Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing lack of substantive law violation and inadmissible arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by the appellants against the Second Instance Court's decision. The appellants argued for a new witness deadline and alleged procedural errors regarding evidence, but the court found these arguments inadmissible as they did not constitute a violation of substantive law under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 KPolD; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, and arguments regarding procedural defects or evidentiary admissions that were properly considered by the lower court are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 572 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 572/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή-εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Τ. του Δ., 2. Α. συζ. Γ. Τ. το γένος Χ. Χ. κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Ποντικάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 20-1-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Β. χήρας Γ. Τ., το γένος Ι. Κ., 2.Α. Γ. Τ., 3.Α. Γ. Τ., όλων κατοίκων ..., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Γ. Τ. του Κ. και Α. συζ. Κ. Τ., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Ταγκλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-1989 αγωγή της αποβιωσάσης, αρχικώς ενάγουσας Α. συζ. Κ. Τ., της από 15-5-1989 δια των προτάσεων ανταγωγή των νυν αναιρεσειόντων, ως και την από 6-5-1996 κύρια παρέμβαση - αγωγή του Δ. Τ. του Γ. που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: Εν μέρει οριστική 278/1998 και η οριστική 123/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 10/2016 του Εφετείου Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-7-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ’ άρθρ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται ... "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..." (αρ.1). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντιστρόφως, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Επίσης, αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων" (αρ. 4). Υπέρβαση δε δικαιοδοσίας υπάρχει: α) Όταν το πολιτικό δικαστήριο επεμβαίνει σε διοικητικά καθήκοντα. Τοιαύτη επέμβαση συντρέχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για θέμα "αμφισβητουμένου διοικητικού", το οποίο έχει υπαχθεί με νόμο στη δικαιοδοσία διοικητικού δικαστηρίου ή στην ελεύθερη ενέργεια της Διοικήσεως.
Επέμβαση του πολιτικού δικαστηρίου υπάρχει και όταν αυτό ελέγχει πράξεις της Διοικήσεως που έχουν εκδοθεί μέσα στα όρια της αρμοδιότητός της, δηλαδή είτε τις ακυρώνει είτε αναστέλλει την εκτέλεσή τους είτε αποφασίζει εναντίον του περιεχομένου τους. β) Όταν το πολιτικό δικαστήριο επεμβαίνει σε νομοθετικά έργα, όπως, όταν αυτό εξέδωσε γενικές διατάξεις που πρέπει να εφαρμοσθούν πέρα από τους διαδίκους στη δίκη και τα πρόσωπα, στα οποία εκτείνεται το δεδικασμένο από δικαστικές αποφάσεις.
Κατ’ εξαίρεση, δεν υπάρχει υπέρβαση δικαιοδοσίας όταν το πολιτικό δικαστήριο εξετάζει παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα της διοικητικής πράξεως ή αν ο νόμος είναι Συνταγματικός. Περαιτέρω, αναίρεση επιτρέπεται και "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη" (αρ.10), "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν" (αρ. 11), "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" (αρ. 12), "αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης" (αρ. 13), "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ...
απαράδεκτο" (αρ. 14, του εν λόγω απαραδέκτου προκυπτέου από τις διατάξεις του ΚΠολΔ), ως και "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ. 19). Η δε απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως καταλογίζουν στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε αναποδείκτως ότι και μετά το έτος 1999 αυτοί (αναιρεσείοντες) απολάμβαναν τους καρπούς των επιδίκων ακινήτων παρά το ότι (δεν) είχε τούτο αποδειχθεί από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Το περί μη αποδείξεως δε του πράγματος αυτού για την περίοδο από του έτους 1999 το δέχεται και η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, απλά συμπερασματικά αποφαίνεται ότι αφού δεν αποδείχθηκε κάτι το διαφορετικό και τα ωφελήματα των καρπών από του έτους 1999 μέχρι και του έτους 2014 τα καρπώθηκαν οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) κι έτσι γιαυτήν την περίοδο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο "διολίσθησε" στην προειπωθείσα πλημμέλεια.
Προσέτι, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην εφετειακή απόφαση την κατ’ άρθρ. 559 αρ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια εν σχέσει προς την (δυνάμει της 143/1992 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων) ...12-1993 έκθεση δικαστικής επιμελήτριας Χανίων Μ. Γ. αντικαταστάσεως και αποδόσεως ακινήτων, έκθεση βάσει της οποίας τα τεθέντα υπό δικαστική μεσεγγύηση ακίνητα με την 185/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η εν λόγω δικαστική επιμελήτρια τα απέδωσε στον μεσεγγυούχο Κ.
