Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on employee wage differences and abuse of rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the employer's appeal against the First Instance Court's judgment awarding the employee €9,354.63 in wage differences and benefits. The court found the employee's claim for Sunday work, holiday pay, and vehicle maintenance costs valid, rejecting the employer's argument that the claim was abusive due to the delay in filing after resignation. Consequently, the appeal was rejected, and the employer was ordered to pay the employee's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: The court held that an employee's claim for wage differences filed after resignation does not constitute an abuse of rights if the employer cannot prove the employee's intent to delay indefinitely.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 572 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 572/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Μερεκούλια, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Σ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Βικτωρία Καφαντάρη, η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2021 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 880/2023 του ίδιου Δικαστηρίου και 1306/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από ...2024 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό την κρίση, από ...2024 με αριθμ.καταθ....2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1306/...2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, επί α) της από ...2023 με αριθ. καταθ. ......2023 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και β) της από ...2023 με αριθ.καταθ. .../...2023 έφεσης του εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ετερόρρυθμης εταιρίας, κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 880/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την τελευταία απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας επί της από ...2021 (αριθμ.καταθ..../2021) αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, απασχολούμενου από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως διανομέας ειδών μαζικής εστίασης, αφού είχε απορρίψει την άνω αγωγή κατ'ουσία ως προς τις αιτούμενες διαφορές αμοιβών και αποζημίωσης για υπερωριακή και νυχτερινή απασχόληση, την είχε δεχθεί εν μέρει κατ'ουσία κατά τα λοιπά, επιδικάζοντας το συνολικό ποσό των 9.354,63 ευρώ, ως οφειλόμενες διαφορές αποδοχών και αποζημίωσης για εργασίας τις Κυριακές, επιδομάτων εορτών και αδείας, αποζημίωσης χρήσης και συντήρησης οχήματος, του άρθρου 56 του ν.4611/2019, και ως αποζημίωση λόγω μη χορήγησης άδειας αναψυχής.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά τις ανωτέρω αντίθετες εφέσεις, απέρριψε κατ'ουσία την πρώτη, και κατά παραδοχή της δεύτερης έφεσης, της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ'ουσία, επιδικάζοντας μικρότερο ποσό από το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό για τις ανωτέρω αιτίες, και συγκεκριμένα επιδίκασε το συνολικό ποσό των 5.197,69 ευρώ, ως διαφορές επιδομάτων εορτών Πάσχα και αδείας, αμοιβών και αποζημίωσης για εργασία τις Κυριακές, αποζημίωσης χρήσης και συντήρησης οχήματος, του άρθρου 56 του ν.4611/2019, και ως αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας αναψυχής, νομιμοτόκως.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις ...2024, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Κ. Δ. επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εντός της νόμιμης προθεσμίας των 30 ημερών από την ανωτέρω επίδοσή της, και συγκεκριμένα στις ...2024 (αρθ. 552, 553, 556, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ.577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (αρθ.577 παρ.3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651,653 και 655 του ΑΚ η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών από τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, ως και των αποδοχών και αποζημίωσης για εργασία τις Κυριακές, αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων και οι όροι της, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους του παροχή της εργασίας του και κατά τις Κυριακές, ο αριθμός αυτών, ο συμβατικός ή ο κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις νόμιμος μισθός του, και το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες αποδοχές, καθώς και τα αξιούμενα για κάθε αιτία ποσά (ΑΠ 1790/2023, ΑΠ 1242/2020, ΑΠ 525/2018, ΑΠ 1004/2017).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22 § 2 του Συντάγματος και 3 § 1, 7, 8 § 2, 9 § 1, 10 § 2 και 11 § 2 ν. 1876/1990 συνάγεται ότι (α) κατά την σύναψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους και ως εκ τούτου οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 945/2021, ΑΠ 519/2021).
Για το λόγο αυτόν δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικά στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση αποδοχών του εργαζομένου, με βάση υπολογισμού τις νόμιμες αποδοχές του, οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε., οι οποίες εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.
α' ΚΠολΔ, τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχείρησης, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές (ΑΠ 1692/2022, ΑΠ 667/2019, ΑΠ 74/2009). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 338 παρ.1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 416 και 422 εδ α του ΑΚ, από τις οποίες η πρώτη ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με την καταβολή και η δεύτερη ότι, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά τη καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί, προκύπτει ότι ο οφειλέτης, εναγόμενος προς πληρωμή ορισμένου χρέους, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής που επάγεται την απόσβεση της οφειλής του, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, καθόσον αυτό εξυπακούεται, αφού γι' αυτό μόνον είναι η διαφορά.
