Legislator Case Law & Legislation
571/2025 AI generated

Supreme Court dismisses lawyer's appeal on fee calculation error and inadmissible indirect appeal grounds.

Case Number 571/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the lawyer's appeal against the First Instance Court's ruling on fee disputes. The court found the appeal's arguments regarding a calculation error and an indirect appeal on contract termination inadmissible. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal where the appellant lacks a legal interest to challenge the substantive resolution of a contract termination or where the alleged procedural error is irrelevant to the final judgment.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure legal fees dispute indirect appeal inadmissibility contract termination legal costs award calculation error Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 46 para. 4 of Law 4194/2013
Articles 158, 159, 167, 168, 669 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 571 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 571/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Ν., κατοίκου και δικηγόρου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κατσαρό, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: αλλοδαπής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... S.A." που έχει συσταθεί σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο και εδρεύει στο Παρίσι της Γαλλίας, είναι δε εγκατεστημένη στην Ελλάδα με υποκατάστημα που λειτουργεί με την επωνυμία "... S.A. - ...", με έδρα τον Ταύρο Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μούκα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του προσθέτως παρεμβαίνοντας υπέρ του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Νικολόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 2887/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-10-2023 αίτησή του. Το προσθέτως παρεμβαίνον νομικό πρόσωπο ζητεί όσα αναφέρονται στην από 24-10-2024 πρόσθετη παρέμβαση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 11 Οκτωβρίου 2023 και με αριθμό κατάθεσης ...2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2887/9-6-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, επί των α) από 20-6-2022 και με αριθμό κατάθεσης ...2022 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρου κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 41/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) από 11-10-2022 με αριθμό κατάθεσης ...2022 πρόσθετης, υπέρ αυτού, παρέμβασης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών".

Με την άνω οριστική απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας επί της 21-10-2019 (αριθμ.καταθ....2019) αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και της από 5-12-2019 (αριθ.καταθ....2019) πρόσθετης, υπέρ αυτού, παρέμβασης του ίδιου ως άνω ΝΠΔΔ, α) δέχθηκε την αγωγή εν μέρει κατ'ουσία ως προς τα αιτούμενα, δυνάμει της από 1-3-1997 ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου, επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2014 έως και 2018, επιδικάζοντας για την αιτία αυτή το ποσό των 22.000 ευρώ, νομιμοτόκως, και β) απέρριψε την αγωγή κατά τα λοιπά και ειδικότερα β1) ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος κατά την αιτούμενη αναγνώριση, ως ανυπόστατης, άλλως ως άκυρης, λόγω μη τήρησης του, εκ του άρθρου 46 παρ.2 του ν.4194/2013, νόμιμου τύπου και της μη καταβολής πλήρους της νόμιμης αποζημίωσης, αλλά και λόγω της καταχρηστικότητας, της από 30-1-2019 δεύτερης (επικουρικής) καταγγελίας της άνω σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης γαλλικής εταιρίας, νόμιμα εγκατεστημένης με υποκατάστημα στην Ελλάδα, β2) ως μη νόμιμη, κατά τα αιτήματά της για επιδίκαση αποδοχών (μηνιαίων παγίων αντιμισθιών) υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-3-2019 από 31-3-2020, και οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών των ετών 2014 έως και 2016 και γ) ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς το επικουρικό της αίτημα, της επιδίκασης της εκ του άρθρου κατ'άρθρον 46 παρ.4 του ν.4194/2013 αποζημίωσης, λόγω μη καταβολής πλήρους της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης λόγω της λύσης της ένδικης σύμβασης με καταγγελία της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης.

Το Εφετείο, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της άνω έφεσης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς το αίτημα επιδίκασης οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών, απορρίπτοντας ακολούθως τούτο κατ'ουσία, ενώ κατά τα λοιπά, μετά από απόρριψη των σχετικών λόγων της έφεσης, επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, συμπληρώνοντας και αντικαθιστώντας εν μέρει τις αιτιολογίες της.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε, στις 11-10-2023, πριν την πάροδο της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε στις 9-6-2023 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1και 144 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 80, 81, 82, 83 και 215 του ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος από τους κύριους διαδίκους, έχει δικαίωμα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει απλή πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει. Εκούσια απλή πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ασκείται δε κατά τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους κύριους διαδίκους.

