Supreme Court quashes appeal court ruling on property ownership due to insufficient reasoning regarding transfer validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned the Thessaloniki Court of Appeal's decision denying the plaintiff's claim to ownership of paintings. The appellate court ruled the defendant was the lawful owner but failed to adequately address whether the transfer from the plaintiff's agent to the defendant was legally valid under the Civil Code. The court found the lower judgment lacked a legal basis because it did not clarify if the agent had the authority to sell or if the defendant knew the agent lacked title.
Legislator headnote
AI generatedArticles 976, 984, 987 of the Civil Code; The court held that an appeal based on insufficient reasoning regarding the prerequisites for acquiring ownership through derivative succession is admissible when the lower court fails to determine the validity of the transfer of possession.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 572 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 572/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3893/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1673/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-8-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 26-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 1673/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
-ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 984 εδ.α' ΑΚ, η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη, είτε με αποβολή του νομέα, εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 987 ΑΚ, ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της απ' αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποβολή από τη νομή αποτελεί προσβολή της νομής, από την οποία ο νομέας μπορεί να προστατευθεί με την προβλεπόμενη από το ανωτέρω άρθρα 987 ΑΚ αγωγή, όταν είναι παράνομη και γίνεται χωρίς τη θέληση του νομέα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 976 εδ.α'του ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία καθιερώνει παράγωγο τρόπο κτήσης της νομής, με ειδική διαδοχή, η οποία συντελείται με απλή παράδοση της νομής, σύμφωνα με τη βούληση του μέχρι της μεταβιβάσεως νομέα (Α.Π.1605/1992), προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την κτήση της νομής με παράδοση είναι :α) Η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα κατά το χρόνο παράδοσης της νομής, σ' αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή β) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και γ) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με τη θέληση και των δύο, δηλαδή και αυτού που μεταβιβάζει τη νομή.
Αν τη μεταβίβαση της νομής επιχειρεί, χωρίς τη γνώση του νομέα, εκείνος που κατέχει το πράγμα στο όνομα αυτού, ο λήπτης, εφόσον πρόκειται για κινητό πράγμα, αποκτά παράγωγη νομή, η οποία όμως μπορεί να είναι επιλήψιμη, οπότε μπορεί να εναχθεί από το νομέα με την αγωγή περί αποβολής από τη νομή (άρθρα 984, 1036 παρ.2 ΑΚ).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, που, μετά εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δίκασε επί της από 14-7-2004 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου περί αποβολής από τη νομή κινητών πραγμάτων ( πινάκων ζωγραφικής), δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Ο ενάγων, που είναι συλλέκτης έργων τέχνης, ήταν νομέας και κάτοχος των δύο επιδίκων πινάκων ζωγραφικής, ήτοι α) ενός πίνακα του ζωγράφου Γ1, με λάδι σε καμβά, διαστάσεων 0,55χ 0,75 μ. περίπου, με θέμα " ......" και β) ενός πίνακα του ζωγράφου Γ2, λαδοτέμπερα σε χαρτί, διαστάσεων 0,50χο,70 μ. περίπου, με θέμα ".....", τους οποίους είχε αποκτήσει με βάση σύμβαση ανταλλαγής από τον προηγούμενο νομέα τους.
Η αξία των πινάκων αυτών, την οποία ο ενάγων αναβιβάζει στην αγωγή του σε 80.000 ευρώ (50.000 και 30.000 ευρώ, αντίστοιχα), ανέρχεται, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιστορικού τέχνης Δόκτωρα........, η οποία διατάχθηκε από τον Ανακριτή Θεσσαλονίκης στα πλαίσια διενεργηθείσης ανάκρισης για το αδίκημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, σε 40.000 ευρώ συνολικά και συγκεκριμένα σε 30.000 ευρώ του πρώτου πίνακα και σε 10.000 ευρώ του δεύτερου πίνακα, υπό την προϋπόθεση όμως, όπως σημειώνεται στην ίδια έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ότι τα έργα αυτά είναι αυθεντικά.
