Legislator Case Law & Legislation
572/2023 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against final judgment, remanding specific claim for retrial.

Case Number 572/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a final judgment, rejecting the appeal regarding the main claim but overturning the dismissal of a separate counterclaim. The State argued that the lower court improperly rejected its appeal, while the contractors contended the dismissal was final. The court ruled that since the State had previously filed an appeal on the main claim which remained pending, the current appeal regarding that claim was inadmissible, but the dismissal of the contractors' counterclaim was validly appealed and thus remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 559, 580, 178, 179 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if a prior appeal on the same subject matter remains pending, but a separate counterclaim may be appealed independently, resulting in a partial remand for retrial.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal pending prior appeal counterclaim appeal partial remand costs offsetting final judgment civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 572 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 572/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη -Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο έχει καταστεί καθολικός διάδοχος του Εθνικού Ιδρύματος Υποδοχής και Αποκατάστασης Αποδήμων και Παλιννοστούντων Ομογενών Ελλήνων (Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε.), το οποίο είχε τεθεί σε εκκαθάριση από την Επιτροπή Εκκαθάρισης. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Νομική Σύμβουλο του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Κ., αναδόχου του έργου ... όπως αυτή έχει ήδη διαμορφωθεί σε "....", μετά από την συγχώνευση και πλήρη απορρόφηση της "... από τη "... όπως νόμιμα εκπροσωπείται, καθώς και των εταιρειών που την αποτελούν, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στη Θ. Θ.και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στην Κ. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Θωμούλα Γρηγορίου και Ιωάννη Μίγγο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις αγωγές, προσφυγές και πρόσθετες παρεμβάσεις, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4348/2011 μη οριστική και 2000/2015 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 1592/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της 1592/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της 2000/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε το αναιρεσείον με την από 10-1-2018 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ.1424/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10-1-2018 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 1592/2017 τελεσιδίκου αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθ. 2000/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την υπόθεση επαναφέρουν με κλήση οι καλούσες με την από 29-6-2020 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Kατά το άρθρο 553 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνον τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ, αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996, ΑΠ 1119/2019, ΑΠ 839/2018, ΑΠ 300/2017).

Μόνο αν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως (ΑΠ 1672/2017, ΑΠ 341/2015, ΑΠ 909/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά.

Η παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει την γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 1228/2015, ΑΠ 850/2014, ΑΠ 1573/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εισήχθησαν προς εκδίκαση, κατά τη δικάσιμο της 7.4.2011 και κατά την τακτική διαδικασία, μεταξύ άλλων, Α) Η από …. και με αριθ. καταθ. ... προσφυγή των: 1) κοινοπραξίας με την επωνυμία ...

και 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..., στρεφομένη κατά 1) του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΥΠΟΔΟΧΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΛΙΝΝΟΣΤΟΥΝΤΩΝ ΟΜΟΓΕΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ" (Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε.), στη θέση του οποίου υπεισήλθε εν συνεχεία, λόγω της εκκαθάρισής του, το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός του διάδοχος, και 2) της Δημόσιας Επιχείρησης Πολεοδομίας και Στέγασης (...), με την οποία οι προσφεύγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, η πρώτη από αυτές ως ανάδοχος του έργου ..., λόγω της από 14-11-1995 σύμβασης μεταξύ αυτής και της δεύτερης των καθ' ων, ως φορέα κατασκευής του έργου, και του πρώτου των καθ' ων ΝΠΙΔ, ως κυρίου του έργου, και οι υπόλοιπες ως κοινοπρακτούντα μέλη της πρώτης, ισχυρίστηκαν ότι συνέταξαν και υπέβαλαν τον 3ο Συνολικό Πίνακα του έργου και ζήτησαν την έγκρισή του και επίσης ότι συνέταξαν και υπέβαλαν για πληρωμή τον 12ο λογαριασμό του έργου, ότι η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν ενέκρινε εντός της νόμιμης προθεσμίας τον λογαριασμό και ακολούθως προέβη σε εκπρόθεσμες διορθώσεις και ότι υπέβαλαν σχετικές ενστάσεις και αίτηση θεραπείας, για τις οποίες δεν έλαβαν απάντηση από τους αρμοδίους Προϊσταμένη Αρχή και αρμόδιο Υπουργό αντίστοιχα.

Ζήτησαν δε α) να ανακληθεί και να ακυρωθεί η παράλειψη του αρμόδιου Υπουργού να αποφανθεί επί της από 4-7-2003 αίτησης θεραπείας, άλλως να ανακληθεί η σιωπηρά τεκμαιρόμενη απόρριψή της, β) να αναγνωριστεί ότι παράνομα και αντισυμβατικά η Διευθύνουσα Υπηρεσία αρνήθηκε να ελέγξει και να εγκρίνει ρητά και εμπρόθεσμα τον 12ο λογαριασμό του έργου, ότι ο εν λόγω λογαριασμός έχει εγκριθεί στο σύνολό του αυτοδικαίως στις 28-2-2003, ότι το πρώτο των καθ' ων ΝΠΙΔ οφείλει να τους καταβάλει το ποσό των 8.852.692,21 ευρώ (7.502.281,54 ευρώ + ΦΠΑ 18%), όπως αυτό αναλύεται στο 12ο λογαριασμό του έργου, με τους νόμιμους τόκους κατά τα εκτιθέμενα στην προσφυγή, γ) να αναγνωριστεί ότι ο 3ος Σ.Π.

έχει εγκριθεί αυτοδικαίως στις 28-4-2003 και δ) να ανακληθεί, άλλως ακυρωθεί η υπ' αριθ. ... πράξης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας και οι σχετικές διορθώσεις και περικοπές του 12ου λογαριασμού του έργου. Β) Η από 24-4-2007 και με αριθ. καταθ. ... αγωγή του πιο πάνω ΝΠΙΔ, με την οποία το ενάγον ισχυρίστηκε ότι η πρώτη εναγομένη κοινοπραξία, ως ανάδοχος του ανωτέρω έργου, παραβίασε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ενώ διαπιστώθηκαν και οι αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή ουσιώδεις ελλείψεις και πραγματικά ελαττώματα στο παραπάνω έργο, που οφείλονται σε υπαιτιότητα αυτής, η οποία εγκατέλειψε αυτό τον Απρίλιο του έτους 1997, ότι η τελευταία με την από 21-3-2000 αίτησή της ζήτησε τη διάλυση της εργολαβίας, η οποία απορρίφθηκε από την ..., ότι στις 20-4-2000 προχώρησε στην οριστική διακοπή των εργασιών της εργολαβίας και τη διάλυση της παραπάνω σύμβασης, ενώ στις 22-2-2001 συντάχθηκε και πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής του έργου, και ότι στις 16-3-2000 εξέδωσε ανακοίνωση, στην οποία αναφέρει αναληθώς και με πρόθεση δυσφήμισης του ενάγοντος ότι έχει προβεί σε επίσχεση των κατοικιών του έργου που κατασκεύασε, λόγω πολύ υψηλών οφειλών του ενάγοντος και της ...

προς αυτήν. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, α) το ποσό των 1.115.535,72 ευρώ ως αποζημίωση και ειδικότερα το ποσό των 959.519 ευρώ λόγω εκμίσθωσης άλλων ακινήτων για τη στέγαση των ομογενών από το Μάϊο 1997 έως το Φεβρουάριο 2003, λόγω της εγκατάλειψης και μη ολοκλήρωσης του έργου από την πρώτη εναγομένη και το ποσό των 156.016,72 ευρώ ως ζημία λόγω των επικαλούμενων ελλείψεων και ελαττωμάτων του έργου, β) το ποσό των 15.847,39 ευρώ λόγω κατάπτωσης συμβατικά προβλεπόμενης ποινικής ρήτρας, εξαιτίας καθυστέρησης παράδοσης των κατοικιών του έργου και γ) το ποσό των 2.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεκδίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, τις ανωτέρω προσφυγή και αγωγή, μαζί με άλλες προσφυγές και αγωγές που δεν αποτελούν αντικείμενο της ένδικης αίτησης, και ακολούθως με την υπ' αριθ. 4348/2011 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική απόφασή του απέρριψε κατά ένα μέρος την από 3-12-2003 προσφυγή και δη ως απαράδεκτη ως προς την δεύτερη και τρίτη των προσφευγουσών εταιριών, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησής τους, και ως απαράδεκτη ως προς τα αιτήματα αυτής περί αναγνώρισης ότι παράνομα και αντισυμβατικά η Διευθύνουσα Υπηρεσία αρνήθηκε να ελέγξει και να εγκρίνει ρητά και εμπρόθεσμα το 12ο λογαριασμό του έργου, ότι ο εν λόγω λογαριασμός έχει εγκριθεί στο σύνολό του αυτοδικαίως στις 28-2-2003, ότι ο 3ος Σ.Π.

έχει εγκριθεί αυτοδικαίως στις 28-4-2003 και περί ανάκλησης και ακύρωσης της παράλειψης του Υπουργού να αποφανθεί επί της από 4-7-2003 αίτησης του αναδόχου και περί ανάκλησης άλλως ακύρωσης της υπ' αριθ. …/18-3-2003 πράξη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας και των σχετικών διορθώσεων και περικοπών του 12ου λογαριασμού του έργου.

Επίσης, απέρριψε την από 24-4-2007 αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς το αίτημα αποκατάστασης της θετικής ζημίας του ενάγοντος, ύψους 959.519 ευρώ, που αντιστοιχεί σε καταβληθέντα μισθώματα για τη στέγαση των παλιννοστούντων ομογενών και ως νόμω αβάσιμη ως προς το αίτημα αυτής περί χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος λόγω ηθικής βλάβης, κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην εκτιθέμενη αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων συνεπεία αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αναδόχου.

Κατά τα λοιπά έκρινε νόμιμες τις άνω προσφυγή και αγωγή, πλην όμως ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 24-4-2007 αγωγής και διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη, σχετικά με τις επικαλούμενες από το ενάγον ΝΠΙΔ κακοτεχνίες και ελαττώματα στο άνω έργο, κατόπιν δε αυτού ανέβαλε να αποφασίσει οριστικά και ως προς τα υπόλοιπα ζητήματα της από 3-12-2003 προσφυγής για την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς.

Μετά τη διεξαγωγή της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης, οι προσφεύγουσες-εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες επανέφεραν με την από 15.5.2013 κλήση τους προς συζήτηση τις άνω προσφυγή και αγωγή, συζητήσεως δε γενομένης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2000/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία α) έγινε εν μέρει δεκτή η από 3.12.2003 προσφυγή ως προς το πρώτο καθ' ου η προσφυγή ΝΠΙΔ και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει στην πρώτη προσφεύγουσα κοινοπραξία το ποσό των 8.852.692,21 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προσφυγής, επιβλήθηκε δε σε βάρος του πρώτου καθ' ου η προσφυγή και η δικαστική δαπάνη της πρώτης προσφεύγουσας εκ 177.053,84 ευρώ και β) έγινε εν μέρει δεκτή και η από 24.4.2007 αγωγή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στο ενάγον ΝΠΙΔ, εις ολόκληρον η κάθε μία, το ποσό των 55.585,42 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της εν λόγω απόφασης ασκήθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικού διαδόχου του ήδη εκκαθαρισθέντος άνω ΝΠΙΔ, και από τις άνω προσφεύγουσες-εναγόμενες, οι από 4.1.2016 και 10.1.2016, αντίστοιχα, αντίθετες εφέσεις, με τις οποίες οι άνω διάδικοι παραπονούνταν για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούσαν την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης ως προς τις επιβλαβείς για τον καθένα διατάξεις.

Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1592/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η μεν από 10.11.2016 έφεση της άνω κοινοπραξίας και των μελών της απορρίφθηκε στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη, η δε από 4.1.2016 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου α) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατά το μέρος αυτής που αφορά την απόρριψη ως αορίστου του προαναφερθέντος αγωγικού κονδυλίου των 959.519 ευρώ της από 24.4.2007 αγωγής του άνω ΝΙΠΔ, με την αιτιολογία ότι το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο είχε ασκήσει κατά της απορριπτικής υπ' αριθ. 4348/2011 πρωτόδικης απόφασης και την από 22-11-2012 (αριθ.

εκθ. καταθ. .../2012) έφεση, στρεφομένη κατά της ανωτέρω κοινοπραξίας και των μελών αυτής, η οποία παραμένει εκκρεμής και συνεπώς δεν επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης έφεσης, β) έγινε εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη κατά το μέρος που επιδικάσθηκε εις βάρος του, σε σχέση με την από 3.12.2003 προσφυγή, δικαστική δαπάνη ποσού 177.053,84 ευρώ, και απορρίφθηκε κατά τα λοιπά κατ' ουσίαν.

Στη συνέχεια, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 2000/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο της αφορώσης την από 3.12.2003 προσφυγή δικαστικής δαπάνης, δικάσθηκε επ' αυτού η υπόθεση και επιβλήθηκε τελικά η δικαστική δαπάνη της πρώτης προσφεύγουσας-ενάγουσας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ορίσθηκε στο ποσό των 300 ευρώ, αντί των 177.053,84 ευρώ.

Την απόφαση αυτή, καθώς και την άνω υπ' αριθ. 2000/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσβάλλει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, για τους εκτιθέμενους σ' αυτήν λόγους, οι πρώτοι δέκα των οποίων αφορούν την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και ο ενδέκατος λόγος την υπ' αριθ. 2000/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δη μόνο κατά το μέρος που απορρίφθηκε με την συνεκκληθείσα με αυτήν εν μέρει οριστική υπ' αριθ. 4381/2011 απόφαση, η από 24.4.2007 αγωγή του άνω δικαιοπαρόχου του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω αοριστίας ως προς το αγωγικό κονδύλιο των 959.519 ευρώ.

Με βάση, όμως, τα προεκτεθέντα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 2000/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφορά τον ενδέκατο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 577 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι, όπως από αυτήν προκύπτει, δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου ως άνω δικαστηρίου, ούτε άλλωστε και η αναιρεσείουσα επικαλείται κάτι τέτοιο, αλλά μόνο στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, πρέπει, να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Α.- Λόγοι αφορώντες τόσο την από 3-12-2003 προσφυγή των αναιρεσιβλήτων όσο και την από 24-4-2007 αγωγή του Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 2 περ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε νόμιμη σύνθεση. Σε περίπτωση που εκδόθηκε για την υπόθεση απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και όχι όταν υπήρξε κακή σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε προβληθεί με λόγο έφεσης, που απορρίφθηκε ρητά ή σιωπηρά.

Η κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, για τη νόμιμη ή μη συγκρότηση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ελέγχεται, στην περίπτωση αυτή, με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 λόγο αναιρέσεως, δηλαδή για παρά το νόμο μη κήρυξη ακυρότητας (ΑΠ 20/2022, ΑΠ 535/2016, ΑΠ 1434/2007). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 25 του ν. 3994/13-7-2011 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή κατ' άρθρο 77 αυτού, προκύπτει, ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με απόφασή του, που έχει τον χαρακτήρα μη οριστικής απόφασης, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Στην περίπτωση αυτή η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και την ίδια σύνθεση δικαστών επί πολυμελών δικαστηρίων, εκτός αν τούτο είναι αδύνατο για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διάφορη σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση.

Περίπτωση, όμως, εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όσον αφορά στην απαιτούμενη με αυτό σύνθεση του δικαστηρίου, δεν υπάρχει, όταν μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, διατάσσονται, με μη οριστική απόφασή του, συμπληρωματικές αποδείξεις, στο πλαίσιο επανάληψης της συζήτησης, όπως λ.χ.

πραγματογνωμοσύνη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για επανάληψη της συζήτησης για αναφερόμενο στο άρθρο 254 ΚΠολΔ λόγο, αλλά για ανασυζήτηση της υπόθεσης, μετά και τη διεξαγωγή των συμπληρωματικών αποδείξεων, οπότε μπορεί το Δικαστήριο να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (ΑΠ 712/2021, ΑΠ 1126/2019, ΑΠ 1190/2017, ΑΠ 535/2016, ΑΠ 2006/2013).

Τέλος, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.

Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 1259/2020, ΑΠ 1264/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, η από 3-12-2003 προσφυγή των αναιρεσιβλήτων και η από 24-4-2007 αγωγή του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος (Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε.), ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συζητήθηκαν αρχικά κατά τη δικάσιμο της 7-4-2011, το δε δικαστήριο εξέδωσε την με αριθ. 4348/2011 απόφασή του, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη από έναν πραγματογνώμονα για τα θέματα που αναφέρονται σ` αυτή.

Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και κατόπιν κλήσεως των αναιρεσιβλήτων συζητήθηκαν εκ νέου οι άνω προσφυγή και αγωγή ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, με διαφορετική σύνθεση, στις 6.3.2014, το οποίο Δικαστήριο εξέδωσε την με αριθ. 2000/2015 οριστική απόφασή του που τις έκανε εν μέρει δεκτές και ως ουσία βάσιμες.

Κατ' αυτής άσκησε το αναιρεσείον την από 4.1.2016 έφεση, με τον πρώτο λόγο της οποίας προέβαλε τον ισχυρισμό περί κακής σύνθεσης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την επανάληψη της συζητήσεως της υπόθεσης (6-3-2014), λόγω του ότι το τελευταίο συγκροτήθηκε με διαφορετική σύνθεση και τούτο δεν ανεγράφη επί της εκκαλουμένης.

Το Εφετείο απέρριψε τον λόγο αυτό ως αλυσιτελή, με τις ακόλουθες σκέψεις: "Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στον πρώτο (γενικό) λόγο της από 4-1-2016 εφέσεως του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, η εκκαλουμένη απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί, αφού κατά την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της υπό κρίση υπόθεσης (6-3-2014), το τελευταίο συγκροτήθηκε με διαφορετική σύνθεση και τούτο δεν ανεγράφη επί της εκκαλουμένης.

Ο λόγος αυτός εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής καθόσον και αληθής υποτιθέμενος δεν οδηγεί σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης. Και τούτο διότι οι λόγοι εφέσεως συνίστανται μόνο σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης, αναφερόμενες αποκλειστικά σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικάσαντος δικαστού, εκ των οποίων ήχθη σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, με βάση τις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επανεκτιμά εξ υπαρχής την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της υπόθεσης".

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ορθώς, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον άνω λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος για κακή σύνθεση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 254 ΚΠολΔ, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο στην πραγματικότητα για ανασυζήτηση της υπόθεσης, μετά και τη διεξαγωγή των συμπληρωματικών αποδείξεων και συγκεκριμένα της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης, οπότε μπορούσε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Παρά, λοιπόν, την εσφαλμένη αιτιολογία της, το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ορθό και γι' αυτό πρέπει να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης στο σχετικό σημείο τους με τις πιο πάνω και να απορριφθεί, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 64 παρ. 2 ΚΠολΔ, τα νομικά πρόσωπα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η ανώνυμη εταιρία, παρίστανται στο δικαστήριο με όποιον τα εκπροσωπεί, κατά δε το άρθρο 73 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 62 έως 72. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46α του Ν. 1892/1990 "Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις", που προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991, "1.

Μετά από αίτηση πιστωτών, που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον του συνόλου των κατά της επιχείρησης της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου απαιτήσεων, όπως οι απαιτήσεις αυτές εμφανίζονται νομίμως στο τελευταίο, πριν από την αίτηση, νόμιμα καταχωρημένο υπόλοιπο πιστωτών στο γενικό καθολικό και εν ελλείψει αυτού ή εν περιπτώσει μη νομίμου τηρήσεώς του, όπως αποδεικνύονται με κάθε νόμιμο τρόπο, το εφετείο, με την απόφασή του της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, ή με μεταγενέστερη απόφασή του, διατάσσει την κατά το παρόν άρθρο ειδική εκκαθάριση... 12.

Επί της εκκαθαρίσεως του παρόντος άρθρου ισχύουν κατά τα λοιπά αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 3 και 4 και του άρθρου 10 του ν. 1386/1983, συντεμνομένων των προθεσμιών του άρθρου αυτού στο ήμισυ αυτών...". Σύμφωνα δε με την παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 1386/1983 "Με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, που ορίζεται ο εκκαθαριστής, παύει αυτόματα η εξουσία των οργάνων διοίκησης της εταιρείας ή η τυχόν προσωρινή διοίκηση του Ο.Α.Ε., αναστέλλεται η περαιτέρω πτωχευτική διαδικασία, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση και η λήψη προσωρινών, συντηρητικών προφυλακτικών μέτρων και αναστέλλονται οι τυχόν εκκρεμείς σχετικές διαδικασίες.

Η διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της επιχείρησης ανήκει στον εκκαθαριστή... ". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι, με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, με την οποία ανώνυμη εταιρεία τίθεται υπό ειδική εκκαθάριση και διορίζεται εκκαθαριστής, παύει αυτόματα η εξουσία των οργάνων της διοίκησης της εταιρείας η δε διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπησή της περιέρχεται στον εκκαθαριστή.

Εξαίρεση αυτού του κανόνα υπάρχει στην περίπτωση συγκρούσεως των συμφερόντων μεταξύ του εκκαθαριστή και της εταιρίας, που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, η οποία υπάρχει, όταν ο εκκαθαριστής στρέφεται με δικαστικές ή εξώδικες ενέργειές του κατά της εταιρείας ως οφειλέτη οπότε η εκπροσώπηση της τελευταίας γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την υπαγωγή της υπό ειδική εκκαθάριση, η θητεία του οποίου παρατείνεται για το σκοπό αυτό μέχρι τη λήξη της εκκαθάρισης (ΑΠ 1297/2019, ΑΠ 1861/2014, ΑΠ 820/2010).

