καθώς και σε στοιχεία που είναι καταχωρημένα σε αρχεία των ναυτικών και άλλων υπηρεσιών της ημεδαπής και της αλλοδαπής.

Ο πραγματογνώμονας και οι τεχνικοί σύμβουλοι αποφαίνονται, με τις εκθέσεις τους, ότι το επίδικο ακίνητο δεν βρέχεται από τις μεγαλύτερες συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων και το τμήμα που καταλαμβάνει με βάση τα φυσικά δεδομένα δεν είναι αιγιαλός. Οι απόψεις αυτές δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά πρόταση του ενάγοντος.

Και οι δύο καταθέτουν εσφαλμένα, αν και μηχανικοί, ότι η παράκτια περιοχή του επιδίκου έχει βόρειο προσανατολισμό, ενώ το ορθό, που προκύπτει από όλα τα υπόλοιπα στοιχεία, είναι ότι έχει ανατολικό προσανατολισμό. Ειδικότερα ο εξ αυτών ...... κατέθεσε ότι το κτίσμα επί του επιδίκου ανεγέρθηκε μετά τον πόλεμο του 1940, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία συνάγεται ότι αυτό έχει ανεγερθεί από τον δέκατο όγδοο αιώνα.

Η επιτροπή που καθόρισε τον αιγιαλό δέχεται ότι το κτίσμα αυτό έχει ανεγερθεί πριν από το έτος 1923 και το θεωρεί νομίμως υφιστάμενο, γι' αυτό και προτείνει να απαλλοτριωθεί. Ο ίδιος μάρτυρας αναφέρει ότι, όταν πνέουν άνεμοι 8 "μποφώρ", το επίδικο κατακλύζεται από τα κύματα. Τέτοιας έντασης, όμως, άνεμοι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ε.Μ.Υ., δεν πνέουν στην εν λόγω περιοχή και σε κάθε περίπτωση είναι φαινόμενο εντελώς σπάνιο και όχι σύνηθες.

Η μάρτυρας ..... καταθέτει ότι το επίδικο κτίσμα αποτελεί τμήμα του αιγιαλού, γιατί περιβάλλεται από άμμο επί της οποίας διαπίστωσε υγρασία. Η άποψή της, όμως, αυτή δεν επιβεβαιώνεται από άλλα στοιχεία. Η ύπαρξη απλώς άμμου δεν καθιστά το υπ' αυτήν τμήμα αιγιαλό, καθόσον η εναπόθεση της άμμου δεν είναι κυρίως αποτέλεσμα του κυματισμού, αλλά της αιολικής ενέργειας.

Άλλωστε, σύμφωνα με τις γεωλογικές μελέτες, το υπέδαφος επί του οποίου έχει θεμελιωθεί το κτίσμα, είναι γαιώδες αργιλικής φύσεως. Ο κατακλυσμός του δαπέδου του κτίσματος από ύδατα, όπως εμφανίζεται σε φωτογραφίες που προσκομίζει το ενάγον, δεν οφείλεται στην μέχρι εκεί αναρρίχηση των κυμάτων, πράγμα, άλλωστε, που δεν αποτυπώνεται στις φωτογραφίες αυτές, αλλά στην υπερχείλιση, λόγω κακής κατασκευής των αγωγών όμβριων υδάτων στην οδό ......., επί της οποίας έχει πρόσοψη, δυτικά, το επίδικο κτίσμα.

Το ότι η εναγομένη καταβάλλει μίσθωμα στο ενάγον για τη χρήση από αυτήν της εξέδρας που βρίσκεται έμπροσθεν του κτίσματος και άλλης αμμώδους έκτασης της παράκτιας περιοχής δεν μεταβάλλει τα πράγματα, καθόσον τα τμήματα αυτά, για τα οποία καταβάλλεται το μίσθωμα, δεν είναι επίδικα, αφού επίδικο είναι μόνο το πετρόκτιστο κτίσμα και το υπ' αυτού έδαφος.

Ενόψει όλων αυτών, η οριογραμμή του αιγιαλού στην περιοχή ανατολικά του επιδίκου ακινήτου, με αναφορά στο διάγραμμα ...... που συνοδεύει την πράξη της επιτροπής καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού, απέχει από τη βορειοανατολική γωνία του επιδίκου κτίσματος 6 μέτρα και από τη νοτιοανατολική γωνία αυτού 7 μέτρα.

Συνακόλουθα το επίδικο κτίσμα βρίσκεται εκτός των ορίων του αιγιαλού. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί τμήμα του αιγιαλού, ακολούθως δε, αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος για αναγνώριση δικαιώματός του να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλεύεται το επίδικο ακίνητο, ως ευρισκόμενο εντός της καθορισθείσης χερσαίας ζώνης του Λιμένα.....