Ο προσθέτως παρεμβαίνων στην αναιρετική διαδικασία, περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή την αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κύριων διαδίκων (ΑΠ 491/2024, ΑΠ 509/2024, ΑΠ 30/2022, ΑΠ 164/2021). Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος καθιστά την πρόσθετη παρέμβαση απαράδεκτη και απορριπτέα (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 28/2007, ΟλΑΠ 13/2006, ΟλΑΠ 8/1998, ΟλΑΠ 9/1998, ΑΠ 491/2024, ΑΠ 509/2024, ΑΠ 1307/2022, ΑΠ 557/2021).

Εξάλλου, το άρθρο 90 στοιχείο (ζ) του Ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α. 208 / 27.9.2013) νέος 'Κώδικας Δικηγόρων' (Κ.Δ.) - με ισχύ από 27.9.2013 [άρθρο 166 παρ. 3 νέου Κ.Δ.] - ορίζει ότι: "Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: ... (ζ).- Η άσκηση παρεμβάσεων, ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος.

Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης κατηγορίας, ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιοδήποτε διεθνές Δικαστήριο.

Επίσης για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου". Από τη διάταξη αυτή, σε αντιπαραβολή προς τη διάταξη του άρθρου 622 αριθμός 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2016, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), που ορίζει ότι αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις, που αποτελούν την ένωση -διάταξη, που αναφέρεται, ειδικά και περιορισμένα, σε δίκες εργατικών διαφορών (ΟλΑΠ 13/2006)- συνάγεται ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι έχουν έννομο συμφέρον να παρέμβουν προσθέτως για όλα τα πιο πάνω ζητήματα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου σε εκκρεμή δίκη στις περιπτώσεις, που το αντικείμενο της δίκης ενδιαφέρει τα μέλη του (ή κατηγορία μελών του) ή γενικότερα το δικηγορικό σώμα (ΑΠ 491/2024, ΑΠ 509/2024, ΑΠ 1307/2022, ΑΠ 557/2021), όχι, όμως και στις περιπτώσεις, που το αντικείμενο της δίκης δεν αφορά ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, αλλά πρόκειται για προσωπική υπόθεση μέλους του δικηγορικού συλλόγου, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες ο δικηγόρος παρείχε τις υπηρεσίες του (ΑΠ 491/2024, ΑΠ 509/2024, ΑΠ1307/2022, ΑΠ 557/2021).

Με την από 24-9-2024 και με αριθμό κατάθεσης ΠΠ 55/2024 πρόσθετη παρέμβαση, το προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβαίνον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" εκθέτει, ότι ο αναιρεσείων είναι μέλος του και ότι υποστηρίζει τους λόγους αναίρεσης, προκειμένου αυτή να γίνει δεκτή. Επικαλείται δε, προς στοιχειοθέτηση του εννόμου συμφέροντος αυτού για την άσκηση της ένδικης πρόσθετης παρέμβασης, τις επιπτώσεις που θα έχει σε αυτό και σε όλα τα μέλη του, που μπορεί να αντιμετωπίσουν το ίδιο πραγματικό και νομικό ζήτημα, η έκβαση της δίκης, που αφορά σε απαιτήσεις του υπέρ ου-αναιρεσείοντος δικηγόρου σε βάρος της καθής-αναιρεσίβλητης εντολέως του για αξιώσεις του από άκυρη καταγγελία σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου και οφειλόμενη αποζημίωση από καταγγελία της σύμβασης, καθώς και τη συμβολή του στη διάπλαση της νομολογίας, που θα προκύψει από το αιτιολογικό της εκδοθησόμενης απόφασης στην έκβαση μελλοντικών δικών, όπου θα ανακύψουν τα ίδια ερμηνευτικά προβλήματα.

Εν όψει, όμως, του κατά τα ανωτέρω αντικειμένου της ένδικης διαφοράς, που αφορά προσωπική υπόθεση του αναιρεσείοντος δικηγόρου, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από τις συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες ο τελευταίος παρείχε τις υπηρεσίες του, ως δικηγόρος στην αναιρεσίβλητη εταιρία δεν εισάγεται προς έρευνα ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που να αφορά, γενικότερα, τα μέλη του προσθέτως παρεμβαίνοντος (ή κατηγορία μελών του) ή το δικηγορικό σώμα.