Με τα δεδομένα αυτά, εάν στο όνομα τέτοιας σε εκκαθάριση εταιρίας, ενεργηθούν διαδικαστικές πράξεις από άλλα πρόσωπα, δημιουργείται ακυρότητα, αφού λείπει η διαδικαστική αυτή προϋπόθεση (ΑΠ 1007/2013). Εξάλλου, η επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται, κατά το άρθρο 254 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠολΔ, συνέχεια της προηγουμένης, με την έννοια ότι πρόκειται για δύο συνεχόμενα δικονομικά στάδια που συνθέτουν μία και μόνη συζήτηση, ένα αδιάσπαστο δικονομικό σύνολο, ως εκ τούτου δε, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 254, 271 επ.

και 280 του ΚΠολΔ, εάν κάποιος παρέστη κανονικά κατά την προηγουμένη συζήτηση, κατά την οποία διατάχθηκε η επανάληψη, δικάζεται κατ' αντιμωλία, καθόσον δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες (ΑΠ 936/2018, ΑΠ 523/2016, ΑΠ 360/2012).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος όχι μόνο γενικώς, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικώς, ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε το έννομο συμφέρον στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα.

Έτσι, αν από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει, για κάποιο λόγο αναίρεσης, έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (ΑΠ 686/2020, ΑΠ 744/2019, ΑΠ 989/2014, ΑΠ 1197/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, κατά της υπ' αριθ. 2000/2015 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, άσκησε το αναιρεσείον την από 4.1.2016 έφεση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της οποίας προέβαλε τον ισχυρισμό περί ελλείψεως της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας παράστασης και διεξαγωγής της δίκης εκ μέρους της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ...", κοινοπρακτούντος μέλους της πρώτης αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας, λόγω του ότι αυτή είχε τεθεί σε ειδική εκκαθάριση, κατ' άρθρο 46α του ν. 1892/1990, με την υπ' αριθ. 1307/8.7.2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώ δε με την ίδια απόφαση διορίσθηκε ως ειδική εκκαθαρίστρια η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", παρά ταύτα παραστάθηκε κατά την επαναληφθείσα συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ήτοι την 6.3.2014, εκπροσωπούμενη από το προηγούμενο Δ.Σ.

και όχι από την εκκαθαρίστρια, οπότε δεν συνέτρεχε κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση και η ύπαρξη της δικαστικής πληρεξουσιότητας για τη δικαστική εκπροσώπηση της άνω εταιρίας. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους λόγους αυτούς εφέσεως ως αβάσιμους, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "...

με τους δεύτερο και τρίτο (γενικούς) λόγους αντίστοιχα της από 4-1-2016 εφέσεως του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, το τελευταίο ισχυρίζεται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε απορρίπτοντας τον νομίμως προβληθέντα από το εκκαλούν ισχυρισμό περί ελλείψεως της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας παράστασης και διεξαγωγής της δίκης εκ μέρους της δεύτερης των εφεσιβλήτων ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ...", κοινοπρακτούν μέλος της πρώτης εφεσίβλητης κοινοπραξίας, εφόσον αυτή τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση κατ' άρθρο 46α του ν. 1892/1990, δυνάμει της υπ' αριθ. 1307/8-72011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ορίστηκε ειδική εκκαθαρίστρια η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", παραστάθηκε δε στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση εκπροσωπούμενη από το προηγούμενο ΔΣ αυτής, ενώ δεν ελέγχθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση και η ύπαρξη πληρεξουσιότητας για τη δικαστική εκπροσώπηση της ανωτέρω εταιρίας, ώστε να προβεί ακολούθως στην απόρριψη ως προς αυτήν των σχετικών αγωγών.

Οι λόγοι αυτοί της από 4-1-2016 εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον η επαναλαμβανόμενη συζήτηση στις 6-3-2014, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αποτελεί συνέχεια της αρχικής, που έλαβε χώρα στις 7-4-2011, ήτοι πριν τεθεί η εταιρία ..." σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η υπόθεση συζητείται κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, ως επί της αρχικής ...".

Ήδη το αναιρεσείον με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση της παρά το νόμο μη κήρυξης της ακυρότητας των σχετικών διαδικαστικών πράξεων εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσίβλητης, λόγω της μη νόμιμης παράστασης της τελευταίας στην πρωτοβάθμια δίκη, ελλείψει της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας παράστασης και διεξαγωγής της δίκης και της ύπαρξης πληρεξουσιότητας για τη δικαστική της εκπροσώπηση.

Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι, κατ' αμφότερα τα άνω σκέλη του, προεχόντως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, αφού τέτοιο έννομο συμφέρον δεν προκύπτει ούτε από τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης, ούτε από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτό ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση, στις 6-3-2014, αποτελεί συνέχεια της αρχικής, που έλαβε χώρα στις 7-4-2011, ήτοι πριν τεθεί η εταιρία ..." σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η υπόθεση συζητείται κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, ως επί της αρχικής.

Οι παραδοχές αυτές δεν συνδέονται με δυσμενείς για το αναιρεσείον συνέπειες, που να αποδέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και να επικύρωσε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενόψει του ότι και υπό την εκδοχή της μη νόμιμης παράστασης της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρίας, η τελευταία θα δικαζόταν και πάλι κατ' αντιμωλία, αφού είχε παρασταθεί κανονικά κατά την προηγουμένη συζήτηση, κατά την οποία διατάχθηκε η επανάληψη, οπότε θα λαμβάνονταν υπόψη όλοι οι προταθέντες κοινοί ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων, σε κάθε δε περίπτωση θα θεωρούνταν αντιπροσωπευόμενη από τις παρούσες αναγκαίες ομοδίκους της, δηλαδή την πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, οι ισχυρισμοί των οποίων θα θεωρούνταν ως ισχυρισμοί και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, εκτίμηση για την οποία δεν επισημαίνεται από το αναιρεσείον κάποια διαφορετική αντιμετώπιση εκ μέρους του δικαστηρίου υπό την εκδοχή της μη νόμιμης παράστασης της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρίας.

Σημειωτέον δε ότι, όπως προαναφέρθηκε, οι αναιρεσίβλητες επανέφεραν από κοινού με την από 15.5.2013 κλήση τους προς συζήτηση τις άνω προσφυγή και αγωγή, με συνέπεια να μη τίθεται ζήτημα ακυρότητας της κλήσης και της ορισθείσας δυνάμει της κλήσεως αυτής συζήτησης των άνω ενδίκων βοηθημάτων, αφού η κλήση αυτή και ο προσδιορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και από ένα μόνο των διαδίκων.

Υπό τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον για το αναιρεσείον από την επιδιωκόμενη αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τον συγκεκριμένο λόγο, διότι ακόμη και με την εκδοχή ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη στερούνταν της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας παράστασης και διεξαγωγής της δίκης, δεν υφίστανται το αναιρεσείον βλάβη τέτοια που να δικαιολογεί την άσκηση του προκείμενου λόγου αναιρέσεως.

Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον στο αναιρεσείον προς άσκηση του προκείμενου ένατου λόγου αναιρέσεως, η ύπαρξη του οποίου ως προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Β. Λόγοι αφορώντες μόνο την από 3-12-2003 και με αριθ.

καταθ. .../2003 προσφυγή των αναιρεσιβλήτων κατά του Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Περαιτέρω, στις παραγράφους 7 και 8 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", που αναριθμήθηκαν, μεταγενεστέρως, με το άρθρο 1 του ν. 2940/2001, σε 9 και 10, αντιστοίχως, και όπως η παρ. 10 (αρχικώς 8) τροποποιήθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2229/1994, ορίζονται τα εξής: "9. Η πληρωμή στον ανάδοχο του εργολαβικού ανταλλάγματος γίνεται τμηματικά με βάση τις πιστοποιήσεις των εργασιών, που έχουν εκτελεσθεί μέσα στα όρια του χρονοδιαγράμματος εργασιών... 10.

Οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλόμενων ποσών συντάσσονται κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα, εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες. Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους.

Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί. Αν η πληρωμή του καθυστερήσει πέρα από ένα (1) μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου ή του μελετητή, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από το χρόνο υποβολής της, τόκος υπερημερίας ίσος με το ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) του τόκου των εξαμηνιαίων εντόκων γραμματίων του Δημοσίου...".

Εξάλλου, στις παραγράφους 1 και 7 του άρθρου 40 του π.δ. 609/1985 ορίζονται τα εξής: "1. Η πραγματοποίηση των τμηματικών πληρωμών που προβλέπει η παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 της οριστικής πληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος και η εκκαθάριση όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων από την εκτέλεση της εργολαβικής σύμβασης γίνεται με βάση τους λογαριασμούς και τις πιστοποιήσεις που συντάσσονται σύμφωνα με τις επόμενες παραγράφους... 7.

Οι λογαριασμοί υποβάλλονται στη Διευθύνουσα υπηρεσία που τους ελέγχει και τους διορθώνει αν είναι ανάγκη μέσα στην προθεσμία που προβλέπει η παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 1418/84. Αν ο λογαριασμός που έχει υποβληθεί έχει ασάφειες ή ανακρίβειες σε βαθμό που να είναι δυσχερής η διόρθωσή του, η Διευθύνουσα υπηρεσία με διαταγή της προς τον ανάδοχο επισημαίνει τις ανακρίβειες ή ασάφειες που διαπιστώθηκαν από τον έλεγχο και παραγγέλλει την ανασύνταξη και επανυποβολή του.

Στην περίπτωση αυτή η οριζόμενη μηνιαία προθεσμία για τον έλεγχο του λογαριασμού αρχίζει από την επανυποβολή ύστερα από την ανασύνταξη από τον ανάδοχο. Ο έλεγχος του λογαριασμού μπορεί να γίνει από συνεργείο της υπηρεσίας, στο οποίο συμμετέχει ο επιβλέπων το έργο. Ο επιβλέπων υπογράφει το λογαριασμό βεβαιώνοντας έτσι ότι οι ποσότητες είναι σύμφωνες με τις επιμετρήσεις και τα επιμετρικά στοιχεία, οι τιμές σύμφωνες με τη σύμβαση και τις σχετικές διατάξεις και γενικά ότι έχουν διενεργηθεί στο λογαριασμό όλες οι περικοπές ή εκπτώσεις ποσών που προκύπτουν από το νόμο και την εφαρμογή της σύμβασης.

Ο λογαριασμός μετά τον έλεγχο εγκρίνεται από τη Διευθύνουσα υπηρεσία και έτσι εγκεκριμένος αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου. Η έγκριση του λογαριασμού από τη Διευθύνουσα υπηρεσία είναι δυνατή και χωρίς την υπογραφή του επιβλέποντα". Τέλος, στο άρθρο 53 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 3669/2008 Κώδικα της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων, με τις διατάξεις του οποίου κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 53 οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 9, 10, 12 του Ν. 1418/1984 και του άρθρου 40 του Π.Δ. 609/1985, ορίζεται ότι: "1.