Στις 17-7-2003 ο ενάγων παρέδωσε τους εν λόγω δύο πίνακες στον Ζ1, ο οποίος διατηρεί στη ......., επί της οδού .... αριθμ. ...., κατάστημα εμπορίας έργων τέχνης, για να τους πωλήσει για λογαριασμό του και για τη συναλλαγή αυτή εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ....... δελτίο αποστολής, που υπογράφηκε και από τους δύο συναλλαχθέντες και στο οποίο σημειώνεται ότι ο Ζ1 παρέλαβε από τον ενάγοντα τους επίδικους πίνακες " με σκοπό την πώληση για λογαριασμό του".
Για το ζήτημα της τιμής των πινάκων δεν έγινε μεταξύ αυτών συζήτηση, διότι το τίμημα πώλησης αυτών θα το διαπραγματευόταν ο ίδιος ο ενάγων, με τους υποψήφιους αγοραστές. Κατά την παράδοση, ο πίνακας του Γ2 συνοδευόταν από βεβαίωση γνησιότητας του κριτικού και ιστορικού τέχνης ......, ενώ για τον πίνακα του Γ1 δεν υπήρχε πιστοποίηση της γνησιότητάς του και γι' αυτό συμφωνήθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του Ζ1 να τον προσκομίσει ο τελευταίος στην ιστορικό τέχνης ...., στο ....., προκειμένου να γνωμοδοτήσει εκείνη για την αυθεντικότητά του.
Ο Ζ1, που γνώριζε τον εναγόμενο ως συλλέκτη έργων τέχνης από προηγούμενες μεταξύ τους συναλλαγές, ενημέρωσε αυτόν περί του ότι διέθετε προς πώληση τους ανωτέρω συγκεκριμένους πίνακες ζωγραφικής. Έτσι στις 18-7-2003, δηλαδή την επομένη της παράδοσης των πινάκων από τον ενάγοντα στον Ζ1, ο εναγόμενος επισκέφθηκε τον τελευταίο, είδε τους πίνακες αυτούς, ενδιαφέρθηκε να τους αγοράσει και πράγματι τους αγόρασε.
Η κρίση ότι πράγματι έλαβε χώρα πώληση και παράδοση της νομής των επιδίκων πινάκων από τον Ζ1 στον εναγόμενο στηρίζεται στα εξής στοιχεία : α) στο ότι ο Ζ1, που ήταν έμπειρος έμπορος έργων τέχνης και γκαλερίστας, παρέδωσε στον εναγόμενο τους επιδίκους πίνακες, χωρίς να εκδώσει οποιοδήποτε παραστατικό, δελτίο αποστολής, ή έστω έγγραφη απόδειξη υπογεγραμμένη από τον εναγόμενο, που να πιστοποιεί ότι αυτός παρέλαβε τους πίνακες για να ελέγξει τη γνησιότητά τους, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, β) στο ότι ο Ζ1, κατά την παράδοση των δύο πινάκων στον εναγόμενο του παρέδωσε συγχρόνως και μάλιστα σε πρωτότυπο την προαναφερόμενη βεβαίωση γνησιότητας που συνόδευε τον πίνακα του ζωγράφου Γ2, την οποία δεν είχε λόγο να του παραδώσει, αν δεν είχε λάβει χώρα η επίμαχη πώληση των πινάκων, γ) στο ότι στις 31-7-2003, δηλαδή σε χρόνο κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση, αφού κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς ο εναγόμενος κατακρατούσε τότε παράνομα τους επίδικους πίνακες που είχε παραλάβει από τον Ζ1, ο τελευταίος επέδωσε προς τον εναγόμενο την με ίδια ημερομηνία εξώδικη απάντησή του, που αφορούσε προηγούμενη μεταξύ τους οικονομική διαφορά ήσσονος σημασίας, στην οποία, όμως, εξώδικη απάντηση δεν κάνει καμιά μνεία για την εκ μέρους του εναγομένου "κατακράτηση" των επιδίκων πινάκων και δ) στο ότι για την επίμαχη πώληση, αντίθετα με όσα αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων, συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε τίμημα, πράγμα που προκύπτει ιδίως από την κατάθεση του Ζ1 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου αυτός, εξεταζόμενος ως μάρτυρας στη δίκη αναστολής εκτέλεσης της απόφασης του Ειρηνοδικείου που είχε αναγνωρίσει προσωρινά νομέα των επιδίκων πινάκων τον ενάγοντα, αναφέρει επί λέξει ότι "Έδωσε (ο εναγόμενος) 7.500 ευρώ συν 4.500 ευρώ χωρίς απόδειξη, αλλά το έργο του Γ1 έχει 30.000 ευρώ τιμή εκκίνησης και του Γ2 επίσης 30.000 ευρώ, δεν είναι δυνατό να αξίζει 11.500 ευρώ" και σε άλλο σημείο της κατάθεσής του ότι " ....κόβω πάντα δελτία όταν πουλώ.