Επομένως και, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη, η πρόσθετη παρέμβαση πρέπει, αφού συνεκδικασθεί με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Το προσθέτως παρεμβαίνον δεν πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της καθής η πρόσθετη παρέμβαση, διότι η τελευταία δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 5, 35, 36, 42, 43, 44 και 46 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (νέος Κ.Δ.) - όπως ισχύουν από 27.9-2013 (ΦΕΚ Α' 208/27.9.2013) (άρθρο 166 Ν. 4194/2013) και εφαρμόζονται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου της καταγγελίας της ένδικης σχέσης έμμισθης εντολής, προκύπτει ότι η σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια μηνιαία αμοιβή δικηγόρου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του άνω νόμου και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εντολής και σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (Ολ.

ΑΠ. 45/2002, υπό τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του ΝΔ3026/1954, ΑΠ 491/2024, ΑΠ 1084/2023). Κάθε δε αξίωση από την καταγγελία εκ μέρους του εντολέα του δικηγόρου της υφισταμένης μεταξύ αυτών σύμβασης έμμισθης (με πάγια μηνιαία κ.λπ. αμοιβή ή αντιμισθία) δικηγορικής εντολής, κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 του ίδιου κώδικα, και δη για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής και την λόγω αυτής καταβολή αντιμισθιών υπερημερίας, δεν υπόκειται, στην αποσβεστική προθεσμία του άρθ. 6 ν. 3198/1955 (τρίμηνη ή εξάμηνη), αφού δεν απορρέει από σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, που αποτελεί απαραίτητη και πρωταρχική προϋπόθεση εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, αλλά από σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής (πρβλ.

Ολ.ΑΠ 1/1994, και ΑΠ 1258/2014). Περαιτέρω, στο άρθρο 46 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" ορίζονται τα εξής: " (2) Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο: α) .. β)... γ).. και δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο. Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο.

Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή. 3 (α) Αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί για οποιονδήποτε λόγο που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα του αποζημίωση.

Η αποζημίωση προβλέπεται αναλόγως με το χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής και ισούται:... ια) με δώδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαέξι έτη υπηρεσίας. Για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα. 4. Μέχρι την πλήρη εξόφληση της πιο πάνω αποζημίωσης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε κατά την ημέρα επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας." Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.2 του άνω νόμου συνάγεται ότι η από δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή θεωρείται ως σχέση απόλυτα προσωπικής εμπιστοσύνης και συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης, έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου.

Η εν λόγω σύμβαση λύνεται (εκτός άλλων και) με καταγγελία του εντολέα, η οποία συνιστά μονομερή αναιτιώδη δικαιοπραξία, εκτός από την οριζόμενη στο άρθρο 46 παρ.2 εδ.β' περίπτωση, της ισχύος κανονισμού εργασίας με πρόβλεψη μονιμότητας στην υπηρεσία του απασχολούμενου προσωπικού. Επομένως, όταν δεν συντρέχει η εξαίρεση αυτή, λόγω της φύσης της άνω καταγγελίας, ως αναιτιώδους δικαιοπραξίας, για το κύρος της δεν απαιτείται να συντρέχει σπουδαίος λόγος, και συνακόλουθα δεν απαιτείται να αναφέρεται ο λόγος της στο έγγραφό της (ΑΠ 509/2024, ΑΠ 491/2024, ΑΠ 1739/2023, ΑΠ 1408/2023, ΑΠ 919/2022, ΑΠ 557/2021, ΑΠ140/2020).

Η αντίθετη εκδοχή, δηλαδή ότι για το κύρος της καταγγελίας του εντολέα του δικηγόρου απαιτείται αναφορά του λόγου της στο έγγραφό της και η βασιμότητά του πάντοτε, ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν υφίσταται κανονισμός εργασίας με ρήτρα μονιμότητας του προσωπικού στην υπηρεσία, αντίκειται ευθέως στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 46 παρ.2 εδαφ.β' του ν.4194/2013, αναιρεί το αναιτιώδες αυτής, σε αντίθεση με το δίκαιο της καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου και τέλος αντίκειται στη φύση της έννομης σχέσης παροχής νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με πάγια περιοδική αντιμισθία, ως σχέσης απόλυτα προσωπικής εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών (ΑΠ 440/2023).