Κατά συνέπεια δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή για το ορισμένο αυτής και τα ποσά που καταβλήθηκαν στον ενάγοντα μισθωτό από τον εναγόμενο εργοδότη του και μάλιστα χωριστά για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο (αποδοχές, επιδόματα, προσαυξήσεις για παροχή υπερωριακής ή υπερεργασιακής εργασίας κλπ), διότι οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν κατά το άρθρο 416 του ΑΚ ένσταση εξόφλησης εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη.
Αν παρά ταύτα στο δικόγραφο της αγωγής διαλαμβάνεται συνολικά και το ποσό που για τις αιτίες αυτές καταβλήθηκε στον ενάγοντα, η ως άνω αναφορά ενέχει καθ' υποφοράν άρνηση του ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου εργοδότη περί περαιτέρω καταβολών και δεν καθιστά αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την αγωγή, κατά τα ως άνω κεφάλαια, αφού οι καταβολές αυτές αποτελούν μέρος του συνόλου των αξιώσεων του μισθωτού από διάφορες αιτίες που θεμελιώνουν και την ιστορική βάση της αγωγής, από το άθροισμα δε όλων των επίδικων απαιτήσεων του ενάγοντος που θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία και αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς, θα αφαιρεθεί το συνολικό ποσό που στην αγωγή αναγράφεται ως καταβληθέν.
Κατά συνέπεια η παράλειψη της μνείας του ύψους των εν λόγω καταβολών χωριστά για κάθε κονδύλιο, δεν επάγεται αδυναμία άμυνας του εναγομένου εργοδότη, αφού οι καταβολές αυτές στηρίζουν ισχυρισμό αυτού περί ολικής ή μερικής εξόφλησης (άρθ. 416 και 422 εδ.α του ΑΚ) και όχι ισχυρισμό του ενάγοντος, ούτε καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο του είδους και ποσού της διαφοράς.
Η ως άνω αναφορά όμως στο συνολικώς καταβληθέν ποσό καθιστά αόριστο το παρεπόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων από τότε που κάθε επί μέρους οφειλή κατέστη απαιτητή κατ' άρθρο 341 του ΑΚ, αφού μετά την αφαίρεση του συνολικά καταβληθέντος ποσού από το άθροισμα των επί μέρους διαφορετικών αξιώσεων του μισθωτού, δεν είναι πλέον εφικτός ο προσδιορισμός του ύψους της κάθε επί μέρους οφειλής κατά κεφάλαιο, αναλόγως της αιτίας αυτής, επί της οποίας γεννώνται τόκοι από τότε που αυτή κατέστη απαιτητή, χωρίς βεβαίως τούτο να αποκλείει την σε κάθε περίπτωση εμπεριεχομένη στο ως άνω παρεπόμενο αίτημα επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής (άρθ. 346 του ΑΚ) ή από την τυχόν προηγηθείσα αυτής όχληση για την καταβολή των διαφορών (άρθ. 340 του ΑΚ) ή από το τέλος κάποιου χρονικού σημείου (πχ.
από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν οι διαφορές αποδοχών), εφόσον τούτο καθίσταται εφικτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1790/2023, ΑΠ 1242/2020, ΑΠ 1004/2017). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1790/2023, ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ.
α` και β` ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1115/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως το περιεχόμενό του εκτιμάται, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, αληθώς από τους αριθμούς 1 και 14 (και όχι από τους αριθμούς 1 και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της, ως εφεσίβλητης, περί αοριστίας της αγωγής του αντιδίκου της που είχε κριθεί πρωτοδίκως ορισμένη, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, αλλά και αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο της.
