Legislator Case Law & Legislation
572/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on legal insufficiency and abuse of right grounds regarding contract termination.

Case Number 572/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's judgment regarding a contract for services. The appellant argued that the contract termination was legally insufficient and constituted an abuse of right due to the delay in claiming holiday pay. The court rejected these claims, finding the legal arguments procedurally flawed and the factual circumstances insufficient to establish an abuse of right.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 281 of the Code of Civil Procedure; The court must reject an appeal if the legal argument lacks sufficient basis or if the exercise of a right does not constitute an abuse of right under the principle of good faith.

Keywords

AI generated
legal insufficiency abuse of right contract termination holiday pay good faith principle appeal dismissal civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 713 of the Civil Code
Article 216(1) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 572 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 572/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΛΤΕΖΟΣ - ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΗΛΙΑΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Χ, ο οποίος όρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Αναστάσιο Γκούσκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Παραβάντη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1856/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1309/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-5-2008 αίτησή της και με τον από 16-12-2008 πρόσθετο λόγο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 15-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του προσθέτου λόγου αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθ. 1 του άρ. 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 713 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στοιχεία της αγωγής που έχει ως αίτημα επί συμβάσεως έμμισθης εντολής δικηγόρου την καταβολή των παγίων αντιμισθιών υπερημερίας για να είναι αυτή ορισμένη είναι η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εντολής, η συμβατική ή νόμιμη πάγια περιοδική αντιμισθία και η άρνηση του εντολέα ν' αποδεχθεί τις νομικές υπηρεσίες που του προσέφερε πραγματικά και με τον προσήκοντα τρόπο (ενώ μπορεί να περιληφθεί σ' αυτήν καθ' υποφοράν, για την περίπτωση που ο εντολέας προτείνει την ένσταση της καταγγελίας της σύμβασης, η αντένσταση ότι η καταγγελία είναι άκυρη).

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της ένστασης από 29-5-2006 αγωγής τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν με αυτήν, ότι με έγγραφη σύμβαση έμμισθης εντολής που συνήψαν την 20-9-2000 με την εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα εταιρεία ανέλαβαν από κοινού την παροχή προς αυτήν νομικών συμβουλών σε όλους τους τομείς του δικαίου, κατά τα ειδικότερα εκεί αναφερόμενα, αντί συνολικής και για τους δύο μηνιαίας αντιμισθίας 200.000 δρχ., αναπροσαρμοζομένης κατά 10% ετησίως, ότι με βάση την σύμβαση αυτή προσέφερον συνεχώς και κατά τρόπο άμεμπτο τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη, ότι την 29-4-2006 η εναγομένη κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση, ότι η καταγγελία αυτή ήταν άκυρη ως καταχρηστική για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, και ότι κατά συνέπεια η εναγομένη, αρνουμένη να δεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους που έχουν θέσει στην διάθεσή της, περιήλθε σε υπερημερία, με βάση δε τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ' αυτούς τα παρατιθέμενα στην αγωγή ποσά για μισθό του μηνός Απριλίου 2006, μισθούς υπερημερίας, επιδόματα Πάσχα και Χριστουγέννων, αποζημίωση και επιδόματα αδείας.

Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης αληθώς μόνον από τον αρ. 1 του άρ. 559 ΚΠολΔ και όχι και από τον αριθ. 14 (αφού αποδίδεται στην αγωγή νομική αοριστία), ανεξάρτητα από την αοριστία του, καθόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε (άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ.1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των αρ. 173 και 200 ΑΚ που ορίζουν το μεν πρώτο ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις το δε δεύτερο ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Οι ως άνω γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετική με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου μπορεί είτε ν' αναφέρεται στην απόφαση ρητά είτε να προκύπτει απ' αυτήν έμμεσα, τούτο δε συμβαίνει, όταν, παρά την μη ρητή αναφορά της διαπίστωσής του ή ακόμη και παρά την ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία, ερμηνεία, αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει και από το γεγονός, ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της σύμβασης έλαβε υπόψη και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της σύμβασης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας ν' αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των ως άνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων αυτών, εφόσον στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερ' από έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας επί αγωγής των τώρα αναιρεσιβλήτων που αφορούσε αξιώσεις τους από σύμβαση έμμισθης εντολής, δέχθηκε με την προσβαλλομένη με αριθ. 1309/2008 απόφασή τους μεταξύ άλλων, ότι οι ενάγοντες είναι σύζυγοι και δικηγόροι εγγεγραμμένοι στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ότι με την ιδιότητα αυτή συνήψαν την από 20-9-2000 σύμβαση έμμισθης εντολής με την εναγομένη εταιρεία για την παροχή σ' αυτήν νομικών συμβουλών επί 10 ώρες το μήνα σε όλους τους τομείς του δικαίου με πάγια συνολική μηνιαία αμοιβή 200.000 δρχ., ότι στο έγγραφο της σύμβασης φέρονται ως συμβαλλόμενοι η εναγόμενη διά των νομίμων εκπροσώπων της και "το Δικηγορικό Γραφείο Ψ1 και Ψ2 και Συνεργάτες", ότι η αληθινή βούληση των μερών ήταν η σύμβαση να καταρτισθεί μόνο μεταξύ των εναγόντων ως δικηγόρων, οι οποίοι και υπέγραψαν την σύμβαση, και όχι και άλλων συνεργατών των γραφείων τους, δεδομένου ότι το δικηγορικό γραφείο των εναγόντων δεν είχε νομική προσωπικότητα και οι ενάγοντες δεν ενεργούσαν, ούτε είχαν πληρεξουσιότητα να ενεργήσουν για λογαριασμό και άλλων συγκεκριμένων δικηγόρων, κατά την διάρκεια δε λειτουργίας της σύμβασης μόνον οι ενάγοντες παρείχαν συμβουλές και συμμετείχαν σε συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και όχι οποιασδήποτε άλλος συνεργάτης τους δικηγόρος.

Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει σαφώς, ότι το Εφετείο διαπίστωσε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς το σημείο αυτό κρίση της αμφιβολία ως προς την αληθινή βούληση των συμβληθέντων μερών στην σύμβαση έμμισθης εντολής και εφήρμοσε προς εύρεσής της τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρ. 173 και 200 ΑΚ, παρά την μη ρητή αναφορά στην απόφαση ότι προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, η έμμεση δε αυτή διαπίστωση προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο για την εύρεση της αληθινής έννοιας της σύμβασης έλαβε υπόψη και αποδεικτικά στοιχεία εκτός της σύμβασης (ότι οι ενάγοντες δεν ενήργησαν ούτε είχαν πληρεξουσιότητα να ενεργήσουν για λογαριασμό και άλλων δικηγόρων καθώς και ότι κατά την διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης μόνον οι ενάγοντες παρείχαν συμβουλές και συμμετείχαν σε συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης) και χρησιμοποίησε επιχειρήματα (ότι το δικηγορικό γραφείο των εναγόντων δεν είχε νομική προσωπικότητα).

Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο, εφόσον δέχθηκεν, εμμέσως πλην με σαφήνεια, ότι υπήρχε στην επίμαχη σύμβαση αμφιβολία σχετικά με την αληθινή βούληση των συμβληθέντων μερών και στην συνέχεια προς άρση της αμφιβολίας αυτής προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού από τα ως άνω εκτιθέμενα στην απόφαση περιστατικά προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις σχετικές αιτιολογίες, χωρίς να δεχθεί ότι η επίμαχη σύμβαση ήταν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως εκ τούτου δε πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αντίθετοι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης αντίστοιχα από τους αριθμούς 1 και 19 του αρ. 559 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Από το αρ. 63 Α του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων που προστέθηκε με το αρ. 1 ν .1093/1980 και αντικαταστάθηκε με το άρθ. 16 ν. 1366/1983 προκύπτει, ότι απαγορεύεται στον δικηγόρο να παρέχει τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες του με πάγια περιοδική αμοιβή σε περισσότερους από έναν εντολείς και ότι συμβάσεις συναπτόμενες κατά παράβαση των διατάξεων αυτών είναι αυτοδίκαια άκυρες και δεν υπάρχει ούτε αξίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει επίσης, ότι η απαγόρευση αυτή δεν καταλαμβάνει τους δικηγόρους που παρέχουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους, σε κάποιον εντολέα με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή και συγχρόνως έχουν προσληφθεί με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε Υπουργείο ως ειδικοί σύμβουλοι ή ειδικοί συνεργάτες ή επιστημονικοί συνεργάτες, ή στο ειδικό επιστημονικό προσωπικό, αφού πρόκειται για διαφορετικής νομικής υφής σύμβαση με διαφορετικό αντικείμενο και περιεχόμενο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι ο πρώτος ενάγων είχε προσληφθεί την 24-3-1994 με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στη Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης ως μέλος του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και ότι η σχέση που τον συνέδεε με την Γενική Γραμματεία Τύπου δεν ήταν έμμισθη εντολή κατά την έννοια του άρ. 63 Α του Κώδικα περί Δικηγόρων και συνεπώς εγκύρως συνήψε τέτοια σύμβαση με την εναγομένη.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, αν και συνοπτικές, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ.

IV. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της προαναφερομένης διάταξης για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει την υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ. (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης και κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ... ένορκη βεβαίωση των ..., στην οποία αναφέρονταν ότι οι ενάγοντες είχαν συνάψει συμβάσεις παροχής νομικών συμβουλών και δικαστηριακών ενεργειών σε μηνιαία βάση με πολλές εταιρείες.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώπιον του οποίου η ως άνω ένορκη βεβαίωση προσκομίσθηκεν από τους ενάγοντες, όχι μόνον έλαβε υπόψη την βεβαίωση αυτή, που ρητά μνημονεύει δύο φορές, αλλά διέλαβε και ειδική αιτιολογία ως προς την αποδεικτική αξία της. Επομένως, ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος του και ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν αναφέρει ότι την ως άνω βεβαίωση είχεν επικαλεσθεί και η αναιρεσείουσα στο Εφετείο, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ ο αυτός λόγος κατά το σκέλος του από τον αριθ. 12 του αρ. 559 ΚΠολΔ, ανεξάρτητ' από το γεγονός ότι ουδεμία συγκεκριμένη πλημμέλεια αποδίδεται με βάση αυτόν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός ιδρύεται αν παραβιάσθηκαν ορισμοί του νόμου που καθιερώνουν κατ' εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν όμως τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατ' άρ. 340 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και για τις υπ' αρ. 671 ΚΠολΔ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση και δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

V. Κατά την διάταξη του άρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, μεταξύ άλλων, αν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικώτερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Εξάλλου, από την διάταξη του άρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδίως του περιεχομένου εγγράφου, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με τα περιστατικά που κατέθεσε ο ως άνω ενόρκως βεβαιώσας και ισχυρίσθηκε και η αναιρεσείουσα, ότι δηλ, οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε πολλούς διάφορους εντολείς.

Ο λόγος αυτός αναφερόμενος μόνο σε ελλείψεις αναγόμενες στην αιτιολόγηση του σαφώς διατυπουμένου αποδεικτικού πορίσματος και πλήττων την ουσία της υπόθεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

VI. Κατά το αρ. 15 ν.1483/1984 "1. Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας της εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και για το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθενείας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία.

Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχομένη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη. 2. Ο ν.1300/1982, ο ν. 1414/1984, όπως και κάθε διάταξη που αναφέρεται στην προστασία της μητρότητας, εφαρμόζεται και στους εργαζομένους με σχέση έμμισθης εντολής". Εξάλλου, κατά το αρ. 10 του ΠΔ 176/15/15-7-1997 "Μέτρα για την βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών σε συμμόρφωση με την οδηγία 95/85/ΕΟΚ" "1.

Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σύμφωνα με το αρ. 15 του ν.1483/1984. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το αρ. 15 του ν.1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών (που εφαρμόζονται και σε περίπτωση απασχόλησης της εγκύου εργαζομένης με βάση απλή σχέση εργασίας ή έμμισθης εντολής λόγω ακυρότητας των αντίστοιχων συμβάσεων που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και του εργοδότη της) η απ' αυτές προστασία παρέχεται στην εργαζομένη έγκυο γυναίκα ανεξάρτητ' από την εκ μέρους του εργοδότη γνώση της εγκυμοσύνης της, όπως τούτο συνάγεται από το γεγονός, ότι η διάταξη του αρ.25 ν. 1082/1980 που απαιτούσε τη γνώση αυτή δεν επαναλήφθηκε στις ισχύουσες νέες διατάξεις των παραπάνω άρθρων.

Εξάλλου κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, ως σπουδαίος για την καταγγελία λόγος, ο οποίος πρέπει να περιέχεται στο έγγραφο αυτής που κοινοποιείται από τον εργοδότη στην εργαζομένη έγκυο, όταν αυτός, τελώντας σε γνώση της εγκυμοσύνης της, επιθυμεί την λύση της σύμβασης με αυτόν, θεωρούνται ένα ή περισσότερα περιστατικά, τα οποία κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, μη ανεκτή από τον εργοδότη, στην συγκεκριμένη περίπτωση και ύστερ' από εκτίμηση των ειδικών συνθηκών, την περαιτέρω εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, ανεξάρτητ' από την ύπαρξη πταίσματος της εργαζομένης, τέτοιο δε γεγονός συνιστά και η πλημμελής ή μη προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων της εγκύου εργαζομένης ή η μη συμμόρφωσή της σε οδηγίες του εργοδότη, με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι η συμπεριφορά της αυτή δεν είναι απότοκος της κατάστασης της εγκυμοσύνης της.

Η ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας (ή έμμισθης εντολής) εγκύου εργαζομένης αποτελεί περιεχόμενο ένστασης του εργοδότη που ενάγεται για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας λόγω της για ην αιτία αυτή ακυρότητας της καταγγελίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκεν, ότι οι ενάγοντες σύζυγοι συνήψαν με την εναγομένη εταιρεία ως δικηγόροι την από 20-9-2000 έγγραφη σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου για την παροχή σ' αυτήν επί 10 ώρες τον μήνα νομικών συμβουλών σε όλους τους τομείς του δικαίου κλπ με πάγια περιοδική μηνιαία αμοιβή 200.000 δρχ.