Συνεπώς, για το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης αυτής, όταν δεν ισχύει κανονισμός εργασίας με πρόβλεψη μονιμότητας στην υπηρεσία του απασχολούμενου προσωπικού, απαιτείται μόνο ο έγγραφος τύπος, και δεν απαιτείται και η αναφορά του λόγου της στο έγγραφό της, καθόσον αυτή είναι αναιτιώδης κατά τα ανωτέρω.

Η, κατά το εδ.γ'της παρ.2 του ίδιου άρθρου, αναφορά του λόγου της καταγγελίας στο έγγραφό της, σαφώς συνάγεται ότι αφορά στην περίπτωση του αμέσως προηγούμενου εδαφίου (του β') του ανωτέρω άρθρου, που κατά τα ανωτέρω προβλέπει, κατ'εξαίρεση, τη συνδρομή σπουδαίου λόγου για τη λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής με καταγγελία του εντολέα.

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 46 παρ.4 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας από τη μη καταβολή της πλήρους αποζημίωσης από τον καταγγέλλοντα εντολέα του λόγω της λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής με την καταγγελία του και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε λύνεται οπωσδήποτε, οφείλεται μόνο αποζημίωση (ΑΠ 509/2024, ΑΠ 1408/2023).

Επίσης για το κύρος της ίδιας καταγγελίας δεν απαιτείται και επίδοση του εγγράφου της με δικαστικό επιμελητή για την περιέλευσή της σε αυτόν που αφορά. Και τούτο διότι σύμφωνα με το άρθρο 167 ΑΚ η καταγγελία είναι απευθυντέα δικαιοπραξία και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, από την περιέλευσή της στον παραλήπτη της (ΑΠ 885/2024, ΑΠ 129/2023, ΑΠ 1127/2019, ΑΠ 982/2017), για την οποία (περιέλευση), απαιτείται και αρκεί, η εγχείριση του εγγράφου που την περιέχει, στο πρόσωπο που αφορά και αυτή μπορεί να γίνει είτε με την παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ή με νομότυπη επίδοση όταν η φυσική εγχείριση δεν είναι εφικτή (ΑΠ 1127/2019, ΑΠ 982/2017).

Μετά δε την περιέλευση της καταγγελίας σε αυτόν που αφορά δεν μπορεί να γίνει ανάκλησή της από τον καταγγέλλοντα, ακόμη και με τη συναίνεση του παραλήπτη, αφού η ανάκληση έχει νομική ενέργεια μόνο αν γίνει προηγουμένως ή ταυτοχρόνως με την καταγγελία (άρθρο 168 Α.Κ.) ούτε, περαιτέρω, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ότι αυτή δεν αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της, όταν δε γίνεται μετά από προειδοποίηση η λύση της σύμβασης επέρχεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο της προθεσμίας προειδοποίησης (ΑΠ 919/2022).

Η ακυρότητα της καταγγελίας, εάν δεν τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, είναι σχετική υπέρ του δικηγόρου, ο οποίος έχει την ευχέρεια, είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας από τον εντολέα του προσφέροντας σ` αυτόν προσηκόντως τις υπηρεσίες του, είτε να παραιτηθεί από το δικαίωμα της προσβολής της, σύμφωνα με το άρθρο 156 ΑΚ (ΑΠ 860/2024, ΑΠ 439/2023, ΑΠ 2005/2022).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ` αυτή λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό (ΑΠ 1809/2022, ΑΠ 471/2021, ΑΠ 761/2017), αντίθετα ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ο λόγος όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (ΑΠ 471/2021, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 143/2017).

Εξάλλου, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018).

Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 25/2008). Επίσης, με τη διάταξη του αριθμού 8 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, AΠ 902/2019).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1997, ΑΠ 579/2024). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται, εν όλω ή εν μέρει, εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 2/2020, ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 293/2023, ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014).

Ακόμη, κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.

Επομένως, δεν ιδρύεται αν η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, αόριστη, ή μη νόμιμη ή για άλλον τυπικό λόγο (ΑΠ 1740/2023, ΑΠ 1201/2022, ΑΠ 589/2022). Τέλος, και ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για το αν δεν ελήφθησαν υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ιδρύεται εάν η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ3/1997, ΑΠ 346/2022, ΑΠ 1708/2022, ΑΠ 615/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων δικηγόρος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσής του, άφησε αδίκαστο το αυτοτελές αγωγικό του αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας (και) της από 20-12-2018, πρώτης, καταγγελίας εκ μέρους της αντιδίκου του της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία.

Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος, με τον δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος, και με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο, της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους της έφεσής του, αφού έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος, (ως αλυσιτελές), το αίτημα της αγωγής του περί αναγνώρισης της ακυρότητας της από 30-1-2019, δεύτερης (επικουρικής) καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, και μη νόμιμο το αίτημα επιδίκασης πάγιων μηνιαίων αντιμισθιών υπερημερίας, λόγω της λύσης της ένδικης σύμβασης προγενέστερα, με την από 20-12-2018 πρώτη καταγγελία της α) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον αγωγικό του ισχυρισμό περί ακυρότητας και της ανωτέρω, από 20-12-2018, πρώτης, καταγγελίας της αναιρεσίβλητης, που θεμελίωνε, ως πρόκριμμα, το έννομο συμφέρον του για το ανωτέρω πρώτο αίτημα της αγωγής του και συνακόλουθα τη νομική βασιμότητα του δεύτερου αιτήματος αυτής και β) παραβίασε ευθέως τις, σχετικές με το κύρος της καταγγελίας αυτής, διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου 158, 159, 167, 168, 669 εδ.β'ΑΚ, και 46 παρ.2 εδαφ.γ' του ν.4194/2013, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους.

Ότι εάν το Εφετείο ελάμβανε υπόψη τον ουσιώδη αυτό ισχυρισμό του και ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε τις άνω διατάξεις που ήταν εφαρμοστέες, θα έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή του κατά το μέρος τούτο, και κατά παραδοχή της έφεσής του, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, θα την δεχόταν κατ'αυτό και κατ'ουσία.

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 21-10-2019 (αριθ.καταθ....2019) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] δικηγόρος ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] αλλοδαπή ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, στις 20-12-2018 του εγχείρισε, μέσω τρίτου κοινά γνωστού προσώπου-συνεργάτη του, ενσφράγιστο φάκελο με την από 20-12-2018 έγγραφη καταγγελία της, της μεταξύ τους, από 1-3-1997, έγγραφης σύμβασης έμμισθης εντολής, μετά από προμήνυση ενός μηνός, ήτοι για λύση της στις 20-1-2019, η καταγγελία όμως αυτή είναι άκυρη και δεν επέφερε τη λύση της σύμβασής τους, διότι δεν τηρήθηκε ο νόμιμος τύπος, δεδομένου ότι στο έγγραφό της δεν αναφέρεται ο λόγος της καταγγελίας, δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση και δεν του επιδόθηκε με δικαστικό επιμελητή, την ακυρότητά της δε αυτή προέβαλε εξωδίκως και στην εναγομένη, η οποία, μετά ταύτα, προέβη σε δεύτερη (επικουρική) καταγγελία της σύμβασής τους, την από 30-1-2019, με τον ίδιο χρόνο προμήνυσης από την γενόμενη επίδοσή της, και μετά από προσφορά αποζημίωσης.

Ότι η από 30-1-2019 δεύτερη καταγγελία είναι ανυπόστατη, καθόσον υπογράφεται από αναρμόδιο όργανο της εναγομένης, άλλως είναι άκυρη και αυτή, όπως και η πρώτη κατά τα άνω, λόγω μη τήρησης του εκ του άρθρου 46 παρ.2 εδ.γ'του ν.4194/2013 νόμιμου τύπου, καθόσον στο έγγραφό της δεν διαλαμβάνεται ο λόγος της, παρά μόνο η βούληση της αντιδίκου του για τη μη συνέχιση και λύση της σύμβασής τους, και λόγω μη καταβολής πλήρους της νόμιμης αποζημίωσης, αλλά και επιπρόσθετα εξαιτίας της καταχρηστικότητάς της.

