Supreme Court allows appeal against indictment due to defective corporate representation formalities under Criminal Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled a first-instance decision dismissing an indictment filed by the National Bank of Greece against a defendant. The prosecution argued the bank's representative lacked proper authority because the board's minutes lacked notarized signatures required by Article 42 of the Criminal Procedure Code. The Court held that the representative acted as a statutory organ of the bank rather than a mere agent, meaning the specific signature verification formalities were unnecessary, thus invalidating the dismissal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 42 § 2 KPD; Art. 18 of the 1920 Law on Joint Stock Companies; The representative of a joint stock company acting as a statutory organ is not subject to the signature verification formalities required for private agents under Article 42 § 2 of the Criminal Procedure Code.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 573 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 573/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της 71466/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Π. Τ. του Δ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 17/06.07.2004 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1202/2004.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρ. 46 του ΚΠΔ, αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη αξιόποινης πράξης, υποβάλλει την έγκληση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρ. 42 παρ. 2 και 3. Στο άρθρο δε 42 παρ. 2 ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι η μήνυση γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους (προ)ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο το μηνυτή, είτε από ειδικό πληρεξούσιο.
Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας, προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της μήνυσης, μπορεί δε να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα (στην τελευταία περίπτωση), πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική Αρχή ή δικηγόρο. Εξάλλου, κατά το αρ. 18 του κωδικοποιημένου (με το β.δ. 174/1963) Ν. 2190/1920, "1.
Η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του διοικητικού συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικά. 2. Το καταστατικό δύναται να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρία εν γένει ή σε ορισμένου μόνον είδους πράξεις ...". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι η εκπροσώπηση της ανωνύμου εταιρίας έχει ανατεθεί στο διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο κατ' αρχή ενεργεί συλλογικά.
Δύναται όμως το διοικητικό συμβούλιο, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση στο καταστατικό, να αναθέσει την εκπροσώπηση της εταιρίας (δικαστικώς ή εξωδίκως), είτε την ενέργεια ορισμένης ή ορισμένων πράξεων, σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, τα οποία μπορεί να είναι μέλη του ή και τρίτοι. Στην περίπτωση αυτή, η εκπροσώπηση αφορά ευθέως το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, ο οριζόμενος δε από το διοικητικό συμβούλιο, ως υποκατάστατος αυτού (μέλος του ή τρίτος) ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρίας, κατά τα αρ. 65, 67 και 68 του ΑΚ, δηλαδή ως καταστατικό όργανο αυτής (εταιρίας) και δεν έχει ανάγκη άλλης, ειδικής ή μη εγγράφου πληρεξουσιότητας ή (δήλωσης) εξουσιοδότησης και βεβαίωσης της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα, όπου κατά νόμο απαιτείται τέτοια πληρεξουσιότητα ή εξουσιοδότηση, όπως έχει ανάγκη ο κατά το αρ. 211 του ΑΚ αντιπρόσωπος ή ο κατά το άρ. 713 του ίδιου Κώδικα εντολοδόχος.
Αρκεί δηλαδή στην περίπτωση αυτή για την υποβολή έγκλησης, από μέρους της εταιρίας, επικυρωμένο αντίγραφο της πράξεως του διοικητικού συμβουλίου της, με την οποία ανατίθεται η ενέργεια αυτή σε μέλος του ή σε τρίτον και δεν είναι αναγκαία και η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του διοικητικού συμβουλίου, από Αρχή ή δικηγόρο.
Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή όταν παρά την ύπαρξη αποφάσεως του Δ.Σ. της εγκαλούσης εταιρείας, διατυπωμένη σε πρακτικά αυτής που αναθέτει την υποβολή εγκλήσεως σε μέλος του ή σε τρίτον, απαιτηθεί περαιτέρω και βεβαίωση της γνησιότητος της υπογραφής των μελών του άνω Δ.Σ. και λόγω ελλείψεως αυτής, το δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη ή παύει οριστικώς αυτήν (την ποινική δίωξη), λόγω εκπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως, καθιστά την απόφαση αναιρετέα για υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 § 1 Η ΚΠΔ).