Τ., (σύζυγο της Α. Τ., διορισθέντα δυνάμει της 143/1992 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων), αφού προηγουμένως απέβαλεν αυτούς (αναιρεσείοντες), του εν λόγω μεσεγγυούχου αντικατασταθέντος στις 30-9-1994 απ’ τον Ι. Τ. του Δ., δυνάμει της 449/1994 αποφάσεως του άνω δικαστηρίου. Εν τούτοις, με όσα δέχθηκε η πληττομένη απόφαση, υπέπεσε στο ανωτέρω σφάλμα, δεδομένου ότι δεν αξιολόγησε προσηκόντως την αποδεικτικότητά της, υπό την έννοια, ότι παρά την αποβολή τους απ’ τα επίδικα αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή τους αποδόσεως καρπών κατά τα ποσά των 26.184,82€ από ελαιόλαδο και 664,05€ για αμύγδαλα.
Ωσαύτως, στο ίδιο λόγο διαλαμβάνεται ως επιρριπτόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση ατόπημα και το κατ’ άρθρ. 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, υπό την έννοια, ότι ως προς την περίοδο μετά το έτος 1999 δέχθηκε το Εφετείο ότι αυτοί (εναγόμενοι - αναιρεσείοντες) εξακολούθησαν την διαχείριση και εκμετάλλευση των επιδίκων ακινήτων, καίτοι οι έχοντες το βάρος αποδείξεως ενάγοντες δεν απέδειξαν το αντίστοιχο.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο βαρύνεται με το κατ’ άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ σφάλμα, καθόσον απέρριψε τον (πρωτοδίκως προβληθέντα και) ενώπιόν του επανυποβληθέντα ισχυρισμό τους περί αοριστίας των αγωγικών κονδυλίων των αιτηθέντων καρπών, μη αναφερθέντων των απαραιτήτων ποσοτικών και ποιοτικών (κατ’ έτος συγκομιδής) στοιχείων αυτών.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια καθόσον παρερμήνευσε και κακώς εφήρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ: 1096 (για την ευθύνη του νομέως αποδόσεως ωφελημάτων), 1099 (για την αποζημιωτική ευθύνη κατά τις αδικοπραξίες του έχοντος αποκτήσει, με παράνομη πράξη το πράγμα νομέως), 914 (του υπέχοντος υποχρέωση αποζημιώσεως του υπ’ αυτού παρανόμως και υπαιτίως ζημιωθέντος), 297 και 298 (που αναφέρονται στην καταβλητέα, κατά κανόνα σε χρήμα αποζημίωση) και 247,250,251 (που προβλέπουν για την παραγραφή των αξιώσεων).
ΙΙΙ. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Η αρχικώς ενάγουσα Α. συζ. Κ. Τ., το γένος Α. Κ., στη θέση της οποίας υπεισήλθαν οι εφεσίβλητοι - τέκνα του μεταποβιώσαντος υιού της Γ. Τ., άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων (τακτική διαδικασία) τη με αριθμό κατάθεσης ....2.89 διεκδικητική αγωγή σωρευμένη με αγωγή απόδοσης ωφελημάτων, στρεφόμενη κατά των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί το δικαίωμα της κυριότητάς της στα επίδικα ακίνητα και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της τα αποδώσουν, να απαγορευτεί στους εναγόμενους κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής της επί των ακινήτων αυτών, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν τα ωφελήματα που εξήγαγαν από τα επίδικα ακίνητα, να αναγνωριστεί ότι οφείλουν να της καταβάλουν την αξία των καρπών που θα εξαχθούν από τα επίδικα ακίνητα, μέχρι την απόδοση των ακινήτων σε αυτήν και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής, η οποία είναι επαρκώς ορισμένη, ως προς όλα τα κονδύλιά της, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου, προβαλλομένου με τον 4° λόγο έφεσης ...".
"Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 εδαφ. α’ του ΑΚ προκύπτει ότι, ο νομέας του πράγματος ενέχεται σε απόδοση των ωφελημάτων που έχουν εξαχθεί από αυτό και εκείνων που μπορούσαν να εξαχθούν κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης από την επίδοση της (διεκδικητικής) αγωγής ή αφότου-έμαθε ότι δεν έχει δικαίωμα νομής. Η ενοχή υφίσταται ανεξαρτήτως αιτίας για την οποία νέμεται το πράγμα και ανεξαρτήτως όχλησης προς απόδοση και αρκεί η πληροφόρηση του νομέα με οιονδήποτε τρόπο, ότι δεν έχει δικαίωμα νομής (ΑΠ 958/2004). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στην παραγραφή της διάταξης αυτής υπάγονται οι αξιώσεις από τα άρθρα 1096-1100 του ΑΚ και μόνον κατ εξαίρεση η από το άρθρο 1099 ΑΚ αξίωση για αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 508/2011, ΑΠ 427/2009, ΕφΘεσ. 7/2012, α’ δημ. ΝΟΜΟΣ).
Εν προκειμένω, με τον 5° λόγο της έφεσης, οι εκκαλούντες επαναφέρουν την πρωτοδίκως, κατά τη μετ’ απόδειξη συζήτηση, προταθείσα ένσταση παραγραφής εν επιδικία των αξιώσεων των καλουσών - εφεσίβλητων για τα τους καρπούς των επίδικων ακινήτων, ισχυριζόμενοι ότι, από την τελευταία διαδικαστική πράξη της ένδικης αγωγής, η οποία έγινε στις 24.10.00, μέχρι την επίδοση της κλήσης για τη μετ’ απόδειξη συζήτηση, που έγινε στις 16.9.10, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα 10 και πλέον ετών και, επομένως, οι τυχόν αξιώσεις των εφεσίβλητων, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον, οι αξιώσεις της ενάγουσας και των κληρονόμων αυτής - καλουσών - εφεσίβλητων, στηρίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1096 - 1098 ΑΚ, οι οποίες, σύμφωνα και με την παραπάνω σκέψη, υπόκεινται στη γενική 20ετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και όχι στις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 1099 σε συνδυασμό με 914 επ. ΑΚ, ώστε να ισχύει η 5ετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη".
"Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης Σ. Κ. του Σ., που περιέχεται στην υπ’ αριθμό ....3.99 εισηγητική έκθεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων (η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Ι. Τ., που επίσης εμφανίστηκε ενώπιον του εισηγητή για να καταθέσει, όπως αναφέρεται στην παραπάνω εισηγητική έκθεση, παρά τις συνεχείς αναβολές ουδέποτε ολοκληρώθηκε, αλλά έμεινε ημιτελής και, ως εκ τούτου, λαμβάνεται υπόψιν μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, κατ’ άρθρα 339 και 395 ΚΠολΔ (ΑΠ 1232/94 Δνη 37.142), τις οποίες το Δικαστήριο τούτο εκτιμά καθ’ εαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους, κατά το λόγο της γνώσης και το μέτρο της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, καθώς και απ όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Η αρχικώς ενάγουσα Α. συζ. Κ. Τ., το γένος Α. και Μ. Κ. αγόρασε, δυνάμει του υπ’ αριθμό .../87 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Χανίων Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... αύξοντα αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κολυμβαρίου Κισσάμου, ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση "..." της κοινότητας ..., εντός του οποίου βρίσκονται 20 ελαιόδεντρα, εμβαδού περίπου 4 στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει ανατολικά με ακίνητο Κ.
Φ., δυτικά με ακίνητο Δ. Κ., βόρεια με αγροτικό δρόμο και νότια με ακίνητο Ε. Κ.. Περαιτέρω, εκ κληρονομιάς δυνάμει της υπ’ αριθμό .../87 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος στις 19.12.87 Δ. Τ. του Ι., που συντάχθηκε ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία δημοσιεύθηκε δυνάμει των με αριθμό ....2.88 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και την οποία (κληρονομιά) η Α.
συζ. Κ. Τ. αποδέχθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμό .../88 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … με αύξοντα αριθμό ... των ίδιων ως άνω βιβλίων μεταγραφών, η ενάγουσα κατέστη κυρία των παρακάτω ακινήτων: 1) ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "..." της κοινότητας ...