Ειδικότερα επικαλείται ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και συνακόλουθα απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, ενώ ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με επίκληση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζητεί την επιδίκαση διαφορών αμοιβών και προσαυξήσεων για υπερωριακή και νυχτερινής απασχόληση, εργασία τις Κυριακές, επιδομάτων εορτών και αδείας, αποζημίωσης για χρήση και συντήρηση του οχήματός του κατά το ν.4611/2019, και αποζημίωση αδείας, για το επίδικο χρονικό διάστημα από …2016 έως …2021, και δη εντόκως, στο αγωγικό δικόγραφο α) αορίστως αναφέρει τις γενόμενες εκ μέρους του καταβολές και δεν τις καταλογίζει σε συγκεκριμένο κονδύλιο, με συνέπεια να μην προκύπτει ποιο εξ αυτών αξιώνει με την αγωγή του και κατά ποιο μέρος και β) δεν εκθέτει το συμβατικό ή το νόμιμο ημερομίσθιό του, ούτε τη ΣΣΕ που προβλέπει τις νόμιμες αποδοχές του, που συνιστούν τη βάση του υπολογισμού των Κυριακών, αλλ'ούτε προσδιορίζει την εργασία του τις Κυριακές, την νυχτερινή του και την υπερωριακή του απασχόληση και τέλος εσφαλμένα υπολογίζει τα επιδόματα εορτών και την αποζημίωση χρήσης και συντήρησης του οχήματος του ν.4611/2019.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από ...2021 με αριθμ.καταθ..../2021 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων [ήδη αναιρεσίβλητος], εξέθετε ότι με την από ...2015 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε από την εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] ως διανομέας στην επιχείρηση μαζικής εστίασης που η ίδια διατηρεί στο ..., απασχολούμενος όλες τις ημέρες της εβδομάδος, εκτός μίας, πάντοτε καθημερινής, επί 8ωρο ημερησίως, από ώρα 14.00 έως 22.00, με χρήση δικού του οχήματος (δίκυκλης μοτοσικλέτας), με συμφωνημένο ωρομίσθιο ποσού 3,50 ευρώ την ώρα και αντίστοιχα συμφωνημένο ημερομίσθιο ποσού (3,50Χ8=) 28 ευρώ.
Ότι από της προσλήψεώς του έως και την οικειοθελή αποχώρησή του στις ...2021, εργάστηκε με την ανωτέρω ειδικότητά του κάθε μέρα από ώρα 12.00 έως 24.00 και έτσι παρείχε στην εναγομένη α) υπερωριακή εργασία τις αναφερόμενες ανά ημέρα και μήνα ώρες, δικαιούμενος ως διαφορές προσαυξήσεων υπερωριακής απασχόλησης το συνολικό ποσό των 18.748,80 ευρώ, β) νυχτερινή εργασία τις αναφερόμενες ανά ημέρα και μήνα ώρες, δικαιούμενος ως διαφορές προσαυξήσεων νυχτερινής απασχόλησης το συνολικό ποσό των 4.503 ευρώ, γ) εργασία συνολικά 277 Κυριακές, εντός των ετών 2016 έως και 2021, προσδιοριζόμενες διακριτώς κατ'αριθμό και ετησίως, χωρίς να του χορηγηθεί άλλη ημέρα ανάπαυσης και να του καταβληθεί η νόμιμη προσαύξηση, δικαιούμενος ως νόμιμη προσαύξηση ημερομισθίου το συνολικό ποσό των 5.817 ευρώ, έναντι του οποίου η εναγομένη του κατέβαλε μόνο 1.591,82 ευρώ, οφείλοντάς του το υπόλοιπο ποσό των 4.225,18 ευρώ.
Ότι η εναγομένη επίσης του οφείλει : δ) διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων των ετών 2016 έως και 2020 ποσού 2.178,57 ευρώ, καθόσον έναντι των οφειλομένων για την αιτία αυτή συνολικού ποσού 3.360 ευρώ, του κατέβαλε μόνο το ποσό των 1.181,43 ευρώ, ε) διαφορές επιδομάτων εορτών Πάσχα των ετών 2016 έως και 2021, προσδιοριζόμενες κατ'έτος και ανερχόμενες συνολικά στο ποσό των 1.471,93 ευρώ, καθόσον έναντι των οφειλομένων για την αιτία αυτή συνολικού ποσού 2.106 ευρώ, του κατέβαλε μόνο τα αναφερόμενα διακριτώς ανά έτος ποσά και συνολικά το ποσό των 544,07 ευρώ στ) αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας των ετών 2016 έως και 2020, ποσού 672 ευρώ ετησίως και συνολικά ποσού 3.360 ευρώ, καθόσον τα έτη αυτά δεν του χορήγησε άδεια αναψυχής, ζ) διαφορές επιδομάτων αδείας για τα ίδια έτη, προσδιοριζόμενες ετησίως και ανερχόμενες συνολικά στο ποσό των 1.233,45 ευρώ, καθόσον έναντι των οφειλομένων για την αιτία αυτή συνολικού ποσού 1.820 ευρώ, του κατέβαλε μόνο τα αναφερόμενα, διακριτώς ανά έτος ποσά και συνολικά το ποσό των 586,55 ευρώ και η ) διαφορές αποζημίωσης χρήσης και συντήρησης του οχήματός του για το χρονικό διάστημα από …2016 έως ...2021, ποσοστού 15% επί των μηνιαίως καταβαλλόμενων συμβατικών αποδοχών του, ποσού 5.309 ευρώ, καθόσον για την αιτία αυτή του κατέβαλε, έναντι του συνολικά οφειλομένων των 6.988,80 ευρώ, μόνο το ποσό των 1.679,80 ευρώ.