και του αιγιαλού. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την προπαρατιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 του α.ν. 2344/1940, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.2 και 4 του ίδιου α.ν., που ορίζουν, αντίστοιχα, ότι "Εις τους κυρίους των κτημάτων τούτων παρέχεται εξάμηνος προθεσμία από της κατά την παράγραφο 3 του προηγουμένου άρθρου δημοσιεύσεως της εκθέσεως, εντός της οποίας οφείλουσι ν' αναγγείλωσιν εις τον Υπουργόν των Οικονομικών τας αξιώσεις των, υποβάλλοντες και τους τίτλους, εφ' ών στηρίζουσι τα αξιούμενα δικαιώματά των" και ότι " παρερχομένης απράκτου της κατά την παράγραφο 2 εξαμήνου προθεσμίας τυχόν εμπράγματα δικαιώματα οιουδήποτε ή αξιώσεις περί αποζημιώσεως μη αναγγελθείσαι εις το Υπουργείον των Οικονομικών αποσβέννυνται", τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε, διότι οι διατάξεις αυτές, κατά το μέρος που προβλέπουν απόσβεση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των κυρίων ιδιωτικών κτημάτων που χαρακτηρίσθηκαν από την αρμόδια επιτροπή ως ανήκοντα στον αιγιαλό, λόγω μη εμπρόθεσμης αναγγελίας από τους δικαιούχους των αξιώσεών τους προς τον Υπουργό των Οικονομικών, αντίκεινται στην προστατευτική της ιδιοκτησίας διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος.

Περαιτέρω το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της μη συνδρομής των περιστατικών που, κατά την άνω διάταξη του άρθρου 1 του α. ν. 2344/1940, είναι αναγκαία για το χαρακτηρισμό του επιδίκου ακινήτου ως αιγιαλού, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.

Επομένως οι έκτος και έβδομος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

-ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο μέσο απόδειξης.

Δεν γεννάται, όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που το αναιρεσείον επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ειδικότερα :

α) τη με αριθμό 5399/2330/1973 απόφαση του Νομάρχη Ηρακλείου, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 150 τ. Δ'/ 25-5-1973, περί εγκρίσεως της χερσαίας ζώνης της περιοχής Λιμένος ...., όπως αυτή περιγράφεται στην υπ' αριθμ. ..... πράξη της Λιμενικής Επιτροπής Ηρακλείου, καθώς και το συνοδεύον την πράξη αυτή τοπογραφικό και βυθομετρικό διάγραμμα καθορισμού του αιγιαλού, και β) την υπ' αριθμ. 37683/1970 απόφαση του ίδιου Νομάρχη, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 259/1970, τ.

Δ', με την οποία είχε επικυρωθεί η από ..... έκθεση της αρμόδιας επιτροπής περί καθορισμού των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας στην περιοχή Λιμένος ...., καθώς και το συνοδεύον αυτήν τοπογραφικό και υψομετρικό διάγραμμα του μηχανικού Γ1. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος , διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά τόσο στην υπ' αριθμ. .....

πράξη της αρμόδιας Λιμενικής Επιτροπής, που εγκρίθηκε από τον οικείο Νομάρχη, όσο και στο διάγραμμα έτους .... του μηχανικού Γ1, που χρησιμοποιήθηκε από την αρμόδια επιτροπή για τον καθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού, προκύπτει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις.

- ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 352 παρ1 του ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του ενταταλμένου δικαστή αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 75 παρ.1 του ΚΠολΔ, επί απλής ομοδικίας η δικαστική ομολογία ενός από τους απλούς ομοδίκους δεν είναι δεσμευτική για τους άλλους ομοδίκους, μπορεί όμως να στηρίξει τη συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου σε βάρος τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ'του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία των αρχικά συνεναχθέντων με τους αναιρεσιβλήτους, δικαιοπαρόχων τους, Ζ1 και Ζ2, για το ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στον αιγιαλό, η οποία ομολογία περιέχεται στις από 27-2-1997 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υποβληθείσες προτάσεις εκείνων.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα δικόγραφα της αγωγής του αναιρεσείοντος, της έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης και των προτάσεων που αυτοί υπέβαλαν στο Εφετείο, οι ως άνω φερόμενοι ως ομολογήσαντες δεν ήταν διάδικοι στην ενώπιον του Εφετείου δίκη, αφού ως προς αυτούς παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της έφεσής τους οι τότε εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, και συνεπώς δε νοείται δικαστική ομολογία από πρόσωπα που δεν ήταν στη δίκη αντίδικοι του αναιρεσείοντος.