Κισσάμου, εντός του οποίου υπάρχουν 33 μουρέλα, εμβαδού 2 στρεμμάτων περίπου, που συνορεύει με αγροτικό δρόμο και με ακίνητα Ε. Α., Μ. Τ. και Δ. Τ., 2) ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "..." της ίδιας ως άνω κοινότητας, εντός του οποίου υπάρχουν 4 ελαιόδενδρα και 2 μικρά μουρέλα, εμβαδού 0,5 στρέμματος περίπου, που συνορεύει με ακίνητα Λ.
Ν. και Δ. Φ. και με ρυάκι, 3) ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "..." της ίδιας ως άνω κοινότητας, εμβαδού 2 στρεμμάτων, εντός του οποίου υπάρχουν 25 ελαιόδεντρα, μία αχλαδιά και μία χαρουπιά, που συνορεύει ανατολικά με επαρχιακή οδό Χανίων - ..., δυτικά με ακίνητο Δ. Π., νότια με ακίνητο Ε. Ν. και βόρεια με ακίνητο Α.
Κ., 4) ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "..." της ίδιας ως άνω κοινότητας, στο οποίο υπάρχει ένα ελαιόδενδρο, εμβαδού 50 τ.μ., που συνορεύει με ακίνητα Μ. Β. και Κ. Μ. και με δρόμο, 5)ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "..." της ίδιας ως άνωκοινότητας στο οποίο υπάρχουν 46 ελαιόδενδρα και 15 αμυγδαλιές, εμβαδού 3 περίπου στρεμμάτων, που συνορεύει με ακίνητα Π.
Ρ., Ε. Ν., Μ. Π. και Α. Τ., 6) ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται επίσης στη θέση "...", εντός του οποίου βρίσκονται επτά μουρέλα, εμβαδού 0,5 στρέμματος περίπου, που συνορεύει με ακίνητα Π. Β., Δ. Κ. και Γ. Π., 7) ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "..." της ίδιας κοινότητας, εντός του οποίου υπάρχουν επτά μουρέλα και επτά αχλαδιές, εμβαδού ενός στρέμματος περίπου, που συνορεύει με ακίνητα Δ.
Κ., Α. Κ. και Ε. Φ., 8) ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "...", εντός του οποίου υπάρχουν σαράντα μουρέλα και ένα ελαιόδεντρο, εμβαδού ενός στρέμματος περίπου, που συνορεύει με ακίνητα Α. Κ., Κ. Φ. και Γ. Π. και 9) ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "...", εντός του οποίου υπάρχουν ένα ελαιόδενδρο και ένα μουρέλο, εμβαδού μισού στρέμματος περίπου, που συνορεύει με ακίνητα Α.
Κ., Σ. Τ. και Α. Κ.. Όλα τα παραπάνω ακίνητα, κατείχε και νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ο κληρονομούμενος Δ. Τ. από το έτος 1959, μέχρι το θάνατο του, στις 19.12.87, ασκώντας επ’ αυτών όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής και κατοχής, ήτοι καλλιεργώντας τα, συλλέγοντας τους καρπούς ή εκμισθώνοντάς τα σε τρίτους και, επομένως, είχε καταστεί κύριος όλων των ως άνω αγροτεμαχίων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ήδη πριν από το θάνατο του.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, δυνάμει της υπ’ αριθμό .../23-2-1985 δημόσιας διαθήκης της προαποβιωσάσης στις 9-3-1985, συζύγου του προαναφερθέντος Δ. Τ. του Ι., Μ. συζ. Δ. Τ. το γένος Ν. Γ., που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αλικιανού Χανίων Κ. Κ. και την οποία κληρονομία της Μ. συζ. Δ. Τ. ο α’ εναγόμενος Γ. Τ. του Δ.
αποδέχθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμό .../87 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Χανίων Γ.Κ. - Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... αύξοντα αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κολυμβαρίου Κισσάμου Χανίων, η παραπάνω κατέλειπε στον α’ εναγόμενο, μεταξύ άλλων, την ψιλή κυριότητα ενός αγρού, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...
Χανίων, περιγραφόμενου "εις την θέσιν "..." αγρόν εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών δύο χιλιάδων εμπεριέχοντος ενενήντα (90) ελιές συνορευόμενου γύρωθεν με ιδιοκτησίες Δ. Μ., Δ. Φ., Ε. Α. και Α. Κ.". Ενώ το στην αγωγή υπό στοιχείο Β ακίνητο στη θέση "..." στην υπ’ αριθμ. .../2-7-1987 δημόσια διαθήκη του Δ. Τ. του Ι. περιγράφεται "στην θέση ...