Κατόπιν τούτων η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 41.029,93 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με την με αριθμό 880/2023 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η άνω αγωγή κρίθηκε ορισμένη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, και αφού απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τις αιτούμενες διαφορές αμοιβών και προσαυξήσεων για υπερωριακή και νυχτερινή απασχόληση, έγινε δεκτή εν μέρει κατ'ουσία κατά τα λοιπά.
Στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος των αντίθετων εφέσεων που άσκησαν οι διάδικοι κατά της άνω οριστικής απόφασης και συγκεκριμένα α) της από ...2023 (αριθμ.καταθ....023) έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) της από ...2023 (αριθμ.καταθ..../2023) έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 1306/2023, απόφασή του, απέρριψε το λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας με τον οποίο επανέφερε τον ισχυρισμό της για αοριστία της αγωγής του αντιδίκου της, ενάγοντος-αναιρεσίβλητου, ενώ απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του τελευταίου, κρίνοντας ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του ως προς τις αιτούμενες διαφορές αμοιβών και προσαυξήσεων για υπερωριακή και νυχτερινή απασχόληση, όπως είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την οριστική του απόφαση, επιπρόσθετα δε, κατά παραδοχή της έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, απέρριψε την αγωγή κατ'ουσία και ως προς τις επίδικες διαφορές επιδομάτων εορτής Χριστουγέννων.
Μετά ταύτα η αγωγή, ως προς τις αιτούμενες διαφορές αμοιβών και προσαυξήσεων για υπερωριακή και νυχτερινή απασχόληση και επιδομάτων Χριστουγέννων του επιδίκου χρονικού διαστήματος, απορρίφθηκε τελεσίδικα ως ουσιαστικά αβάσιμη, και το δεδικασμένο αυτό που δημιουργήθηκε είναι το ευνοϊκότερο για την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα.
Συνακόλουθα, η τελευταία δεν έχει έννομο συμφέρον να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου της, ως προς τις προαναφερόμενες κατ'αυτής αξιώσεις του (υπερωριακής, νυχτερινής και επιδομάτων εορτής Χριστουγέννων), ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, όπως διώκει στα πλαίσια του κρινόμενου λόγου αναίρεσης ζητώντας την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης (και) κατά το μέρος τούτο, με επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ και συνεπώς ο κρινόμενος λόγος αναίρεσης ως προς τις αιτιάσεις αυτές της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, καθό μέρος αφορά στην απόρριψη του λόγου έφεσης της αναιρεσείουσας με τον οποίο η ίδια επανέφερε τον ισχυρισμό της περί αοριστίας των λοιπών αιτημάτων της ένδικης αγωγής του αντιδίκου της, είναι παραδεκτός, καθόσον το Εφετείο, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσής της, αφού έκρινε ορισμένη την αγωγή, όπως προαναφέρθηκε, ακολούθως την έκρινε νόμιμη και κατ'ουσία βάσιμη εν μέρει, ως προς τις ένδικες διαφορές επιδομάτων εορτών Πάσχα και αδείας, προσαύξησης για εργασία τις Κυριακές (υπολογιζομένη επί του νομίμου ημερομισθίου βάσει της ισχύουσας ΕΓΣΣΕ), αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και αποζημίωσης χρήσης και συντήρησης οχήματος, του άρθρου 56 του ν.4611/2019 (από την ισχύ του νόμου αυτού, στις 17-5-2019, και εντεύθεν, ποσοστού 15% επί της προκύπτουσας αναλογίας μηνιαίως λόγω μερικής απασχόλησης), επιδικάζοντας το συνολικό ποσό των 5.197,69 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Κρίνοντας το Εφετείο ορισμένη την αγωγή του αναιρεσίβλητου με το προαναφερόμενο περιεχόμενο ως προς τις άνω, διαφορετικής αιτίας, αξιώσεις του, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, ούτε αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για το ορισμένο της, καθόσον σαφώς προκύπτει κάθε επιμέρους αιτούμενο ποσό και η νόμιμη αιτία οφειλής του.