Στην εξεταζομένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 71466/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, κατά του κατηγορουμένου Π. Τ. του Δ. ασκήθηκε ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής (άρθρ. 79 ν. 5960/33), πράξη η οποία διώκεται κατ' έγκληση.
Την έγκληση κατά του κατηγορουμένου υπέβαλε η φερόμενη ως παθούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ", με το από 26-6-2003 έγγραφο, το οποίο υπέγραψε και εγχείρισε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ο Γ. Α. του Π., Υποδιευθυντή της ΕΤΕ και στο οποίο αναφέρεται ότι "εκπροσωπεί νόμιμα την τράπεζα δυνάμει του Πρακτικού ΔΣ ΕΤΕ, όπως αυτό έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ 11914/27-11-2002.
Βέβαια, το Καταστατικό της τράπεζας (ΦΕΚ 552/1996), εκτός του ότι ορίζει ότι για την εγχείριση μηνύσεως ή εγκλήσεως κλπ την τράπεζα εκπροσωπούν, πλην του Προέδρου του Δ.Σ., και τα λοιπά εκεί αναφερόμενα υπαλληλικά στελέχη, στα οποία δεν περιλαμβάνεται ο προαναφερόμενος Υποδιευθυντής της, περαιτέρω επιτρέπει στο Δ.Σ., με απόφαση αυτού, να μεταβιβάζει τις εξουσίες του (μεταξύ των οποίων και η εκπροσώπηση της τράπεζας) εν όλω ή εν μέρει, στον Πρόεδρο ή εις άλλα μέλη αυτού, εις υπαλλήλους της τραπέζης ή και σε τρίτους.
Όμως, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν ΦΕΚ, που προσκομίζεται, στην ερευνώμενη περίπτωση ο ανωτέρω ενήργησε ως απλός εντολοδόχος του Δ.Σ., της τράπεζας για την εκτέλεση των συγκεκριμένων πράξεων και όχι ως υποκατάστατος του Δ.Σ. αυτής (ως όργανο εκπροσωπήσεως της ΑΕ). Κατόπιν αυτού, στο απόσπασμα του πρακτικού του δ.σ.
έπρεπε να βεβαιώνεται και η γνησιότητα της υπογραφής των εντολέων (μελών του Δ.Σ.) από δικηγόρο ή δημόσια κλπ αρχή, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ. 2 του ΚΠΔ. Από το προσκομιζόμενο ΦΕΚ (αντίγραφο του πρακτικού δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο), δεν προκύπτει ότι υπάρχει τέτοια βεβαίωση.
Συνεπώς, θα πρέπει, εφόσον δεν είναι νομότυπη η υποβληθείσα, για λογαριασμό της άνω Τράπεζας, έγκληση σε βάρος του κατηγορουμένου, ως παραβάτη του άρθρου 79 ν. 5960/33 και εξαλείφθηκε το αξιόποινο λόγω παρόδου έκτοτε της τρίμηνης προθεσμίας υποβολής νόμιμης εγκλήσεως, να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου. Με αυτά, όμως, που εδέχθη το δικαστήριο αυτό υπερέβη την εξουσία του και κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα, γιατί, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην μείζονα νομική σκέψη, ο υποβαλών την έγκληση Γ. Α. ενήργησε ως καταστατικό όργανο της εγκαλούσης Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και όχι ως εντολοδόχος αυτής με περαιτέρω συνέπεια να μη απαιτείται στο απόσπασμα του πρακτικού του Δ.Σ. αυτής, να βεβαιώνεται η γνησιότης της υπογραφής των μελών του Δ.Σ. της Εθνικής Τραπέζης από δικηγόρο, δημόσια αρχή κλπ κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 § 2 του ΚΠΔ. Επομένως, ο συναφής εκ του άρθρου 510 § 4 ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ'ουσίαν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο με σύνθεση διαφορετική από εκείνη της αναιρουμένης αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 71466/2004 απόφαση του ΣΤ' Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εδίκασε προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