μουρέλα με τη γη τους με σύνορα Α. Μ. και Μ. Τ.". Από την περιγραφή των ως άνω δύο ακινήτων και συγκεκριμένα των ορίων αυτών και των εντός αυτών υπαρχόντων ελαιόδεντρων, ήτοι στο ακίνητο της αγωγής 33 και στο ακίνητο του α εναγομένου 90 ελαιοδέντρων, προκύπτει ότι, το ακίνητο που κληρονόμησε ο α’ εναγόμενος Γ.
Τ. του Δ. από τη Μ. συζ. Δ. Τ. δεν ταυτίζεται με το στην αγωγή υπό στοιχείο Β1 επίδικο ακίνητο που κληρονόμησε η ενάγουσα από τον Δ. Τ. του Ι.. Επομένως, ο ισχυρισμός του α’ εναγομένου περί ιδίας κυριότητας του στην αγωγή υπό στοιχείο Β1 επίδικου ακινήτου, τυγχάνει απορριπτέος, ως αβάσιμος. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, μετά το θάνατο του Δ.
Τ. του Ι. και τη δημοσίευση της με αριθμό .../87 διαθήκης του, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι κατέλαβαν τα, ως άνω ακίνητα, παρότι γνώριζαν, ή έστω αγνοούσαν από βαριά αμέλεια ότι αυτά δεν τους ανήκουν, συνέχισαν δε να νέμονται κακόπιστα τα επίδικα, παρά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής το έτος 1989, καθώς και την τελεσίδικη απόρριψη της δικής τους αγωγής το έτος 1995.
Ειδικότερα οι εναγόμενοι - εκκαλούντες, αμφισβητώντας το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας κληρονόμου, άσκησαν τη με αριθμό κατάθεσης 317/88 αγωγή ακύρωσης της υπ’ αριθμό .../87 διαθήκης του Δ. Τ., επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 297/95 οριστική και αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή και η οποία τελεσιδίκησε κατόπιν παραίτησης των εκκαλούντων (εκεί εναγόντων) από τη με αριθμό κατάθεσης …/95 έφεσή τους.
Επειδή όμως, δυνάμει της υπ’ αριθμό 373/89 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, είχε ανασταλεί η συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της παραπάνω αγωγής ακύρωσης διαθήκης και επειδή, επιπλέον, με την υπ’ αριθμό …/1990 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολυμβαρίου (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) οι εκκαλούντες - εναγόμενοι, είχαν ήδη αναγνωριστεί προσωρινά νομείς των επίδικων ακινήτων, η Α.
Τ., προκειμένου να προστατεύσει την κληρονομιαία περιουσία της μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση αγωγής, άσκησε σε βάρος των εκκαλούντων - εναγομένων τη με αριθμό κατάθεσης …/1990 αίτηση δικαστικής μεσεγγύησης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 185/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία όλα τα επίδικα ακίνητα τέθηκαν σε δικαστική μεσεγγύηση, ορίστηκε δε μεσεγγυούχος αυτών ο Γ.
Ε. Κ.. Ο τελευταίος, με την από 7.9.90 δήλωση του, δήλωσε ότι δεν αποδέχεται το διορισμό του και δεν επιθυμεί να παραλάβει τα υπό μεσεγγύηση ακίνητα. Για το λόγο αυτό η Α. Τ. άσκησε τη με αριθμό κατάθεσης ....1.92 αίτηση αντικατάστασης μεσεγγυούχου, η οποία έγινε δεκτή, δυνάμει της υπ’ αριθμό 143/1992 απόφασης του ίδιου ως άνω δικαστηρίου και διορίστηκε νέος μεσεγγυούχος ο σύζυγος της αιτούσας Κ.
Τ. του Γ.. Η απόφαση αυτή εκτελέστηκε στις 1.12.93 (βλ. υπ’ αριθμό ...12.93 έκθεση αντικατάστασης και απόδοσης ακινήτων της δικαστικής επιμελήτριας Χανίων Μ. Γ.). Όμως, δυνάμει της υπ’ αριθμό 449/1994 απόφασης το Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων (διαδικασία Ασφαλιστικών μέτρων), ορίστηκε νέος μεσεγγυούχος ο Ι. Τ. του Δ., σε αντικατάσταση του Κ.