Η πληρωμή στον ανάδοχο του εργολαβικού ανταλλάγματος γίνεται τμηματικά, με βάση τις πιστοποιήσεις των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί μέσα στα όρια του χρονοδιαγράμματος εργασιών. [...]. 2. Η πραγματοποίηση τόσο των τμηματικών πληρωμών όσο και της οριστικής πληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος, καθώς και η εκκαθάριση όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων από την εργολαβική σύμβαση, γίνεται με βάση τους λογαριασμούς και τις πιστοποιήσεις. 3.

Μετά τη λήξη κάθε μήνα ή άλλης χρονικής περιόδου που τυχόν ορίζει η σύμβαση για τις τμηματικές πληρωμές, ο ανάδοχος συντάσσει λογαριασμό των οφειλόμενων σε αυτόν ποσών από εργασίες που εκτελέσθηκαν. Οι λογαριασμοί αυτοί στηρίζονται στις καταμετρήσεις των εργασιών και στα πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών. [...]. 8.

Οι λογαριασμοί υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία που τους ελέγχει και τους διορθώνει, αν είναι ανάγκη, μέσα σε έναν (1) μήνα. Αν ο λογαριασμός που έχει υποβληθεί έχει ασάφειες ή ανακρίβειες, σε βαθμό που να είναι δυσχερής η διόρθωση του, η διευθύνουσα υπηρεσία, με διαταγή της προς τον ανάδοχο, επισημαίνει τις ανακρίβειες ή ασάφειες που διαπιστώθηκαν από τον έλεγχο και παραγγέλλει την ανασύνταξη και επανυποβολή του.

Στην περίπτωση αυτή η οριζόμενη μηνιαία Προθεσμία για τον έλεγχο του λογαριασμού αρχίζει από την επανυποβολή, ύστερα από την ανασύνταξη από τον ανάδοχο. Ο έλεγχος του λογαριασμού μπορεί να γίνει από συνεργείο της υπηρεσίας, στο οποίο συμμετέχει ο επιβλέπων το έργο. Ο επιβλέπων υπογράφει το λογαριασμό, βεβαιώνοντας έτσι ότι οι ποσότητες είναι σύμφωνες με τις Επιμετρήσεις και τα επιμετρητικά στοιχεία, οι τιμές σύμφωνες με τη σύμβαση και τις σχετικές διατάξεις και γενικά ότι έχουν διενεργηθεί στο λογαριασμό όλες οι περικοπές ή εκπτώσεις ποσών, που προκύπτουν από το νόμο και την εφαρμογή της σύμβασης.

Ο λογαριασμός, μετά τον έλεγχο, εγκρίνεται από τη διευθύνουσα υπηρεσία και έτσι εγκεκριμένος αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου. Η έγκριση του λογαριασμού από τη διευθύνουσα υπηρεσία είναι δυνατή και χωρίς την υπογραφή του επιβλέποντα. (όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με την παράγραφο 3 του άρθρου 134 του ν. 4070/2012), 9.

Αν η πληρωμή ενός λογαριασμού καθυστερήσει χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, πέραν του διμήνου από την υποβολή του, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από την ημερομηνία υποβολής της, τόκος υπερημερίας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 του π.δ. 166/2003 (ΦΕΚ Α` 38) και ο ανάδοχος μπορεί να διακόψει τις εργασίες, αφού κοινοποιήσει στη διευθύνουσα υπηρεσία ειδική έγγραφη δήλωση".

Πρόκειται δηλαδή, κατά βάση για αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 10 του ν. 1418/1984 και 40 παρ. 7 του π.δ. 609/1985. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η πληρωμή των απαιτήσεων του αναδόχου έναντι του κυρίου του έργου, οι οποίες αντιστοιχούν σε πραγματοποιηθείσες από τον πρώτο εργασίες, προϋποθέτει τη σύνταξη από τον ανάδοχο λογαριασμού και έγκρισή του από την Διευθύνουσα Υπηρεσία, μετά δε την έγκρισή του αποτελεί την πιστοποίηση, ήτοι τον νόμιμο τίτλο, δυνάμει του οποίου χωρεί η τμηματική καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος και ανακύπτει υποχρέωση του κυρίου του έργου προς πληρωμή του (ΣτΕ 2645/2020, ΣτΕ 1459/2017, ΣτΕ 3272/2015).

Επίσης, οι ίδιες αυτές διατάξεις έχουν την έννοια ότι με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας του ενός μηνός, που προβλέπεται για τον έλεγχο, την τυχόν απαιτούμενη διόρθωση και την έγκριση του λογαριασμού, ο λογαριασμός θεωρείται μεν εγκεκριμένος, η Διοίκηση, όμως, διατηρεί την εξουσία, και μετά την παρέλευση της τασσόμενης προθεσμίας ελέγχου και έγκρισης του λογαριασμού, να προβεί σε έλεγχο αυτού αρνούμενη ρητώς ή σιωπηρώς, να καταβάλει ποσά ή αναζητώντας κατά τις κείμενες διατάξεις (του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου), ως μη νομίμως ή αχρεωστήτως καταβληθέντα, τα ήδη καταβληθέντα ποσά του επίμαχου λογαριασμού, τα οποία δεν οφείλονται για οποιοδήποτε λόγο στον ανάδοχο, δεδομένου μάλιστα ότι ο έλεγχος αυτός επιβάλλεται για λόγους προστασίας του δημοσίου χρήματος εθνικού ή κοινοτικού, προκειμένου περί συγχρηματοδοτούμενου με πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης έργου (ΑΠ 1305/2021, ΑΠ 289/2021, ΣτΕ 2213/2020, ΣτΕ 1081/2020, ΣτΕ 973/2018, ΣτΕ 251/2017, βλ.

και ΟλΣτΕ 2494/2013, που εκδόθηκε καθ' ερμηνεία των ταυτόσημων κατά περιεχόμενο διατάξεων του άρθρου 104 παρ. 1 του π.δ. 696/1974 "Περί αμοιβών μηχανικών δια σύνταξιν μελετών..."). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος και δη ως προς την από 3-12-2003 προσφυγή των αναιρεσιβλήτων, τα εξής: "Το ενάγον - καθού οι ένδικες προσφυγές - εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΈΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΥΠΟΔΟΧΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΛΙΝΝΟΣΤΟΥΝΤΩΝ ΟΜΟΓΕΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ" (Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε.) αποτελεί κοινωφελές Ίδρυμα, συστάθηκε με το ΠΔ 2068281/7859/0022 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β'782/13-12-Ι990 και με σκοπό την πάσης φύσεως αρωγή προς τους ομογενείς παλιννοστούντες από κράτη της Ανατολικής Ευρώπης (ήδη δε έχει λυθεί και τεθεί υπό εκκαθάριση με το Ν. 3072/2002 από τη δημοσίευση της πράξεως διορισμού της πενταμελούς επιτροπής εκκαθάρισης, η οποία πραγματοποιήθηκε με την υπ' αριθ. 013278 ΚΥΑ - ΦΕΚ B'283/7-3-2003 και μετά τη λήξη της εκκαθαρίσεως έχει υπεισέλθει αυτοδικαίως το Ελληνικό Δημόσιο στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού, ως καθολικός του διάδοχος κατ' άρθρο 18 του ανωτέρω νόμου).

Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του και προκειμένου να ικανοποιήσει τις ανάγκες στέγασης των ομογενών παλιννοστούντων από την ... στην περιοχή Μ. - Θ., το ΔΣ αυτού αποφάσισε τη δημιουργία οικισμού μόνιμης αποκατάστασης αυτών, στην περιοχή Ζ. του Ν. Κ., σε έκταση ιδιοκτησίας του, επιφανείας 300 στρεμμάτων. Για το λόγο αυτό συνήψε με την Δημόσια Επιχείρηση Πολεοδομίας και Στέγασης (...) την από 20-10-1994 και με αριθ. ... "ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΝΑΘΕΣΗΣ ΜΕΛΕΤΩΝ, ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ, ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ....", με την οποία το Ίδρυμα, ανέθεσε στην ...

την εκπόνηση των απαραίτητων μελετών, τον τρόπο δημοπράτησης του έργου με την προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία της προεπιλογής με αυστηρά κριτήρια για τη δυναμικότητα των υποψηφίων εργοληπτών ώστε να υπάρξει αξιόπιστος κατασκευαστής, με μεγάλη εμπειρία σε οικοδομικές εργασίες που θα φέρει σε πέρας το έργο και να επιτευχθεί ταχύτατος ρυθμός στην εκτέλεση της εργολαβίας, την επίβλεψη της κατασκευής του έργου και την οργάνωση, διοίκηση και κατασκευαστική διαχείριση του έργου.

Εξάλλου με το άρθρο 11 της σύμβασης αυτής συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι οι πληρωμές των εργολάβων θα γίνονται από τον κύριο του έργου (Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε.), με βάση πιστοποιήσεις και λογαριασμούς που θα ελέγχονται και θα εγκρίνονται από την ..., μετά από προηγούμενη θεώρηση της Τεχνικής Διεύθυνσης του κυρίου του έργου και πάντοτε μέσα στις υπό του νόμου προβλεπόμενες προθεσμίες, ενώ οι εργολάβοι και η ...

θα εκδίδουν τα δικαιολογητικά πληρωμής τους (τιμολόγια, δελτία παροχής υπηρεσιών, αποδείξεις, γραμμάτια είσπραξης κ.λ.π. ) στο όνομα του κυρίου του έργου. Περαιτέρω η ..., προς εκπλήρωση των από την ως άνω σύμβαση υποχρεώσεών της και κατόπιν διενέργειας δημόσιου διαγωνισμού, κατάρτισε με την προσφεύγουσα - ενάγουσα - εναγομένη κοινοπραξία με την επωνυμία "..." (η επωνυμία της οποίας, μετά την απορρόφηση της ανώνυμης εταιρίας ''..." από την ανώνυμη εταιρία "...", μετατράπηκε σε "...- ...") την από 14-11-1995 σύμβαση για την εκτέλεση του έργου "..., ΣΤΟ Ζ.

ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ Κ.", το οποίο ειδικότερα θα περιλάμβανε την πλήρη κατασκευή των έργων υποδομής, σύμφωνα με τις τεχνικές περιγραφές και προδιαγραφές των συμβατικών τευχών, τις οικοδομικές και στατικές εργασίες καθώς και τις ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες και εγκαταστάσεις, όπως και κάθε άλλη εργασία, που αν και ρητά δεν αναφερόταν στη σύμβαση, ήταν απαραίτητη για την ολοκλήρωση της ανωδομής των κατοικιών και την άρτια λειτουργία αυτών, τις εργασίες διαμόρφωσης προσβάσεων προς τα σπίτια περιβάλλοντος χώρου κ.λ.π.