Κατόπιν τούτων ο ενάγων, μεταξύ άλλων, ζήτησε (κυρίως) α) να αναγνωριστεί ότι η ανωτέρω, από 30-1-2019, καταγγελία είναι ανυπόστατη, άλλως άκυρη και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη, να του καταβάλει, λόγω της ισχύος της άνω ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής, το συνολικό ποσό των 45.012 ευρώ ως αποδοχές (πάγιες αντιμισθίες) υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-3-2019 έως 31-3-2020, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αποδοχών αδείας των ετών 2019 και 2020, νομιμοτόκως.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 41/2022 απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε τα ανωτέρω αγωγικά αιτήματα, ως απαράδεκτο το πρώτο, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, και ως μη νόμιμο το δεύτερο, λόγω της προγενέστερης του επιδίκου διαστήματος λύσης της ένδικης σύμβασης, ήδη από τις 20-1-2019, με την ιστορούμενη από 20-12-2018, πρώτη, καταγγελία.

Στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 20-6-2022 με αριθμό 598005/ 2978/2022 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της άνω οριστικής απόφασης, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 2887/2023, απόφασή του, έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος, (ως αλυσιτελές), το πρώτο αγωγικό αίτημα κατά το επικουρικό του σκέλος, της αναγνώρισης της ακυρότητας της από 30-1-2019 ένδικης καταγγελίας-για την απόρριψη του οποίου ως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση προβλήθηκε λόγος έφεσης- και ως μη νόμιμο το δεύτερο, της επιδίκασης αντιμισθιών υπερημερίας, με την αιτιολογία της λύσης της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής ήδη από τις 20-1-2019, με την ιστορούμενη στην αγωγή, πρώτη, από 20-12-2018, καταγγελία της αναιρεσίβλητης, επειδή δεν ζητήθηκε η αναγνώριση της ακυρότητάς της.

Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς με τα ανωτέρω αγωγικά αιτήματα προβληθέντες λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, και επικύρωσε την εκκαλουμένη οριστική απόφαση μετά από συμπλήρωση και αντικατάσταση των αιτιολογιών της.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν άφησε αίτημα της ένδικης αγωγής αδίκαστο και ειδικότερα αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας της πρώτης, από 20-12-2018, καταγγελίας, που επανέφερε με σχετικό λόγο της έφεσής του ο αναιρεσείων, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος.

Και τούτο διότι τέτοιο αίτημα δεν περιλαμβάνεται στην αγωγή του, αλλά με αυτή ζητείται η αναγνώριση του ανυποστάτου, άλλως της ακυρότητας της από 30-1-2019 δεύτερης καταγγελίας, για την οποία και μόνο ο ενάγων αναιρεσείων επικαλέστηκε στην αγωγή του ανυπόστατο. Το αίτημα αυτό, κατά το μέρος που μεταβιβάστηκε ενώπιόν του, το έκρινε απαράδεκτο το Εφετείο, όπως είχε κριθεί και με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης.

Επομένως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν άφησε αίτηση αδίκαστη και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω η αγωγή έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, κατά το μέρος που αυτά μεταβιβάστηκαν ενώπιον του Εφετείου, και συγκεκριμένα α) της αναγνώρισης της ακυρότητας της από 30-1-2019 δεύτερης καταγγελίας (επικουρικής, ήτοι τελούσας υπό την αίρεση της ακυρότητας της από 20-12-2018 πρώτης καταγγελίας) της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, και β) της επιδίκασης πάγιων μηνιαίων αντιμισθιών υπερημερίας, είναι απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, ως προς το πρώτο και μη νόμιμη ως προς το δεύτερο.

Και τούτο διότι η ιστορούμενη στην αγωγή, από 20-12-2018 τακτική, μετά από προμήνυση, πρώτη καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εντολέως του αναιρεσείοντος δικηγόρου, την οποία επικαλείται ο τελευταίος ως άκυρη για τους αναφερόμενους λόγους, προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του, ερευνώμενη προς τούτο παρεμπιπτόντως, αλλά και παραδεκτώς, δεδομένου ότι την ακυρότητά της, που είναι σχετική, την προβάλλει ο δικαιούμενος προς τούτο ενάγων-αναιρεσείων και η προβολή της δεν υπόκειται στην αποσβεστική τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ.1 ν.3198/1995, η οποία δεν εφαρμόζεται στην ένδικη σύμβαση έμμισθης εντολής (ΑΠ 1258/2014), είναι έγκυρη (η από 20-12-2018 καταγγελία).