Τ. του Δ., λόγω ακαταλληλότητας και κακής διαχείρισης του τελευταίου, ο οποίος (Ι. Τ.) παρέμεινε μεσεγγυούχος μέχρι την έκδοση τής εκκαλουμένης. Ο Ι. Τ. ήταν αδερφός του α’ εκκαλούντος - εναγομένου και ουδέποτε ασχολήθηκε με τα επίδικα ακίνητα, αλλά αυτά συνέχιζαν να τα εκμεταλλεύονται οι εκκαλούντες - εναγόμενοι, τουλάχιστον μέχρι το έτος 1999, όπως με βεβαιότητα κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης Σ.
Κ. - ανιψιός του θανόντος κληρονομούμενου και ιδιοκτήτης όμορων ακινήτων και γνώστης τόσο των ακινήτων της περιοχής, όσο και της παραγωγής αυτών, κατάθεση η οποία δεν αναιρείται από κανένα ανταποδεικτικό μέσο. Μετά από το έτος αυτό, δεν προέκυψε κάποια αλλαγή στον τρόπο διαχείρισης και εκμετάλλευσης των επίδικων ακινήτων από κάποιο ανταποδεικτικό μέσο και, επομένως, κατά την κρίση του δικαστηρίου, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι συνέχισαν να εκμεταλλεύονται τους καρπούς από τα ως άνω ακίνητα.
Περαιτέρω, από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος κατέθεσε μετά λόγου γνώσης, καθόσον και ο ίδιος καλλιεργούσε όμορους ελαιώνες και αμυγδαλεώνες και η οποία (κατάθεση) συνάδει με τα κοινώς γνωστά και δεν αναιρείται από κάποιο ανταποδεικτικό μέσο, αποδείχθηκε ότι, τις περιόδους 1987 - 1988 και 1988 - 1989, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι συνέλεξαν, χωρίς να έχουν δικαίωμα, 1.000 κιλά λάδι και 400 κιλά αμύγδαλα κάθε περίοδο, εκ των οποίων τα 300 κιλά λάδι και 100 κιλά αμύγδαλα ήταν έξοδα και τα 700 κιλά λάδι και 300 κιλά αμύγδαλα ήταν καθαρό κέρδος, η συνολική αξία των οποίων ανήρχετο σε [(700 κιλά λάδι x 500 δρχ./κιλό =) 350.000 δρχ. + (300 κιλά αμύγδαλα x 30 δρχ./κιλό=) 9.000 δρχ.=] 359.000 δρχ. x 2 έτη = 718.000 δρχ.
ή 2.107,12 €, ποσό το οποίο οφείλουν να αποδώσουν διαιρετά και κατ’ ισομοιρία. Περαιτέρω, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, οι εναγόμενοι οφείλουν να αποδώσουν στις εφεσίβλητες για τους εξαχθέντες, άλλως εξακτέους καρπούς των επιδίκων, από την περίοδο 1989 - 1990 έως και τη β’ συζήτηση της αγωγής (περίοδος συγκομιδής 2013 - 2014), ήτοι για 25 έτη, που εκτιμάται ότι η παραγωγή των επιδίκων ήταν η ίδια, το συνολικό ποσό των :
α) για την αξία του ελαιόλαδου και των αμυγδάλων, μέχρι το έτος 2001, ήτοι πριν την εισαγωγή του ευρώ, το ποσό των (359.000 δρχ. ή 1.053,56 € ετησίως x 12 έτη =) 12.642,72 €, β) για την αξία του ελαιόλαδου και των αμυγδάλων, από το έτος 2002, οπότε εισήλθε το ευρώ, μέχρι το έτος 2014, το συνολικό ποσό των (700 κιλά λάδι x 1,45 € + 300 κιλά αμύγδαλα χ 0,089 € = 1.015,00 + 26,70 = 1.041,70 € ετησίως χ 13 έτη = 13.542,10 € και συνολικά (12.642,72 + 13.542,10 =) 26.184,82 €.
Τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, όσον αφορά στην αγωγή, ορθά ερμήνευσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως πρέπει, κατά το μέρος που η έφεση αφορά στην εν μέρει αποδοχή της αγωγής, να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να απορριφθεί κατ’ ουσίαν".