και την πλήρη κατασκευή και λειτουργία βιολογικού καθαρισμού σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές και περιγραφές, που σε συνδυασμό με τον ήδη υπάρχοντα, θα εξυπηρετούσε τον οικισμό. Με την εν λόγω σύμβαση, εκτός άλλων, συμφωνήθηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων τα εξής: α) Η συνολική προθεσμία για την αποπεράτωση ολόκληρου του έργου (μελέτη και κατασκευή) ορίστηκε σε χρονικό διάστημα 18 μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης, η οποία αποτελεί και ημερομηνία εγκατάστασης του εργολάβου, ενώ σε 360 ημερολογιακές ημέρες από την υπογραφή της σύμβασης θα έπρεπε να έχουν περατωθεί πλήρως οι 67 κατοικίες.

β) Η καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος θα γίνεται τμηματικά, σύμφωνα με την πρόοδο των εγκεκριμένων από την ... εργασιών του εργολάβου και με βάση το εγκεκριμένο διάγραμμα πληρωμών και το τιμολόγιο του έργου, ο τελικός λογαριασμός πληρωμής του αναδόχου θα εκδίδεται με βάση τα πρωτόκολλα προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου και της σχετικής εγκριτικής απόφασης αυτού, ο φόρος προστιθέμενης αξίας θα βαρύνει την ..., ενώ προβλέφθηκε και η δυνατότητα χορήγησης προκαταβολής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ΠΔ 609/1985 και για ποσοστό του συμβατικού αντικειμένου.

γ) Για την ακριβή, εμπρόθεσμη και πιστή εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων του αναδόχου από την σύμβαση, ο τελευταίος παρέδωσε στην ... τις εγγυητικές επιστολές υπ' αριθ. ... συνολικού ποσού 225.000.000 δρχ., με το όρο όπως οι σχετικές εγγυητικές επιστολές αποδίδονται (επιστρέφονται) μόνο στον εγγυητή που τις χορήγησε και όχι στον εργολάβο.

Τέλος, συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ότι στην σύμβαση "όπου δεν προβλέπεται άλλο τι συμπληρούται υπό του Ν. 1418/84, του ΠΔ 609/85, του Ν. 2229/94 και του ΠΔ 23/93". Ακολούθως με την από 29-11-1996 συμπληρωματική σύμβαση μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων, προστέθηκε ότι η ... έχει αναλάβει με το από 20-10-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό με τον κύριο του έργου (Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε.) τα καθήκοντα του φορέα κατασκευής του έργου, κατόπιν της υπ' αριθ. 238/94 αποφάσεως του ΔΣ του τελευταίου, η ανάθεση στον ως άνω εργολάβο κατά το Ν. 1418/84 το ΠΔ 609/85, το ΠΔ 23/93 και τον Ν. 2229/94, έγινε σύμφωνα με την υπ' αριθ 354/95 απόφαση του Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε., ενώ συμφωνήθηκε όπως οι ως άνω εγγυητικές επιστολές καλής εκτελέσεως του έργου, συνολικού ποσού 225.000.000 δρχ., θα παραμείνουν στα χέρια του κυρίου του έργου, καθ' όλη τη διάρκεια που θα ισχύσει η σύμβαση, μειούμενες κατά την πρόοδο του έργου, σύμφωνα με τα υπό του νόμου προβλεπόμενα.

Εξάλλου, και στην με ημερομηνία Μάρτιος 1995 Πρόσκληση - Διακήρυξη του έργου προβλέφθηκε ρητά ότι "Κύριος του έργου είναι το Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε. και φορέας κατασκευής αυτού η ..., η οποία ασκεί για λογαριασμό του κυρίου του έργου τη διοίκηση του έργου, ενώ η τεχνική υπηρεσία του κυρίου του έργου έχει τη γενική εποπτεία του, Υπηρεσία Επίβλεψης της κατασκευής του έργου (Διευθύνουσα Υπηρεσία) θα είναι η Διεύθυνση Κατασκευών της ...

και Υπηρεσία Διοίκησης της κατασκευής του έργου (Προϊσταμένη Αρχή) θα είναι το Διοικητικό Συμβούλιο της ..., προς τις οποίες και θα πρέπει κατά περίπτωση να απευθύνει η ανάδοχος την αλληλογραφία της" (άρθρο 3 παρ. 4 και 5), και ορίστηκε ο προϋπολογισμός του έργου, σε πρώτη εκτίμηση και με τιμές δημοπράτησης αυτού, στο ποσό των 4.500.000.000 δρχ..

Επίσης ορίστηκε ότι το έργο θα χρηματοδοτηθεί από το πρόγραμμα του Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε. για τη μόνιμη στέγαση των παλιννοστούντων ομογενών και μερικώς από το πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και από Κοινοτικές Πηγές, ενώ οι πληρωμές των εργολάβων θα γίνονται από τον κύριο του έργου με βάση πιστοποιήσεις και λογαριασμούς, που θα ελέγχονται και θα εγκρίνονται από την ...

μετά από προηγούμενη θεώρηση της Τεχνικής Διεύθυνσης του κυρίου του έργου, και πάντοτε μέσα στις υπό του νόμου προβλεπόμενες προθεσμίες. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ανάδοχος κοινοπραξία, σε εκτέλεση της παραπάνω συμβάσεως, προέβη σε έναρξη εργασιών και ακολούθως σε υποβολή αρμοδίως των λογαριασμών του έργου.

Ειδικότερα στις 21-12-1995 υπέβαλε τον 1ο λογαριασμό εκ 207.500.000 δρχ., στις 10-5-1996 τον 2ο λογαριασμό εκ 75.260.000 δρχ., στις 30-6-1996 τον 3ο λογαριασμό εκ 112.600.000 δρχ., στις 31-7-1996 τον 4ο λογαριασμό εκ 88.287.616 δρχ., στις 10-9-1996 τον 5ο λογαριασμό εκ 104.245.000 δρχ. και στις 15-10-1996 τον 6ο λογαριασμό εκ 101.900.000 δρχ. οι οποίοι εγκρίθηκαν από τον Προϊστάμενο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας και τα σχετικά χρηματικά ποσά καταβλήθηκαν στην ανάδοχο από το Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε.

δυνάμει των υπ' αριθ. ...... ενταλμάτων πληρωμής αντίστοιχα. Ακολούθως, στις 14-11-1996 υποβλήθηκε από την ανάδοχο στην Διευθύνουσα Υπηρεσία ο 7ος λογαριασμός, για το ποσό των 136.700.000 δρχ. συν ΦΠΑ 18% εκ 24.606.000 δρχ., στις 29-11-1996 ο 8ος λογαριασμός για το ποσό των 108.500.000 δρχ. συν ΦΠΑ 18% εκ 19.530.000 δρχ., στις 18-12-1996 ο 9ος λογαριασμός για το ποσό των 80.000.000 δρχ.

συν ΦΠΑ 18% εκ 14.400.000 δρχ., στις 22-1-1997 ο 10ος για το ποσό των 70.300.000 δρχ. συν ΦΠΑ 18% εκ 12.654.000 δρχ. και στις 18-2-1997 ο 11ος λογαριασμός για το ποσό των 44.000.000 δρχ. συν ΦΠΑ 18% εκ 7.920.000 δρχ.. Για τους παραπάνω λογαριασμούς και με δεδομένο ότι κατά το χρονικό διάστημα από 7-3-1996 μέχρι 13-2-1997, δυνάμει του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 1947/1991, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του Ν. 2386/1996, ο κύριος του έργου απαλλασσόταν από την καταβολή ΦΠΑ, ο τελευταίος κατέβαλε στην ανάδοχο κοινοπραξία δυνάμει του υπ' αριθ. 888/16-10-1997 εντάλματος πληρωμής το ποσό των 255.668.711 δρχ., προς εξόφληση των 7ου και 8ου λογαριασμών και έναντι του 9ου λογαριασμού το ποσό των 50.000.000 δρχ.

δυνάμει του υπ' αριθ. 965/23-12-1997 εντάλματος πληρωμής και το ποσό των 20.000.000 δρχ. δυνάμει του υπ' αριθ. 1357/14-9-1999 εντάλματος πληρωμής και έκτοτε δεν προέβη σε άλλες καταβολές. Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι κατά το χρονικό διάστημα από 28-3-1997 μέχρι 19-6-1997 ο κύριος του έργου (Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε.) στερούνταν νόμιμης διοικήσεως καθόσον η θητεία του ΔΣ αυτού, το οποίο είχε διοριστεί με την υπ' αριθ. 010/102/ΑΣ 40/22-3-1994 ΦΕΚ 201 B 28-3-1994 απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, έληξε στις 28-3-1997 και το νέο ΔΣ αυτού, που διορίστηκε με την υπ' αριθ. 010/40/ΑΣ73/10-5-97 ΦΕΚ 499/Β/19-6-97 απόφαση του ανωτέρω υπουργού, ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 25-6-1997.

Το γεγονός αυτό αποτέλεσε και την αιτία καθυστέρησης πληρωμής των παραπάνω λογαριασμών. Πλην όμως η ανάδοχος, ενόψει της παραπάνω καθυστέρησης πληρωμής των λογαριασμών και πριν ακόμα γίνουν οι ανωτέρω καταβολές, κοινοποίησε στις 11-4-1997 στον Προϊστάμενο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας την από 4-4-1997 Ειδική Δήλωση Διακοπής Εργασιών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 2 του ΠΔ 609/1985.

Επί αυτής η Διευθύνουσα Υπηρεσία ουδέποτε αποφάνθηκε, ενώ στις 14-5-1997 η ανάδοχος κοινοπραξία διέκοψε οριστικά τις εργασίες της επί του επιδίκου έργου. Ακολούθως η ανάδοχος κοινοποίησε στη Διευθύνουσα Υπηρεσία την από 21-3-2000 αίτησή της περί διάλυσης της εργολαβίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 2β του Ν. 1418/1984 και 48 παρ. 4 του ΠΔ 609/1985.

Η τελευταία απορρίφθηκε με το υπ' αριθ. ... έγγραφο του Διευθυντή κατασκευών της ..., ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι α) η μη πληρωμή λογαριασμών κατά την περίοδο από 28-3-1997 μέχρι 19-6-1997 οφειλόταν όχι σε υπαίτια συμπεριφορά του κυρίου του έργου αλλά σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη και τούτο είναι η έλλειψη οποιασδήποτε νομίμου διοικήσεως, β) η 7η πιστοποίηση παρανόμως περιλαμβάνει ΦΠΑ καθόσον ο κύριος του έργου απαλλασσόταν τούτου δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 5 του Ν. 2386/1996, γ) κατά το χρόνο επίδοσης της ειδικής δήλωσης διακοπής εργασιών είχαν εξοφληθεί πλήρως μέχρι και ο επιδοθείς στις 25-11-1996 6ος λογαριασμός και δ) ότι έχουν εξοφληθεί πλήρως οι 7ος και 8ος λογαριασμοί, ενώ για τους λοιπούς (9ος, 10ος και 11ος) δεν έχουν υποβληθεί τα πλήρη παραστατικά για την πληρωμή τους και ως εκ τούτου είναι αδύνατη η πληρωμή τούτων.