Συγκεκριμένα, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή και κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, ο οποίος και μόνο απαιτείται για το κύρος της, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.2 εδ. γ'του ν.4194/2013, και όχι επιπρόσθετα και α) η καταβολή στον αναιρεσείοντα της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης του άρθρου 46 παρ.3 του ίδιου νόμου β) η ύπαρξη και η αναφορά στο έγγραφό της του λόγου της και γ) η επίδοσή της με δικαστικό επιμελητή στον αναιρεσείοντα, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος στο αγωγικό δικόγραφο, επικαλούμενος την ακυρότητα της άνω καταγγελίας λόγω των ελλείψεων αυτών.

Ειδικότερα, η αναφερόμενη μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης του άρθρου 46 παρ.3 του ν.4194/2013 στον αναιρεσείοντα δικηγόρο δεν καθιστά την εν λόγω καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης άκυρη, αλλά έχει ως συνέπεια την υποχρέωση καταβολής, της προβλεπόμενης από τη διάταξη της παρ.4 του ίδιου άρθρου, αποζημίωσης.

Λόγω δε της φύσης της εν λόγω καταγγελίας ως αναιτιώδους, και δεδομένου ότι δεν γίνεται επίκληση στην αγωγή ισχύος κανονισμού που να προβλέπει μονιμότητα του απασχολούμενου προσωπικού στην υπηρεσία της αναιρεσίβλητης, για το κύρος της δεν απαιτείται να υπάρχει και να αναφέρεται στο έγγραφό της ο λόγος της καταγγελίας, αλλά αρκεί η, επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα, βούληση της καταγγέλλουσας για λύση της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής, καθόσον αυτή είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και ως εκ της φύσης της είναι σχέση απόλυτα προσωπικής εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών.

Τέλος, ούτε η επίδοση του εγγράφου της με δικαστικό επιμελητή συνιστά συστατικό της τύπο, όπως προαναφέρθηκε. Η επίδοσή της αφορά στην περιέλευσή της στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται για να επέλθουν τα αποτελέσματά της, κατ'αρθρο 167 ΑΚ, απαιτείται δε όταν δεν είναι εφικτή η φυσική εγχείρησή της, και εν προκειμένω, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η περιέλευση της άνω καταγγελίας συντελέστηκε νομίμως με την παράδοσή του εγγράφου της στις 20-12-2018 στον αναιρεσείοντα δικηγόρο σε ενσφράγιστο φάκελο.

Επομένως, και δεδομένου ότι στην αγωγή δεν ιστορείται νόμιμη, κατ'άρθρο 168 ΑΚ, ανάκληση της εν λόγω από 20-12-2018 καταγγελίας, με προηγούμενη ή ταυτόχρονη με αυτή περιέλευση στον αναιρεσείοντα σχετική δήλωση της καταγγέλλουσας αντιδίκου του, η καταγγελία αυτή, ως έγκυρη επέφερε τα αποτελέσματά της, δηλαδή την λύση της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής, στις 20-1-2019, ένα μήνα μετά την περιέλευσή της στον αναιρεσείοντα, με την πάροδο του χρόνου της προειδοποίησης.

Η διαλαμβανόμενη στον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο αναίρεσης αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι σε κάθε περίπτωση, μεταγενέστερα της περιέλευσης της άνω καταγγελίας, αυτή ανακλήθηκε σιωπηρά από την καταγγέλλουσα και ότι σε κάθε περίπτωση σιωπηρά συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι αυτή δεν θα αναπτύσσει τα αποτελέσματά της, όπως το πρώτον με την έφεσή του προέβαλε ενώπιον του Εφετείου προς αντίκρουση των παραδοχών της πρωτόδικης απόφασης-όπως ισχυρίστηκε-πέραν του απαραδέκτου της προβολής, κατ'άρθρο 223 ΚΠολΔ, ουδεμία ασκεί επιρροή, καθόσον η επικαλούμενη ανάκληση και συμφωνία, μετά την περιέλευση της καταγγελίας στον αναιρεσείοντα, δεν έχουν ισχύ.