Πρώτη φορά έδωσα έτσι για πώληση....". Εξάλλου η καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος ( 4.000.000 δραχμών ή 11.738 ευρώ) προκύπτει και από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου και ειδικότερα από την κατάθεση της μάρτυρά του στο ακροατήριο του δικαστηρίου και την υπ' αριθμ. 1550/2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης του μάρτυρα ....., δικηγόρου και φίλου του εναγομένου, οποίος εξετάσθηκε και στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων και ο οποίος βεβαιώνει ότι παρέδωσε ο ίδιος στον Ζ1 τη δεύτερη δόση του τιμήματος από 7.500 ευρώ, σε συνδυασμό με τα προσκομιζόμενα δύο έγγραφα αναλήψεων από την τράπεζα Eurobank κατά τις κρίσιμες ημερομηνίες, ήτοι στις 23-7-2003 ποσού 4.200 ευρώ και στις 25-7-2003 ποσού 7.500 ευρώ.
Είναι γεγονός ότι τίμημα που συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε, ποσού 11.700 ευρώ, υπολείπεται κατά πολύ της αξίας των επιδίκων πινάκων, τούτο όμως δεν αρκεί για να αναιρέσει τα προπαρατεθέντα στοιχεία, από τα οποία αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα πώληση και παράδοση της νομής των πινάκων στον εναγόμενο. Σημειώνεται ότι με την υπ' αριθμ. 2421/2004 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων νομής του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την 10087/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων αναγνωρίσθηκε προσωρινά νομέας των επιδίκων πινάκων ζωγραφικής, αλλ' όμως οι αποφάσεις αυτές δεν επηρεάζουν την παρούσα τακτική δίκη περί νομής.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος είναι νόμιμος κάτοχος και νομέας των επιδίκων πινάκων και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, γιατί διέλαβε σ' αυτήν ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των απαιτουμένων από τη διάταξη του άρθρου 976 εδ.α' ΑΚ προϋποθέσεων για την απόκτηση της νομής των επιδίκων πινάκων ζωγραφικής από τον αναιρεσίβλητο εναγόμενο με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με την αναφερόμενη ειδική διαδοχή στη νομή.
Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι με την πώληση και παράδοση των επιδίκων πινάκων από τον Ζ1 στον αναιρεσίβλητο ο τελευταίος απέκτησε τη νομή αυτών, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση, αν ο μεταβιβάσας τη νομή Ζ1, ο οποίος κατά τις παραδοχές του Εφετείου είχε παραλάβει προηγουμένως τους εν λόγω πίνακες από τον αναιρεσείοντα νομέα, με σκοπό να τους πωλήσει για λογαριασμό του, έναντι τιμήματος που θα καθοριζόταν ύστερα από διαπραγματεύσεις του ίδιου του αναιρεσείοντος με τους υποψήφιους αγοραστές, ήταν κατά το χρόνο της πώλησης και παράδοσης των πινάκων στον αναιρεσίβλητο νομέας αυτών ή κάτοχος που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος νομέα και ακόμη, στη δεύτερη περίπτωση, αν ο αναιρεσίβλητος με την αγορά και παράδοση σ' αυτόν των πινάκων κατέστη ή όχι επιλήψιμος νομέας έναντι του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα αν γνώριζε ή αγνοούσε από βαρειά αμέλεια ή όχι ότι ο παραδόσας σ' αυτόν τη νομή Ζ1 δεν ήταν νομέας των πινάκων αυτών και δεν είχε την εξουσία διαθέσεως αυτών πριν ο αναιρεσείων διαπραγματευθεί με τον υποψήφιο αγοραστή το τίμημα πώλησης τούτων.
Ενόψει αυτών, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει ( άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1673/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
-
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