Κατά της απορριπτικής αυτής απάντησης της ... η ανάδοχος άσκησε την από 18-4-2000 ένστασή της προς την Προϊσταμένη Αρχή. Η τελευταία αφενός μεν στις 21-4-2000 απέστειλε με FΑΧ στην ανάδοχο την υπ' αριθ. ... εντολή για οριστική διακοπή των εργασιών της εργολαβίας και διάλυση της από 14-11-1995 σύμβασης και της από 29-11-1996 τροποποιητικής σύμβασης του έργου, αφετέρου δε στις 1-6-2000 γνωστοποίησε στην ανάδοχο με το υπ' αριθ. ...

έγγραφό της, την έκδοση της υπ' αριθ. ... απόφασης της Προϊσταμένης Αρχής, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω από 18-4-2000 ένσταση της κοινοπραξίας κατά της υπ' αριθ. 1162/5-4-2000 απόφασης. Κατά της απόφασης αυτής η ανάδοχος υπέβαλε την από 31-8-2000 αίτηση θεραπείας προς τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., επί της οποίας δεν απεφάνθη ο ανωτέρω υπουργός.

Εξάλλου, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παραλαβής του έργου, η ανάδοχος στις 20-10-2000 και με το υπ' αριθ. ... έγγραφό της προς την Διευθύνουσα Αρχή με τίτλο "Άπόψεις-Αιτήματα" εξέθεσε τις απόψεις της και τις απαιτήσεις της, ισχυριζόμενη ότι έχει υποστεί ζημία λόγω της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του κυρίου του έργου, αλλά και του φορέα κατασκευής αυτού.

Επί τούτου δεν έλαβε απάντηση και για το λόγο αυτό η ανάδοχος υπέβαλε προς την Προϊσταμένη Αρχή την υπ' αριθ. ... ένσταση, η οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη με την υπ' αριθ. ... απόφαση του ΔΣ της .... Περαιτέρω, με το υπ' αριθ. ... έγγραφο του Προϊσταμένου της ..., κοινοποιήθηκε στην ανάδοχο το Πρωτόκολλο Προσωρινής Παραλαβής του έργου, που συντάχθηκε από την Επιτροπή Προσωρινής και Οριστικής Παραλαβής του επίδικου έργου, που ορίστηκε με το υπ' αριθ. 10.5.00/ΔΚ/164/ΓΑ 1548 έγγραφο της ..., στο οποίο επισημαίνονταν οι σημαντικότερες διαφοροποιήσεις, ενέργειες και προβλήματα, που προέκυψαν από την πλευρά της αναδόχου, από την έναρξη μέχρι και τη διάλυση της εργολαβίας και προτείνονταν από την Επιτροπή όπως η προσωρινή παραλαβή του έργου θεωρηθεί και ως οριστική, υπό την προϋπόθεση τακτοποίησης όλων των αναφερομένων επί του πρωτοκόλλου εκκρεμοτήτων της προσωρινής παραλαβής.

Το Πρωτόκολλο Προσωρινής Παραλαβής υπεγράφη με επιφύλαξη από την ανάδοχο και επ' αυτού η τελευταία άσκησε την υπ' αριθ. ... ένστασή της προς την Προϊσταμένη Αρχή, η οποία παρέλειψε να αποφανθεί επ' αυτής, και την από 26-6-2001 αίτηση θεραπείας ενώπιον του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., επί της οποίας ο Υπουργός δεν απάντησε.

Ακολούθως στις 28-1-2003 η ανάδοχος συνέταξε και υπέβαλε προς την ..., τον επιβλέποντα του έργου και τον Κύριο του έργου ( Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε.) το σχέδιο του 3ου Συγκριτικού και Τακτοποιητικού Πίνακα για το επίδικο έργο καθώς και του 12ου λογαριασμού αυτού. Ο λογαριασμός συνοδευόταν από το ως άνω σχέδιο του 3ου Συγκριτικού και Τακτοποιητικού Πίνακα, 12η Εντολή Πληρωμής και πιστοποίηση, επιμέτρηση εργασιών, πίνακα διαχωρισμού εργασιών ανά τρίμηνο, αναθεωρήσεις εργασιών Α96, Β96, Δ96, Α97 αναλυτικούς πίνακες υπολογισμού όλων των επιπλέον δαπανών με τις οποίες επιβαρύνθηκε το κόστος του έργου και αναλυτικούς πίνακες υπολογισμού του κόστους χρηματοδότησης όλων των επιπλέον δαπανών (τοκοδοσία).

Κατά της παράλειψης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να εγκρίνει μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 5 παρ. 8 του Ν. 1418/1984 μηνιαία προθεσμία τον ανωτέρω λογαριασμό, η ανάδοχος υπέβαλε ενώπιον της Προϊσταμένης Αρχής την από 13-3-2003 ένστασή της, επί της οποίας η τελευταία δεν αποφάνθηκε. Αντιθέτως με το υπ' αριθ. πρωτοκ. ...

έγγραφο του επιβλέποντος μηχανικού του έργου επεστράφη στην ανάδοχο ο λογαριασμός προς διόρθωση, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο Παραλαβής του έργου, και επανυποβολή. Κατά του εγγράφου αυτού της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, η ανάδοχος άσκησε την από 1-4-2003 ένστασή της επί της Προϊσταμένης Αρχής, η οποία δεν απάντησε επ' αυτής και την από 2-7-2003 αίτηση θεραπείας προς τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., δεν έλαβε απόφαση επ' αυτής.

Ακολούθως η ανάδοχος με το υπ' αριθ. ... έγγραφό της προς τον Κύριο του έργου και το υπ' αριθ. ... έγγραφό της προς την ..., υπέβαλε προς έγκριση και πληρωμή τον 13ο λογαριασμό του έργου. Στον λογαριασμό αυτό η ανάδοχος ισχυρίζεται ότι περιέλαβε τις δαπάνες χρηματοδότησης των κοινοπρακτούντων μελών της από διάφορα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να καλύψουν το κόστος των συμβατικών εργασιών του επίδικου έργου, που είχαν ήδη εκτελέσει.

Συγχρόνως η ανάδοχος με το από ... έγγραφό της αιτήθηκε την επιστροφή από τον κύριο του έργου των κατατεθεισών εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης του έργου και προκαταβολής. Με το υπ' αριθ. πρωτοκ. ... έγγραφο του Προέδρου του ΔΣ της ... επιστράφηκε στην ανάδοχο ο λογαριασμός με την αιτιολογία ότι δεν ανταποκρίνεται στο Πρωτόκολλο Οριστικής Παραλαβής του Έργου και η ανάδοχος δεν έχει ακολουθήσει τις οδηγίες που έχουν δοθεί αναφορικά με τον 12ο λογαριασμό και επισημάνθηκε ότι δεν μπορούν να επιστραφούν οι εγγυητικές επιστολές καθόσον υπάρχουν διεκδικήσεις από την πλευρά του κυρίου του έργου.

Κατά της απόφασης αυτής η ανάδοχος άσκησε την από ... ένστασή της ενώπιον της Προϊσταμένης Αρχής, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. ... απόφασης αυτής, κατά δε αυτής ασκήθηκε από την ανάδοχο η από 11-7-2005 αίτηση θεραπείας προς τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., ο οποίος δεν αποφάνθηκε επ' αυτής. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ...

Επί της από 3-12-2003 και με αριθ. εκθ. καταθ. ... προσφυγής-αγωγής: ... Στην προκειμένη περίπτωση από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η ανάδοχος στις 28-1-2003, με το υπ' αριθ. ... έγγραφό της κοινοποίησε στην Διευθύνουσα Υπηρεσία του έργου προς έγκριση και πληρωμή το σχέδιο του 3ου Συγκριτικού και Τακτοποιητικού Πίνακα του έργου και τον 12ο λογαριασμό, που αποτελεί και τον τελικό λογαριασμό του έργου ύψους 8.852.692,21 ευρώ (7.502.281,54 + ΦΠΑ 18%).

Με αυτόν συνυπέβαλε επιμέτρηση των εργασιών, πίνακα διαχωρισμού εργασιών ανά τρίμηνο αναθεωρήσεις εργασιών Α96, Γ96, Δ96, Α97, αναλυτικούς πίνακες υπολογισμού όλων των επιπλέον δαπανών με τις οποίες επιβαρύνθηκε το κόστος του έργου και αναλυτικούς πίνακες υπολογισμού του κόστους χρηματοδότησης όλων των επιπλέον δαπανών (τοκοδοσία).

Αν και παρήλθε όμως η μηνιαία προθεσμία ελέγχου και διόρθωσης αυτού (12ου λογαριασμού) από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία του έργου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 10 του Ν. 1418/1984 (ήδη παρ. 8 του άρθρου 53 του ν. 3669/2008), η τελευταία ουδέν έπραξε, αλλά επέστρεψε αυτόν στην ανάδοχο μεταγενέστερα προς διόρθωση και επανυποβολή, και συγκεκριμένα στις 18-3-2003 με το υπ' αριθ.

πρωτ. ... έγγραφό της. Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, αν η ανωτέρω μηνιαία προθεσμία παρέλθει άπρακτη, ήτοι η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν προβεί εντός αυτής σε έλεγχο αυτού και είτε τον εγκρίνει όπως υποβλήθηκε, είτε αρνηθεί παντελώς την έγκρισή του, είτε προβεί σε διόρθωση και στη συνέχεια έγκριση αυτού ή αν είναι δυσχερής η διόρθωση, επιστρέψει αυτόν στον ανάδοχο προς ανασύνταξη και επανυποβολή, o λογαριασμός θεωρείται, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών του, αυτοδικαίως εγκεκριμένος, η δε Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν μπορεί πλέον να τροποποιήσει το λογαριασμό αυτό και ακολούθως ο κύριος του έργου υποχρεούται με βάση την αντίστοιχη πιστοποίηση να τον εξοφλήσει.

Συνεπώς οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου ότι ο ανωτέρω λογαριασμός δεν ενσωματώνει νομίμως οφειλόμενες αμοιβές για εκτελεσθείσες εργασίες, ότι η ανάδοχος δεν αποδεικνύει ότι εκτελέστηκαν οι αναφερόμενες σε αυτόν πρόσθετες εργασίες και o τρόπος τιμολόγησης αυτών και ότι σε κάθε περίπτωση δεν οφείλεται ο λογαριασμός αυτός καθότι ήδη η ενάγουσα έχει λάβει εργολαβικό αντάλλαγμα ύψους 1.024.523.237 δρχ., ενώ σύμφωνα με το πρωτόκολλο οριστικής παραλαβής οι πραγματοποιηθείσες εργασίες ανέρχονται σε 977.431.405 δρχ. (χωρίς να υπολογιστεί ΦΠΑ λόγω των διαφορετικών καθεστώτων που ίσχυαν κατά περιόδους), λόγω της ως άνω αυτοδίκαιης έγκρισής του στερούνται εννόμων συνεπειών και ορθώς απορρίφθηκαν (σιωπηρά) από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο...

Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του αναγνώρισε την υποχρέωση του κυρίου του έργου Ελληνικού Δημοσίου (ως καθολικού διαδόχου του ΕΙΥΑΠΟΕ) να καταβάλει στην ανάδοχο κοινοπραξία το ποσό του 12ου αυτοδικαίως εγκεκριμένου λογαριασμού ύψους 8.852.692,21 ευρώ, ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα τρίτος, τέταρτος πέμπτος, έβδομος και δέκατος λόγοι επί των κρίσεων του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επί της από 3-12-2003 (αριθ.

εκθ. καταθ. .../2003) αγωγής της κρινόμενης από 4-1-2016 έφεσης (αριθ. εκθ. καταθ. ../2016), πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι ... ". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 2000/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 3.12.2003 προσφυγή ως προς το πρώτο καθ' ου η προσφυγή ΝΠΙΔ και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει στην πρώτη προσφεύγουσα κοινοπραξία το ποσό των 8.852.692,21 ευρώ, ήτοι το ποσό του 12ου λογαριασμού, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προσφυγής.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 10 Ν. 1418/1984, 40 παρ. 7 του Π.Δ. 609/1985, όπως αυτές κωδικοποιήθηκαν μεταγενέστερα στο άρθρο 53 παρ. 8 του Ν. 3669/2008, σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της δυνατότητας ή μη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να τροποποιήσει τον επίμαχο 12ο λογαριασμό μετά την άπρακτη πάροδο της μηνιαίας προθεσμίας για τον έλεγχο και την έγκρισή του, αφού, όπως προεκτέθηκε, ναι μεν με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας του ενός μηνός, που προβλέπεται για τον έλεγχο, την τυχόν απαιτούμενη διόρθωση και την έγκριση του λογαριασμού, ο τελευταίος θεωρείται εγκεκριμένος, πλην όμως η Διοίκηση διατηρεί την εξουσία, και μετά την παρέλευση της τασσόμενης προθεσμίας ελέγχου και έγκρισης του λογαριασμού, να προβεί σε έλεγχο αυτού αρνούμενη ρητώς ή σιωπηρώς, να καταβάλει ποσά ή αναζητώντας ως μη νομίμως ή αχρεωστήτως καταβληθέντα, τα ήδη καταβληθέντα ποσά του επίμαχου λογαριασμού, τα οποία δεν οφείλονται για οποιοδήποτε λόγο στον ανάδοχο.

Συνεπώς, η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία, μετά την άπρακτη παρέλευση της άνω μηνιαίας προθεσμίας η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν μπορούσε πλέον να τροποποιήσει τον επίμαχο λογαριασμό και ακολούθως ο κύριος του έργου υποχρεούτο με βάση την αντίστοιχη πιστοποίηση να τον εξοφλήσει, έστω και αν διαπιστωθεί ότι η ανάδοχος είχε υπολογίσει εσφαλμένα το επίδικο ποσό, διότι η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν μπορούσε να επανέλθει και να διορθώσει τη σχετική πιστοποίηση αφού αυτή είχε εγκριθεί σιωπηρά και ως εκ τούτου οι σχετικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος στερούνται εννόμων συνεπειών, δεν παρίσταται ορθή.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παράβαση των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων των άρθρων 5 παρ. 10 Ν. 1418/1984, 40 παρ. 7 του Π.Δ. 609/1985 και 53 παρ. 8 του Ν. 3669/2008, σχετικά με το άνω κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, των αφορώντων την από 3-12-2003 προσφυγή των αναιρεσιβλήτων, ήτοι των δεύτερου και τέταρτου λόγων, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη πλημμέλειες ως προς τους επιδικασθέντες τόκους υπερημερίας και το ποσοστό του επιτοκίου αφενός (δεύτερος λόγος) και ως προς το χρόνο τοκοφορίας αφετέρου του επιδικασθέντος ποσού (τέταρτος λόγος).

Γ. Λόγοι αφορώντες μόνο την από 24-4-2007 και με αριθ. καταθ. ... αγωγή του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας που αποτελεί ένα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Τέτοια αγαθά είναι, εκτός των άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι` αυτόν.

Από τις διατάξεις αυτές (των άρθρων 57 και 59 ΑΚ), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 932 του ΑΚ, προκύπτει, ότι επί προσβολής της προσωπικότητας η αξίωση ικανοποίησης για την ηθική βλάβη προϋποθέτει προσβολή των παραπάνω δικαιωμάτων, παράνομη και υπαίτια. Εξάλλου και το νομικό πρόσωπο, εφόσον κηρύσσεται ικανό δικαίου και ικανό προς δικαιοπραξία (άρθρα 61 και 70 ΑΚ), έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτού στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος και των λοιπών αναγνωριζόμενων σ` αυτό άϋλων αγαθών.

Συνεπώς, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας αυτού σε οποιαδήποτε των εκφάνσεων τούτων, δικαιούται να ζητήσει, κατά τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ προστασία, καθώς και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (που υπέστη από την προσβολή) που μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή χρηματικού ποσού (ΑΠ 419/2018, ΑΠ 864/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος και δη ως προς το κεφάλαιο της αιτηθείσης εκ μέρους του άνω κυρίου του έργου ιδρύματος με την από 24.4.2007 αγωγή του χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι η διακοπή των εργασιών του επίδικου έργου από την ανάδοχο κοινοπραξία και γενικά η μη ολοκλήρωση τούτου από υπαιτιότητα της τελευταίας, πέραν της οικονομικής ζημίας προκάλεσε και ηθική βλάβη στον κύριο του έργου ΕΙΥΑΠΟΕ, αφού έγινε αφορμή για δυσφημιστικά σχόλια του τύπου σε βάρος του και ειδικότερα στις 17-3-2000 σε τοπικές εφημερίδες της περιοχής Κ., ενώ η από 16-3-2000 ανακοίνωση της κοινοπραξίας το περιεχόμενο της οποίας είναι: "Ως εργολάβος κοινοπραξία του έργου "...

με αφορμή τις τελευταίες φήμες που κυκλοφορούν σχετικά με διανομή των ημιτελών κατοικιών που έχουμε κατασκευάσει σε εκτέλεση του παραπάνω έργου, στους Ομογενείς Έλληνες του Οικισμού στο Ν. Ζ. Κ., ενημερώνουμε με την παρούσα μας κάθε ενδιαφερόμενο ότι λόγω οφειλών εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών του ΕΙΥΑΠΟΕ και της ΔΕΠΟΣ προς την κοινοπραξία μας, προερχομένων από τις έως τώρα εκτελεσθείσες και εγκριθείσες εργασίες μας, έχουμε προβεί σε επίσχεση των κατοικιών που έχουμε κατασκευάσει, σύμφωνα με τα άρθρα 325 ΑΚ και 326 ΑΚ, προκειμένου να εξασφαλίσουμε τα δικαιώματά μας.

Ως εκ τούτου κάθε μεταβίβαση των κατοικιών αυτών χωρίς να έχουμε εξοφληθεί για τις μέχρι τώρα εργασίες μας, θα είναι παράνομη, άκυρη και άνευ αποτελέσματος. Σε μια τέτοια περίπτωση δε δηλώνουμε κατηγορηματικά ότι θα ασκήσουμε κάθε νόμιμο δικαίωμά μας στρεφόμενοι κατά παντός υπευθύνου μιας τέτοιας ενέργειας", έγινε με αποκλειστικό σκοπό να δυσφημίσει το ΕΙΥΑΠΟΕ, αφού περιλαμβάνει αναληθή γεγονότα δεδομένου ότι η ανάδοχος κοινοπραξία ουδέποτε προέβη σε νόμιμη επίσχεση των εν λόγω κατοικιών.

Ο ισχυρισμός αυτός του Ελληνικού Δημοσίου δεν ευσταθεί και είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο διότι αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα τα δημοσιεύματα και έγινε η ως άνω ανακοίνωση από την ανάδοχο, είχε ήδη ξεκινήσει η αμφισβήτηση και περαιτέρω η δικαστική διαμάχη μεταξύ των διαδίκων σχετικά με τους οφειλόμενους στην ανάδοχο από τον κύριο του έργου λογαριασμούς, με την κατάθεση ήδη δύο προσφυγών - αγωγών ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης από την ανάδοχο (43/1997, 47/1997) ο δε κύριος του έργου ΕΙΥΑΠΟΕ είχε καταβάλει, όπως προαναφέρθηκε, έναντι του 9ου λογαριασμού μόνο το ποσό των 70.000.000 δρχ.

και συνεπώς υφίστατο οφειλή του τελευταίου έναντι της αναδόχου. Εκτός τούτου η ανακοίνωση της αναδόχου ότι λόγω μη εξόφλησής της προτίθεται να προβεί σε νόμιμες ενέργειες (επίσχεση κατοικιών), αναμφισβήτητα δεν αποτελεί γεγονός που θα μπορούσε από μόνο του να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του κυρίου του έργου.

Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του κυρίου του έργου, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος επί των κρίσεων του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επί της από 24-4-2007 (αριθ.

εκθ. καταθ. ...) αγωγής της κρινόμενης από 4-1-2016 έφεσης (αριθ. εκθ. καταθ. ...), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει την από 24.4.2007 αγωγή του άνω ιδρύματος κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι του οφείλουν το ποσό των 2.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την διάδοση των αναφερομένων στην άνω ανακοίνωση της κοινοπραξίας περιστατικών, υποστηρίζοντας ότι ήταν αναληθή και προσβάλλουν την προσωπικότητά του, δεδομένου ότι η δυσφήμησή του είχε γενικότερο αντίκτυπο στην αποστολή και τις δραστηριότητές του.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της συκοφαντικής άλλως της απλής δυσφήμησης του κυρίου του έργου και δικαιολογούν την απόρριψη της ένδικης αγωγής, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται α) ότι κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα τα δημοσιεύματα και έγινε η ως άνω ανακοίνωση από την ανάδοχο, είχε ήδη ξεκινήσει η αμφισβήτηση και περαιτέρω η δικαστική διαμάχη μεταξύ των διαδίκων σχετικά με τους οφειλόμενους στην ανάδοχο από τον κύριο του έργου λογαριασμούς, ο δε κύριος του έργου ΕΙΥΑΠΟΕ είχε καταβάλει έναντι του 9ου λογαριασμού μόνο το ποσό των 70.000.000 δρχ.

και συνεπώς υφίστατο οφειλή του τελευταίου έναντι της αναδόχου και β) ότι η ανακοίνωση της αναδόχου ότι λόγω μη εξόφλησής της προτίθεται να προβεί σε νόμιμες ενέργειες (επίσχεση κατοικιών), δεν αποτελεί γεγονός που θα μπορούσε από μόνο του να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του κυρίου του έργου. Βάσει δε αυτών των περιστατικών δεν εδικαιούτο το ως άνω ίδρυμα να απαιτήσει την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής του βλάβης, αφού δεν συνέτρεξαν οι ως άνω προϋποθέσεις της προσβολής της προσωπικότητάς του.

Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παρέβη τις άνω διατάξεις, δεχόμενο ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα δεν ήταν ικανά από μόνα τους να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του κυρίου του έργου, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, αφού με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα και δεν απαιτείτο η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.

Επομένως, ο έβδομος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών σχετικά με τη θεμελίωση της κρίσεώς του περί μη συνδρομής περίπτωσης δυσφημήσεως του κυρίου του έργου, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η ειδική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, ενώ, ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να μνημονεύονται, μεταξύ άλλων, η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και οι ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 547/2020).

Ειδικότερα, η πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε από το δικαστήριο στο πλαίσιο της ανοιγείσας δίκης (άρθ. 368 επ. του ΚΠολΔ), αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (άρθρο 339 ΚΠολΔ), ενσωματωμένο στην έκθεση που συντάσσεται γι' αυτό και περιέχει τις ενέργειες του πραγματογνώμονα και τη γνωμοδότησή του και συνεπώς πρέπει ειδικά να μνημονεύεται στην απόφαση (ΑΠ 547/2020, ΑΠ 445/2019).

Τέλος, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Γι` αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτής ενδεικνύει ότι το μέσο αυτό δεν λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 26/2020, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1105/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος σε σχέση με την από 24-4-2007 αγωγή του πιο πάνω ΝΠΙΔ και δη για το σχηματισμό της κρίσης του ότι η συνολική θετική ζημία του κυρίου του έργου ανέρχεται σε 39.738,02 ευρώ, αντί του αιτηθέντος των 171.864 ευρώ, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, τα οποία το αναιρεσείον προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής του κυρίου του έργου, και δη τόσο την από ...

έκθεση ελέγχου της πολιτικής μηχανικού Μ. Τ., από την οποία αποδεικνύεται ότι η θετική ζημία του κυρίου του έργου, συνεπεία των ελλείψεων και ελαττωμάτων του έργου αυτού, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 171.864 ευρώ και όχι στο επιδικασθέν ποσό των 39.738,02 ευρώ, όσο και την υπ' αριθ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθ. 4348/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πραγματογνώμονα πολιτικού μηχανικού Θ.

Γ.. Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε "... όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης...

και την υπ' αριθ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθ. 4348/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πραγματογνώμονα πολιτικού μηχανικού Θ. Γ....", όπως επί λέξει αναφέρεται, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το αγωγικό κονδύλιο της συνολικής θετικής ζημίας του κυρίου του έργου, ότι δηλαδή αυτή ανέρχεται σε 39.738,02 ευρώ και όχι σε 171.864 ευρώ, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθεμίας τούτων, τόσο την από ...

έκθεση ελέγχου της πολιτικής μηχανικού Μ. Τ. όσο και την υπ' αριθ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθ. 4348/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πραγματογνώμονα πολιτικού μηχανικού Θ. Γ.. Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το ποσό της συνολικής θετικής ζημίας του κυρίου του έργου, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Επομένως, ο πέμπτος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης του κυρίου του έργου λόγω ηθικής του βλάβης, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που το αναιρεσείον προσκόμισε νόμιμα με επίκληση, από τα οποία προκύπτει ότι το περιεχόμενο της από 16.3.2000 ανακοίνωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης ήταν ικανό να βλάψει και πράγματι έτρωσε το κύρος και τη φήμη του κυρίου του έργου και δη δεν έλαβε υπόψη του α) τα δημοσιεύματα του έντυπου τύπου της επόμενης ημέρας που πυροδοτήθηκαν από την άνω δυσφημιστική ανακοίνωση της κοινοπραξίας, και β) τις υπ' αριθ. ...

ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του κυρίου του έργου Α. Τ. και Θ. Π., που ελήφθησαν μετά από νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων του, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ενώπιον του Εφετείου προς απόδειξη της από 24.4.2007 αγωγή, βάσει των οποίων άλλη θα ήταν η έκβαση της δίκης ως προς τον επικαλούμενο δυσφημιστικό χαρακτήρα του περιεχομένου της άνω ανακοίνωσης της αναδόχου κοινοπραξίας (πρώτης αναιρεσίβλητης).

Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε "... όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης...

τις υπ' αριθ. ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίζει το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο και έχουν ληφθεί κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων τους...", όπως επί λέξει αναφέρεται, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το αγωγικό κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης του κυρίου του έργου λόγω ηθικής του βλάβης, ότι δηλαδή η άνω ανακοίνωση της αναδόχου δεν αποτελεί γεγονός που θα μπορούσε από μόνο του να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του κυρίου του έργου, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, τόσο τα άνω δημοσιεύματα του έντυπου τύπου της επόμενης ημέρας από την ανακοίνωση της κοινοπραξίας, όσο και τις άνω ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο όγδοος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".

Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της. Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 532/2020, ΑΠ 846/2019, ΑΠ 503/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 ΚΠολΔ δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Η διάταξη αυτή αποβλέπει στην απαγόρευση της επανειλημμένης χρήσης του ένδικου μέσου της έφεσης κατά της ίδιας απόφασης. Προϋποθέσεις της εφαρμογής της είναι α) να έχει ασκηθεί προηγούμενη έφεση, β) να πλήττεται με αυτή, όπως και με την προηγούμενη, η ίδια απόφαση και γ) να ασκείται από τον ίδιο διάδικο.

Η απαγόρευση του ανωτέρω άρθρου δεν ισχύει και επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης έφεσης από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης, όταν ο εκκαλών παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης, προτού συζητηθεί η βασιμότητα της μεταγενέστερης έφεσής του, ή όταν η πρώτη έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (ΑΠ 254/2022, ΑΠ 925/2021, ΑΠ 1779/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 4.1.2016 έφεση του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που με αυτήν προσεβλήθη η απόρριψη ως αορίστου του αγωγικού κονδυλίου των 959.519 ευρώ της από 24.4.2007 αγωγής του άνω δικαιοπαρόχου του, λόγω ασκήσεως προγενέστερης όμοιας έφεσης.

Ειδικότερα, το Εφετείο Αθηνών κατέληξε στην κρίση του αυτή, αφού δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 4-1-2016 και με αριθ. εκθ. καταθ. ... έφεση, που ασκείται από το Ελληνικό Δημόσιο, με την ιδιότητα του καθολικού διαδόχου του ήδη εκκαθαρισθέντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙΝΝΟΣΤΟΥΝΤΩΝ ΟΜΟΓΕΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ" (Ε.Ι.Υ.Α.Α.Π.Ο.Ε.) κατά των κοινοπραξίας με την επωνυμία "... - ...", των μελών αυτής, εταιριών με την επωνυμία "..." και "..." και της υπό εκκαθάριση εταιρίας με την επωνυμία ..." (...), προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2000/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και η ως άνω υπ' αριθ. 4348/2011 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Από την επισκόπηση όμως των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο έχει ασκήσει κατά της υπ' αριθ. 4348/2011 απόφασης και την από 22-11-2012 και με αριθ. εκθ. καταθ. στη γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου .../2012 έφεση, στρεφόμενη κατά της ανωτέρω κοινοπραξίας και των μελών αυτής, η οποία παραμένει εκκρεμής (βλ.

το με αριθ. 7602/2016 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών). Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις ανωτέρω διαλαμβανόμενες αιτιολογίες γίνεται φανερό ότι ο ίδιος διάδικος άσκησε σε βάρος του αντιδίκου του δύο εφέσεις, στρεφόμενες κατά της ίδιας απόφασης. Η ενέργεια του αυτή δημιουργεί δικονομικό απαράδεκτο, το οποίο εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο τούτο.

Επομένως, πρέπει η υπό κρίση από 4-1-2016 έφεση κατά το μέρος που αυτή ασκείται από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο κατά της υπ' αριθ. 4348/2011 εν μέρει οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά των αντιδίκων του κοινοπραξίας με την επωνυμία ... - ..." και των μελών αυτής, εταιριών με την επωνυμία ..." και "'...", να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που αφορά οριστικές διατάξεις της παραπάνω απόφασης (4348/2011).

Ειδικότερα η κρινόμενη από 4-1-2016 έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος αυτής που αφορά την με αριθ. καταθ. ... αγωγή του ΝΙΠΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΛΙΝΝΟΣΤOΥΝΤΩΝ ΟΜΟΓΕΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ'' (E.I.Y.A.A.Π.O.E.), στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει το Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός διάδοχος αυτού κατά της κοινοπραξίας με την επωνυμία " ... - ..." και των μελών αυτής, εταιριών με την επωνυμία "..." και "...", και την απόρριψη, με οριστική διάταξη της ως άνω υπ' αριθ. 4348/2011 απόφασης, του αγωγικού κονδυλίου των 959.519 ευρώ, ως αορίστου, που αφορά καταβληθέντα από το εκκαλούν μισθώματα για την εκμίσθωση ακινήτων προς στέγαση των παλιννοστούντων ομογενών (πρώτος λόγος της από 4-1-2016 εφέσεως αναφορικά με την υπ' αριθ.

καταθ. ... αγωγή)... ". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, κατ` ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 514 και 532 του ΚΠολΔ, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του άνω κεφαλαίου της πρωτοδίκου αποφάσεως, αφού το αναιρεσείον είχε ασκήσει κατά του αυτού κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης την προγενέστερη από 22-11-2012 και με αριθ.

εκθ. καταθ. .../2012 έφεση, στρεφομένη κατά της ανωτέρω κοινοπραξίας και των μελών αυτής, η οποία παραμένει εκκρεμής, δεδομένου ότι το αναιρεσείον δεν παραιτήθηκε από το δικόγραφό της, ούτε και εκδόθηκε επ' αυτής απορριπτική απόφαση. Επομένως, ο δέκατος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι παρά το νόμο απορρίφθηκε η έφεσή του ως απαράδεκτη, ως προς το άνω κεφάλαιο, χωρίς όμως και να επικαλείται ότι παραιτήθηκε από την προγενέστερη έφεσή του ή ότι αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1592/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά ένα μέρος και δη ως προς το κεφάλαιο της από 3-12-2003 προσφυγής των αναιρεσιβλήτων, που αφορά την αναγνώριση της υποχρέωση του κυρίου του έργου Ελληνικού Δημοσίου (ως καθολικού διαδόχου του ΕΙΥΑΠΟΕ) να καταβάλει στην ανάδοχο κοινοπραξία το ποσό του 12ου αυτοδικαίως εγκεκριμένου λογαριασμού ύψους 8.852.692,21 ευρώ, και μόνον.

Στη συνέχεια, πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας κάθε διαδίκου (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ) και του δυσερμηνεύτου των άνω νομικών διατάξεων (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-1-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ` αριθ. 2000/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως απαράδεκτη.

Αναιρεί εν μέρει και δη κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό την υπ' αριθ. 1592/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το άνω κεφάλαιο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Απριλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