Ειδικότερα, οι αναφερόμενες στην αγωγή καταβολές εκ μέρους της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας, δεν αποτελούν αναγκαίο κατά νόμο περιεχόμενό της για το ορισμένο των επιμέρους επιδίκων αγωγικών αξιώσεων, όπως εσφαλμένως θεωρεί η αναιρεσείουσα, αλλά μόνο για το ορισμένο του παρεπόμενου αιτήματος τοκογονίας κάθε μίας τούτων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Μάλιστα στο δικόγραφό της εκτίθεται, εκτός από την καταβολή συγκεκριμένων ποσών και ο καταλογισμός τους σε συγκεκριμένη αγωγική αξίωση, ενώ τούτο δεν ήταν αναγκαίο, ούτε για το παρεπόμενο περί τοκογονίας αίτημα, καθόσον δεν ζητήθηκαν τόκοι υπερημερίας διακριτώς για κάθε επιμέρους ποσό, κατ'άρθρο 341 ΑΚ, αλλά ενιαία από την επίδοση της αγωγής (αρθ.346 ΑΚ).
Περαιτέρω, στην αγωγή σαφώς εκτίθεται, όπως απαιτείται για το ορισμένο της, κατά τα προεκτεθέντα, η υφισταμένη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, οι όροι της, η ειδικότητα, το συμβατικό ωρομίσθιο και ημερομίσθιο του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε με την αναφερόμενη ειδικότητα, και προσδιορίζεται ο αριθμός των Κυριακών που εργάστηκε κατ'έτος και συνολικά το επίδικο χρονικό διάστημα, ως και το συγκεκριμένο ποσό που αξιώνεται διακριτώς για τις επικαλούμενες διαφορετικές νόμιμες αιτίες.
Πέραν των στοιχείων αυτών δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή και το νόμιμο ημερομίσθιο του ενάγοντος και η συγκεκριμένη ΣΣΕ που το προβλέπει, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, καθόσον αυτή εφαρμόζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο ουσίας, όπου κατά νόμο απαιτείται για τον υπολογισμό των ενδίκων αξιώσεων, αφού εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο τα γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή της.
Τέλος, ο επικαλούμενος από την αναιρεσείουσα εσφαλμένος, κατά το νόμο, υπολογισμός στην αγωγή των επιδίκων επιδομάτων Πάσχα, των προσαυξήσεων για απασχόληση τις Κυριακές και της αποζημίωσης χρήσης και συντήρησης του οχήματός τους, του άρθρου 56 του ν. 4611/2011, δεν καθιστά την ένδικη αγωγή αόριστη κατά το μέρος τούτο, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δύναται να κρίνει - και έκρινε - τη νομική βασιμότητα των ανωτέρω αξιώσεων του ενάγοντος και για συγκεκριμένο ποσό, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα τις κείμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που τις προβλέπουν και προσδιορίζουν τον τρόπο υπολογισμό τους.
Κατόπιν τούτων το Εφετείο, απορρίπτοντας το λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής κατά το προαναφερόμενο μέρος, κρίνοντάς την ορισμένη κατ'αυτό, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του ΚΠολΔ και συνακόλουθα ο ερευνώμενος πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και, γενικώς, στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και, μάλιστα, ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και, της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με την παραπάνω διάταξη της ΑΚ 281 (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2012).
Όμως, η άνω διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος όταν αυτή υπερβαίνει τα στη διάταξη αυτή αναφερόμενα όρια, έχει εφαρμογή στην περίπτωση άσκησης δικαιώματος από τον δικαιούχο, όταν δηλαδή αυτός επιδιώκει την παροχή έννομης προστασίας για να επιτύχει την πραγματοποίηση της κατάστασης που αρμόζει στο δικαίωμά του και όχι όταν ο αντίδικός του αρνείται, απλά ή αιτιολογημένα να δεχθεί την ύπαρξη ή άσκηση δικαιώματος του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 17/1995, Ολ ΑΠ 4/2001, ΑΠ 567/2023).
