Supreme Court quashes single judge's indictment dismissal due to defective board resolution signature verification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled a single judge's decision dismissing criminal charges against a defendant for violating Article 79 of Law 5960/33. The lower court had accepted an indictment filed by a company representative without verifying the authenticity of the board members' signatures on the meeting minutes. The Court ruled that the representative acted as a mere agent rather than a statutory organ, necessitating strict adherence to Article 42 of the Code of Criminal Procedure regarding signature verification. Consequently, the indictment was deemed irregular, and the statute of limitations was not properly triggered, leading to the annulment and remittal for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 42, 18, 510 of the Code of Criminal Procedure; An indictment filed by a company representative requires verification of the board members' signatures on the meeting minutes if the representative acts as an agent; failure to verify renders the indictment irregular and the prosecution time-barred.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 572 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 572/2006
Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου
Ε’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 70459/2004 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με κατηγορούμενο τον Ι. Σ. του Χ., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βενέτη και πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡΣ ΑΕ", που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παρατάθηκε στο ακροατήριο.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 24/9-9-2004 έκθεση αναιρέσεώς του, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Αργυρώς Κωνσταντάκη, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1553/2004.
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τον πληρεξούσιο του κατηγορουμένου που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρ. 46 του ΚΠΔ, αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη αξιόποινης πράξης, υποβάλει την έγκληση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρ. 42 παρ. 2 και 3. Στο άρθρο δε 42 παρ. 2 ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι η μήνυση γίνεται απ’ ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους (προ)ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο το μηνυτή, είτε από ειδικό πληρεξούσιο.
Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας, προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της μήνυσης, μπορεί δε να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα (στην τελευταία περίπτωση), πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική Αρχή ή δικηγόρο. Εξάλλου, κατά το άρ. 18 του κωδικοποιημένου (με το β.δ. 174/1963) Ν 2190/1920, "1.
Η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του διοικητικού συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικά. 2. καταστατικό δύναται να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρία εν γένει ή σε ορισμένου μόνον είδους πράξεις....". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι η εκπροσώπηση της ανωνύμου εταιρίας έχει ανατεθεί στο διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο κατ’ αρχή ενεργεί συλλογικά.
Δύναται όμως το διοικητικό συμβούλιο, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση στο καταστατικό, να αναθέσει την εκπροσώπηση της εταιρίας 9δικαστικώς ή εξωδίκως), είτε την ενέργεια ορισμένης ή ορισμένων πράξεων, σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, τα οποία μπορεί να είναι μέλη του ή και τρίτοι. Στην περίπτωση αυτή, η εκπροσώπηση αφορά ευθέως το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, ο οριζόμενος δε από το διοικητικό συμβούλιο, ως υποκατάστατος αυτού (μέλος του ή τρίτος), ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρίας, κατά τα άρ. 65, 67 και 68 του ΑΚ, δηλαδή ως καταστατικό όργανο αυτής (εταιρείας) και δεν έχει ανάγκη άλλης, ειδικής ή μη εγγράφου πληρεξουσιότητας ή (δήλωσης) εξουσιοδότησης και βεβαίωσης της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα, όπου κατά νόμο απαιτείται τέτοια πληρεξουσιότητα ή εξουσιοδότηση, όπως έχει ανάγκη ο κατά το άρ. 211 του ΑΚ αντιπρόσωπος ή το κατά το άρ. 713 του ίδιου Κώδικα εντολοδόχος.
Αρκεί δηλαδή στην περίπτωση αυτή για την υποβολή έγκλησης, από μέρους της εταιρίας, επικυρωμένο αντίγραφο της πράξεως του διοικητικού συμβουλίου της, με την οποία ανατίθεται η ενέργεια αυτή σε μέλος του ή σε τρίτον και δεν είναι αναγκαία και η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του διοικητικού συμβουλίου, από Αρχή ή δικηγόρο.
Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή όταν, παρά την ύπαρξη αποφάσεως του ΔΣ της εγκαλούσης εταιρείας, διατυπωμένη σε πρακτικό αυτής που αναθέτει την υποβολή εγκλήσεως σε μέλος του ή σε τρίτον, αποκτηθεί περαιτέρω και βεβαίωση της γνησιότητος της υπογραφής των μελών του άνω Δ.Σ. και, λόγω ελλείψεως αυτής το δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη ή παύσει οριστικώς αυτήν (ποινική δίωξη), καθιστά την απόφαση αναιρετέα για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 Η ΚΠΔ).