Άλλωστε, μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και των συνεναχθέντων με αυτούς με την ένδικη αγωγή Ζ1 και Ζ2, υφίστατο κατά την πρωτόδικη δίκη απλή ομοδικία και επομένως η περιεχόμενη στις προτάσεις των τελευταίων ομολογία τους ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στον αιγιαλό δεν ήταν δεσμευτική για τους αναιρεσιβλήτους.

Ενόψει αυτών το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη την πιο πάνω δικαστική ομολογία των αρχικά συνεναγομένων με τους αναιρεσιβλήτους Ζ1 και Ζ2, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 εδ.γ'του ΚΠολΔ, ο δε υπό εξέταση λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. - ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) Το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα, 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Αν ο λόγος αναίρεσης από το άνω άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος.

Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να εκτίθεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, και ο συγκεκριμένος ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τους πρώτο, μέρος πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω εγγράφων, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, και ειδικότερα:

α) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. .... και .....στοιχα, της χερσαίας και θαλάσσιας ζώνης του Λιμένος ...., αφού δέχθηκε ότι " με την πρώτη απόφαση καθορίσθηκε η οριογραμμή του αιγιαλού και της χερσαίας ζώνης στην περιοχή Λιμένος .... και ότι με τη δεύτερη απόφαση έγινε επανακαθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού στην ανατολική ακτή του Λιμένος ...., ενώ ο αιγιαλός στην περιοχή αυτή είχε καθοριστεί άπαξ με την από ......

έκθεση της κατά το άρθρο 5 του α.ν. 263/1968 αρμόδιας για τον καθορισμό αυτού επιτροπής", β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από μηνός Ιανουαρίου 1971, νόμιμα θεωρημένου, διαγράμματος του μηχανικού Γ1, αφού δέχθηκε ότι "στο σχεδιάγραμμα αυτό η οριογραμμή του αιγιαλού, πριν και μετά το επίδικο, αποτυπώνεται ως ελλειψοειδής γραμμή, ακολουθώντας την ακτογραμμή, όταν όμως πλησιάζει το επίδικο γίνεται τεθλασμένη, στρέφεται προς δυτικά και εισέρχεται σε μεγάλη απόσταση από την υπόλοιπη ακτογραμμή προς την ξηρά, περιβάλλει το επίδικο και άλλα δομημένα τετράγωνα, και ότι για τον καθορισμό αυτό δεν προβάλλονται λόγοι που να τον δικαιολογούν, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι τα φυσικά δεδομένα της συγκεκριμένης περιοχής είναι διαφορετικά από εκείνης βορείως και νοτίως του επιδίκου", ενώ από το παραπάνω διάγραμμα προκύπτει ότι "παραπλεύρως του επιδίκου και σε επαφή με αυτό εκβάλλει μεγάλος ρύαξ, εξαιτίας του οποίου έχει διαμορφωθεί έτσι η προ της ακτογραμμής φυσική κατάσταση, ώστε να δικαιολογείται ο διαφορετικός καθορισμός του αιγιαλού στην ένθεν και ένθεν του ρύακος περιοχή στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο" και ακόμη ότι " στον καθορισθέντα αιγιαλό περιλαμβάνονται μόνο το επίδικο και άλλα μεμονωμένα αυθαίρετα κτίσματα, όχι όμως και οικοδομικά τετράγωνα του οικισμού" και γ) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των με αριθμούς 1, 2, και 3 φωτογραφιών, στις οποίες απεικονίζεται το επίδικο και ο προ αυτού, προς την πλευρά της θάλασσας, χώρος, αφού δέχθηκε ότι "σ' αυτές δεν αποτυπώνεται αναρρίχηση των κυμάτων της θάλασσας μέχρι του δαπέδου του επιδίκου, πράγμα, όμως, που αποτυπώνεται σ' αυτές σε μια μέτρια θαλασσοταραχή".

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτούς ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα παραπάνω έγγραφα. Επίσης απορριπτέος ως αόριστος είναι και ο πρώτος, μέρος δεύτερο, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε τη δέουσα αποδεικτική δύναμη στην ως άνω υπ' αριθμ. .....

απόφαση της Λιμενικής Επιτροπής Ηρακλείου, η οποία αποτελεί δημόσιο έγγραφο, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το εν λόγω έγγραφο, καθώς και ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-4-2006 αίτηση του νομικού προσώπου με την επωνυμία " ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΛΙΜΕΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ", και τους από 18-4-2006 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 43/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια ( 1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