Τέλος, κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.
Επομένως, δεν ιδρύεται αν η αγωγή ή η ένσταση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, αόριστη, ή μη νόμιμη ή για άλλον τυπικό λόγο (ΑΠ 1740/2023, ΑΠ 1201/2022, ΑΠ 589/2022). Από την παραδεκτή, κατ'άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πρωτοδίκων προτάσεων της αναιρεσείουσας, των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του δικογράφου της έφεσής της, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα (εναγομένη), πρότεινε παραδεκτά πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο έφεσης, προς απόκρουση της κατ' αυτής αγωγής του αναιρεσιβλήτου, την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, επικαλούμενη ότι:
ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) δεν δικαιούται όσα αξιώνει με την ένδικη αγωγή του, διότι του έχουν καταβληθεί όλες οι οφειλόμενες αποδοχές του για την εργασία που της παρείχε το επίδικο χρονικό διάστημα, ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε όχληση ή διαμαρτυρία ή έκφραση δυσαρέσκειας εκ μέρους του προς την ίδια ή άλλο αρμόδιο φορέα σχετικά με τις αποδοχές του, καθόλη την εξαετή διάρκεια της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που έληξε με την οικειοθελή αποχώρησή του, δημιουργώντας της έτσι την εύλογη πεποίθηση ότι ήταν απόλυτα ευχαριστημένος με τους όρους εργασίας και αμοιβής του και ότι δεν πρόκειται να ασκήσει στο μέλλον οποιαδήποτε αξίωση του κατ'αυτής από την παροχή της εργασίας του, προέβη δε στην άσκηση της ένδικης αγωγής, όχι κατά τη διάρκεια της σύμβασής τους, αλλά έξι μήνες μετά την αποχώρησή του, με συνέπεια η άσκηση του ενδίκου δικαιώματός του να είναι καταχρηστική.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα επανέφερε την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασή της που είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, αποφαινόμενο ότι τα, από την εναγομένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν θεμελιώνουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση, με βάση δε αυτά ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη.
Και τούτο διότι τα προαναφερόμενα περιστατικά που επικαλέστηκε η εναγομένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν θεμελιώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό της, δεν πληρούν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και δικαιολογούν τη νομική αβασιμότητα της, εκ του άρθρου αυτού, προβληθείσας ένστασής της. Ειδικότερα, τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, με τα οποία αμφισβητείται η ύπαρξη των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου με επίκληση καταβολής όλων των οφειλομένων σε αυτόν αποδοχών του για την παρεχόμενη εργασία του, συνιστούν άρνηση του αγωγικού δικαιώματος, ενώ η προβολή της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης προϋποθέτει κατάφασή του (ΑΠ 1046/2024).
Περαιτέρω, η ιστορούμενη συμπεριφορά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, της αξίωσης των επιδίκων διαφορών αποδοχών, αμοιβών και αποζημιώσεων μετά την λήξη της σύμβασης εργασίας, το πρώτον έξι μήνες μετά την οικειοθελή αποχώρησή του, χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη όχληση ή διαμαρτυρία, δεν συνιστά επί μακρόν αδράνειά του και συμπεριφορά εργαζομένου που κατά αντικειμενική κρίση δημιουργεί στον εργοδότη του την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές μετά την οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία του, και οι περιστάσεις αυτές δεν αρκούν για να καταστήσουν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσής του.
Κατόπιν τούτων το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογής της, και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συνεπώς, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Τέλος, οι διαλαμβανόμενες στο ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις, με τις οποίες η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά την απόρριψη του σχετικού, με την ανωτέρω εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασή της, λόγου της έφεσής της, δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, καθόσον ο λόγος αυτός προϋποθέτει την ουσιαστική της έρευνα, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη που προηγήθηκε, ενώ η άνω ένσταση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και δεν ερευνήθηκε κατ'ουσία.
Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, ο οποίος παρέστη χωρίς να καταθέσει προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, που υποβλήθηκε με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (αρθ.176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ...2024 (αριθμ.καταθ....2024) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1306/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών)
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα την πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