Στην εξεταζομένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 70459/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αυτό δέχθηκε τα ακόλουθα: Από τα στοιχεία της δικογραφίας, και ειδικότερα από το από 27/12/2002 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡΣ Ανώνυμος Εταιρεία" που προσκομίζεται σε ακριβές αντίγραφο εκ του βιβλίου πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρίας, προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, κατά τη συνεδρίασή του της 27/12/2002, αποφάσισε την υποβολή μηνύσεως για έκδοση ακάλυπτων επιταγών των οποίων η ως άνω εταιρία ήταν νόμιμη κομίστρια, σε βάρος του κατηγορουμένου, εξουσιοδότησε δε την υπάλληλό της Λ.
Π. του Ν. και παρέσχε σ’ αυτήν την εντολή και εξουσιοδότηση όπως υποβάλλει και εγχειρίσει εξ ονόματος και για λογαριασμό της εταιρίας μήνυση στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, παραστεί και εκπροσωπήσει νομίμως την εταιρία καθ’ όλα τα στάδια και τους βαθμούς της ποινικής διαδικασίας και διορίσει δικηγόρο της εταιρία στην συγκεκριμένη υπόθεση.
Έτσι, καθίσταται σαφές, ότι στην κρινόμενη περίπτωση, η ανωτέρω υπάλληλος της εταιρίας, ενήργησε ως απλή εντολοδόχος του Δ.Σ. αυτής και όχι ως υποκατάστατος του Δ.Σ. αυτής (ως όργανο εκπροσωπήσεως της Α.Ε). Κατόπιν αυτού, στο αντίγραφο του πρακτικού του Δ.Σ. που υπάρχει στη δικογραφία (και ας σημειωθεί ότι δεν προκύπτει ότι προσαρτήθηκε στην έγκληση ως πληρεξούσιο έγγραφο) έπρεπε να βεβαιώνεται και η γνησιότητα της υπογραφής των εντολέων (μελών του Δ.Σ.) από δικηγόρο ή δημόσια κ.λ.π.
αρχή κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. Τέτοια βεβαίωση δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του προέδρου του Δ.Σ. της ως άνω εταιρίας και όχι και των μελών της. Ούτε καλύπτει την έλλειψη αυτή, η διαφορετική βεβαίωση ότι το πρακτικό αυτό αποτελεί "ακριβές αντίγραφον εκ του βιβλίου πρακτικών του Δ.Σ." (χωρίς άλλη μνεία), ασχέτως αν αυτό το υπογράψει ο αντιπρόεδρος του Δ.Σ.
Δ. Μ.. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω αναφερομένων, η υποβληθείσα από την Λ. Π. του Ν. για λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΟΝΠΙΟΥΤΕΡΣ Ανώνυμος Εταιρεία" έγκληση σε βάρος του κατηγορουμένου, ως παραβάτη του άρθρου 79 ν. 5960/33, δεν είναι νομότυπη. Περαιτέρω, λόγω της παρόδου έκτοτε της τρίμηνης προθεσμίας χωρίς την υποβολή νόμιμης εγκλήσεως (ημερομηνία εκδόσεως των επιταγών 30/9/2002, ημερομηνία εμφανίσεως των επιταγών 7/10/2002) εξαλείφθηκε το αξιόποινο των πράξεων αυτών και συνεπώς, το Δικαστήριο πρέπει να παύσει οριστικά την ασκηθείσα σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη.
Με αυτά, όμως, που εδέχθη το δικαστήριο αυτό, υπερέβη την εξουσία του και κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα, γιατί, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην μείζονα νομική σκέψη, η υποβαλούσα την έγκληση Λ. Π. του Ν., ενήργησε όπως προκύπτει και από την παραδεκτή επισκόπηση του καταστατικού της εν λόγω μηνύτριας εταιρείας (άρθρο 20 παρ. 2, σύμφωνα με το οποίο το Δ.Σ. δύναται να αναθέσει την εκπροσώπηση της εταιρίας, και σε ένα ή περισσότερα άλλα πρόσωπα με γενική ή ειδική εξουσιοδότηση), ως καταστατικό όργανο αυτής και όχι ως εντολοδόχος της, με περαιτέρω συνέπεια να μη απαιτείται στο απόσπασμα του πρακτικού του Δ.Σ. αυτής να βεβαιώνεται η γνησιότης της υπογραφής των μελών του ΔΣ της εγκαλούσης από δικηγόρο, δημόσια αρχή κ.λ.π., κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ. 2 ΚΠΔ. Επομένως, ο συναφής, από το άρθρο 510 παρ. 1 Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ’ ουσίαν. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο με σύνθεση διαφορετική από εκείνη της αναιρουμένης αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 70459/2004 απόφαση του ΣΤ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εδίκασε προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 14 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