συνολικά (και για τους δύο ενάγοντες), ότι την 28-4-2006 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις των εναγόντων επικαλουμένη την ακυρότητα αυτών, λόγω μη κατάθεσής τους στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών αλλά και διότι ως συμβαλλόμενο φέρεται το μη έχον νομική προσωπικότητα δικηγορικό γραφείο τους και όχι οι ίδιοι ατομικά και επιπρόσθετα για τον πρώτο ενάγοντα ότι με σύμβαση έμμισθης εντολής παρείχε παράλληλα νομικές υπηρεσίες στο Ελληνικό Δημόσιο, ότι κατά τον χρόνο της καταγγελίας η δεύτερη ενάγουσα βρισκόταν στον 7ο μήνα της κύησης, γεγονός μάλιστα που γνώριζαν τ' αρμόδια όργανα της εναγομένης, ότι στο έγγραφο της καταγγελίας που επιδόθηκε στην δεύτερη ενάγουσα πλην των λόγων που αφορούν την εγκυρότητα της σύμβασης δεν αναφέρεται, ούτε άλλωστε αποδεικνύεται, σπουδαίος λόγος που να δικαιολογεί την καταγγελία και συνεπώς η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, δεν επέφερε αποτελέσματα και συνεπώς η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην δεύτερη ενάγουσα αντιμισθίες για το επίδικο διάστημα από τον Μάιο έως και το Νοέμβριο του 2006, ενώ επισημαίνεται συγχρόνως με την προσβαλλομένη απόφαση ότι ο πρώτος ενάγων δεν υπέβαλε παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής αυτού για τους προαναφερθέντες λόγους.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο (Α) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και περιέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό, εφόσον δεν δέχθηκε συγχρόνως τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο περιστατικά ως προβληθέντα ενώπιον αυτού και ως συνιστώντα, κατά την αναιρεσείουσα, σπουδαίο λόγο για την δικαιολόγηση της καταγγελίας της σύμβασης της δεύτερης ενάγουσας (με την επισήμανση ότι από τα περιστατικά αυτά, οκτώ συνολικά, τα περισσότερα αφορούν τον πρώτο ενάγοντα, ενώ ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου μόνο ένα προτάθηκε παραδεκτά) και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο έβδομος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του αρ.559 ΚΠολΔ (Β) Ουδόλως παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας και δεν απάντησε σ' αυτόν και ειδικότερα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, στον ισχυρισμό ότι η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση ενώ δέχθηκε ως νόμιμη και όχι καταχρηστική την καταγγελία ως προς τον πρώτο ενάγοντα με την αιτιολογία ότι η σύμβαση κατέστη οικονομικά ασύμφορη γι' αυτήν δεν δέχθηκε αυτήν ως προς την δεύτερη ενάγουσα, αν και ο λόγος αυτός καταγγελίας ήταν άσχετος με την εγκυμοσύνη της, δέχθηκε δηλαδή ότι η καταγγελία έγινε για νόμιμο σπουδαίο λόγο που την δικαιολογούσε, το μεν διότι η ανυπαρξία καταχρηστικότητας της καταγγελίας η οποία είναι αναιτιώδης δεν συνιστά συγχρόνως κατά νομική και λογική αναγκαιότητα και ύπαρξη σπουδαίου λόγου (με την προαναφερθείσα έννοια) ως προς την καταγγελία της σύμβασης της δεύτερης ενάγουσας, το δε διότι το Εφετείο δεχθέν ότι δεν υπήρχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία αυτή έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν τον λόγο αυτό έφεσης με πλήρεις αιτιολογίες.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ.

VII. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, απαγορεύεται ως καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η απλή αδράνεια ως προς την άσκηση του δικαιώματος και αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θ' ασκήσει ποτέ πλέον το δικαίωμά του, δεν καθιστά την επακολουθούσα άσκησή του καταχρηστική, εκτός εάν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, κάτω από τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή θα επιφέρει τόσο δυσβάστακτες για τον οφειλέτη συνέπειες, ώστε προς αποτροπή αυτών να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ότι επιβάλλεται η θυσία του ασκουμένου δικαιώματος.

Με τον όγδοο και τελευταίο κύριο λόγο αναίρεσης, αληθώς μόνον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον μη έχοντα σχέση αρ.14, αφού η αναφερόμενη στην συνέχεια ένσταση από το αρ.281 ΑΚ απορρίφθηκεν ως μη νόμιμη και όχι και για οποιοδήποτε άλλο λόγο) η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι πρότεινεν ενώπιον του Εφετείο, όπως και ενώπιον του Πρωτοδικείου, την ένσταση καταχρηστικής) άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων για την καταβολή επιδόματος εορτών και αδείας καθώς και προσαύξηση επί των αποδοχών αδείας, διότι αυτοί ουδέποτε προέβαλαν τέτοιες αξιώσεις και άσκησαν την αγωγή τους μετά πάροδο 6 περίπου ετών από την σύναψη της σύμβασης.

Ο λόγος αυτός, στον οποίο η αναιρεσείουσα αναμειγνύει και άσχετα με αυτόν περιστατικά που αφορούν απαντηθέντες ήδη άλλους λόγους αναίρεσης (εγκυρότητα σύμβασης, ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης δεύτερης ενάγουσας), είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε για την θεμελίωση της ένστασής της δεν είναι ικανά να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση των ως άνω αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων.

Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.5.2008 αίτηση της ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΛΤΕΖΟΣ-ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΗΛΙΑΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και τον από 16.12.2008 πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της 1309/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