IV. Από την επισκόπηση του δικογράφου της προρρηθείσης αγωγής, ως και των ανελέγκτως δεκτών γενομένων, που διαλαμβάνονται στις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, καταδεικνύεται η αβασιμότης των πρώτου - δευτέρου και τρίτου λόγων αναιρέσεως. Ειδικότερα και αντιστοίχως: Τα αγωγικά κονδύλια των αιτηθέντων καρπών της (από 15-2-1989) αγωγής της Α.
Τ. ενέχουν την προσήκουσα (κατ’ άρθρ. 216 ΚΠολΔ) ευκρίνεια, όπως αντιστοίχως (ορθώς) αντιμετωπίσθηκαν απ’ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του. Περαιτέρω, οι ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις ορθώς τέθηκαν στην διελκυστίνδα της προσήκουσας διεισδυτικής ερμηνείας τους και, ακόμη, τα περιστατικά με ακρίβεια ορθότητος υπήχθησαν στο πραγματικό των εν θέματι διατάξεων κατά την ανάπτυξη και εξύφανση του προπαρατεθέντος αποδεικτικού πορίσματος.
Το Εφετείο επί τη βάσει των δεκτών γενομένων, ως άνω, ορθώς δέχθηκε την παραγραφή της εικοσαετίας και όχι την από αδικοπραξία πενταετή τοιαύτη, αφού των διατάξεων 914 επ. ΑΚ, ήτο επιβεβλημένη η μη εφαρμογή αυτών, συμφώνως προς τα περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο, όπως τονίζεται ανωτέρω και παρά τα όσα αντίθετα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, αβασίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
Αυτά δε τα περιστατικά, που προαναφέρονται, ερείδονται στα υπό των διαδίκων επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι έχουν ως εφαλτήριο τις εκατέρωθεν (επικληθείσες και προσκομισθείσες) αποδείξεις και δεν είναι αποκυήματα αναποδείκτων συνειρμών, παρά τις αντίστοιχες αίολες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων.
Ωσαύτως το Εφετείο συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα ενώπιόν του με επίκληση αχθέντα αποδεικτικά μέσα, στα οποία βεβαίως συγκαταλέγεται η προειπωθείσα έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Μ. Γ.. Η κατεύθυνση του δικαστηρίου προς διαφορετική γραμμή "αποδεικτικής πλεύσεως" και η αποστασιοποίηση από τις έννομες επιδιώξεις των αναιρεσειόντων δεν ισοδυναμεί με πλημμελή αντιμετώπιση της αποδεικτικότητος του συγκεκριμένου αποδεικτικού στοιχείου και (ομοίως, δεν σημαίνει την) μετατόπιση του "κέντρου βάρους αποδείξεως".
Ακόμη, τα όσα δέχθηκε, κατά τα ως άνω, το Εφετείο εν σχέσει προς την εκμετάλλευση των επιδίκων ακινήτων για το χρονικό διάστημα μετά το 1999 και έως το 2014, δεν συνιστούν παραδοχή αποφάσεως αποδεικτικώς ανερμάτιστη, όπως αβασίμως διατείνονται οι αναιρεσείοντες αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εδώ επανατονίζεται, ότι έθεσε στο μικροσκόπιο της συναξιολογικής έρευνας όλα τα προρρηθέντα αποδεικτικά μέσα, αν και οι αναιρεσείοντες αδοκίμως τα αντίθετα ισχυρίζονται, όπως προεκτέθηκε.
V. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην κατ’ άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια, ότι η προσβαλλομένη απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογήσεως εν σχέσει προς το ότι: Πέραν των προσκομισθεισών: 185/1990, 143/1992 και 449/1994 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) και της ...12-1993 εκθέσεως αντικατάστασης μεσεγγυούχου και απόδοσης ακινήτων στον μεσεγγυούχο Κ.Τ., που προέκυπτε η υπό δικαστική μεσεγγύηση των ακινήτων και η απόδοσή τους στον εν λόγω μεσεγγυούχο και περαιτέρω προέκυπτε ότι έκτοτε ουδεμία ανάμειξη είχαν αυτοί (αναιρεσείοντες) στην εκμετάλλευση (διαχείριση) των επιδίκων ακινήτων, εν τούτοις δεν αναφέρεται στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ποία άλλα έγγραφα έπρεπε να είχαν προσκομίσει, προκειμένου να ερευνηθεί απ’ το δικαστήριο αν αυτοί (αναιρεσείοντες) εκαρπούντο τα επίδικα ακίνητα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφασιν της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη εφετειακή δικανική κρίση.
VI. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες απαραδέκτως ανάγουν σε πλημμέλειες του άρθρ. 559 αρ. 4, 14 ΚΠολΔ τα υπ’ αυτών ισχυριζόμενα, ότι το Εφετείο δεν προσεκάλεσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει εντός εύλογης προθεσμίας το τέλος δικαστικού ενσήμου, έστω για πρώτη φορά στο Εφετείο, ενώπιον του οποίου για πρώτη φορά έγινε τυπικά δεκτή η ανταγωγή αυτή και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προχώρησε στην ουσιαστική αυτής διερεύνηση. Όμως, τα εν θέματι διαλαμβανόμενα προς τεκμηρίωση του λόγου αυτού αναιρέσεως εκφεύγουν από τη ρυθμιστική πρόβλεψη του άνω άρθρου (υπό τους προειπωθέντες αριθμούς), καθώς και από το εννοιολογικό εν γένει πεδίο, που καταλαμβάνει το βεληνεκές της "δικαιοδοσίας" του δικαστηρίου και της επί τη βάσει αυτής υποχρεωτικότητας των καθηκόντων των δικαιοδοτικών οργάνων.
VII. Ο έκτος λόγος αναιρέσεως, (με τον οποίον οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι από την πληττομένη απόφασή του στέρησε την επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εν σχέσει προς την απόρριψη του αιτήματός τους χορηγήσεως σε αυτούς νέας προθεσμίας για την ολοκλήρωση της καταθέσεως του μάρτυρός τους Ι. Τ., (μη ολοκληρωθείσης αυτής λόγω μη αποφάνσεως του εισηγητή δικαστή επί ενστάσεως εξαιρέσεώς του), κι έτσι υπέπεσε το Εφετείο τούτο στην κατ’ άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια), είναι απαράδεκτος. Το εν λόγω περιεχόμενό του εκφεύγει και αντιδιαστέλλεται εννοιολογικώς της υπό την ανωτέρω διάταξη ρυθμίσεως.
VIII. Με τον έβδομο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του "διολίσθησε" στις πλημμέλειες του άρθρ. 559 αρ. 11γ, 12 ΚΠολΔ υπό την έννοια, ότι δεν έλαβε υπόψιν του και ότι παραβιάσθηκε η δύναμη των αποδεικτικών μέσων εν σχέσει προς την εμπεριεχομένη κατ’ άρθρ. 352 ΚΠολΔ στην εισηγητική έκθεση των εμμαρτύρων αποδείξεων ομολογία της αρχικώς ενάγουσας Α. Τ., καταχωρηθέντος υπό του πληρεξουσίου της δικηγόρου στο σχετικό πρακτικό της 9-2-2000, ότι είχε ζητήσει για λογαριασμό της εντολίδος του την εξαίρεση του μάρτυρος αυτών (αναιρεσειόντων) Ι. Τ., διότι δυνάμει αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων είχε διορισθεί διαχειριστής των ενδίκων ακινήτων, τα οποία διεχειρίζετο επί σειρά ετών. Ο ισχυρισμός αυτός απαραδέκτως επιδιώκεται να μορφοποιηθεί και (να) προβληθεί ως κατά τα άνω πλημμέλειες, υπό την έννοια, ότι η φερομένη αυτή "ομολογία" εμπεριέχεται στο αποδεικτικό μέσον των μαρτυρικών αποδείξεων, αποδεικτικό μέσον το οποίο υπό του Εφετείου ελήφθη υπόψιν, όπως επιτρεπτώς επισκοπήθηκε.
VIV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναιρέσεως, (απαραδέκτως εν πάσει περιπτώσει στρεφομένη και κατά της εκκληθείσης 123/2014 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων με φερομένη πλημμέλειά του κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 346, 347 ΑΚ), πρέπει να απορριφθεί, να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, στους ηττωμένους αναιρεσείοντες και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 176, 183, 191 § 2, 495 § 3 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-7-2016 αίτηση των 1) Γ. Τ. και 2) Α. Τ. περί αναιρέσεως της 10/2016 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Κρήτης (και της συναναιρεσιβληθείσης 123/2014 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων).
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).
Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