Συνακόλουθα, η μεταγενέστερη της, κατά τα άνω λύσης της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής, από 30-1-2019 υπό την ίδια προθεσμία, δεύτερη (επικουρική) καταγγελία της αναιρεσίβλητης, δεν είχε οποιαδήποτε συνέπεια. Έτσι, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να ζητά με την ένδικη αγωγή του την αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω, από 30-1-2019, δεύτερης καταγγελίας για τους αναφερόμενους λόγους, ούτε ερείδεται στο νόμο το αίτημα επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας μετά την λύση της ένδικης σύμβασης, με συνέπεια το απαράδεκτο και το μη νόμιμο, αντίστοιχα, των σχετικών αγωγικών αιτημάτων, των οποίων επιχειρήθηκε η νομική θεμελίωση στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη όλους τους κατά την αγωγή πραγματικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, και τους σχετικούς με την πρώτη, από 20-12-2018, καταγγελία, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, και ο περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κρίνοντας δε την αγωγή, κατά τα προαναφερόμενα αιτήματά της, ως απαράδεκτη και μη νόμιμη, αντίστοιχα, όπως και ήταν κατά τα ανωτέρω, και απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους έφεσης, ορθά κατ'αποτέλεσμα έκρινε, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, και επομένως, οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος και τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, ο επικαλούμενος με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου και με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου του αναιρετηρίου, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, για την απόρριψη του λόγου έφεσης, του σχετικού με την απόρριψη της αγωγής ως προς την αιτούμενη αναγνώριση της ακυρότητας της από 30-1-2019 καταγγελίας, δεν ιδρύεται.

Και τούτο διότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή κατά το μέρος αυτό ως απαράδεκτη, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης, και δεν προχώρησε στην ουσιαστική της έρευνα, ενώ η στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Για τον ίδιο ως άνω λόγο δεν ιδρύεται και ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, τον οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, για την απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση των ανωτέρω αγωγικών αιτημάτων, με την αιτίαση ότι δεν ελήφθησαν υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο ίδιος νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε.

Περαιτέρω, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής με καταγγελία του εντολέα του δικηγόρου, κατ'άρθρο 46 παρ.2 εδ.α περ.δ'του ν.4194/2013, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα αποζημίωση, η οποία ισούται με δώδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαέξι έτη υπηρεσίας, και για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα, όπως ορίζεται στην περ. 1α'και στο τελευταίο εδάφιο της παρ.3 του ίδιου άρθρου.

Η προβλεπόμενη, από την παρ.4 του άρθρου 46 του ν.4194/2013, υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της ανωτέρω αποζημίωσης (της παρ. 3 του άρθρου 46), είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης (ΑΠ 242/2024, ΑΠ 1408/2023).

Για τον υπολογισμό δε της πάγιας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής, όσον αφορά την ως άνω αποζημίωση, λαμβάνεται υπόψη κάθε τι, που καταβάλλεται υποχρεωτικά κατά νόμο κατ' έτος ή κατά μήνα σταθερά και μόνιμα, ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχόμενων υπηρεσιών (ΑΠ 381/2022, ΑΠ 506/2018, ΑΠ 1474/2018). Από τις διατάξεις δε των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4, 8 παρ.1, 14 παρ.1, 16 παρ. 1 και 2, 19 παρ.1, 21, 35 παρ.1 και 36 του Ν.2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας" (ΦΕΚ Α` 248), ο οποίος κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο το Ν. 1642/1986 (ΦΕΚ Α` 125) που εισήγαγε τον ανωτέρω φόρο στη χώρα, με τις επελθούσες αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του, οι οποίες ως ειδικές, υπερισχύουν αυτών του ενδοτικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 425 του ΑΚ με την οποία ορίζεται ότι "τα έξοδα της εξοφλητικής απόδειξης φέρει ο οφειλέτης, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση", όπως ο άνω κώδικας ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο- (καταργηθείς μεταγενέστερα με το άρθρο 71 παρ.5 του ν.5144/2024 (ΦΕΚ Α 162/11-10-2024)- σαφώς προκύπτει, ότι στην περίπτωση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, κατά την οποία ο δικηγόρος παρέχει τις νομικές υπηρεσίες του με την ιδιότητά του αυτή έναντι συμφωνημένης μηνιαίας αντιμισθίας, για την οποία είναι υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων παροχής υπηρεσιών και την απόδοση προς το Δημόσιο του αναλογούντος σε αυτά Φ.Π.Α., ο φόρος αυτός επιρρίπτεται στον εντολέα του, ως λήπτη των παρεχόμενων σε αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου στην καταβολή του με την έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ` αυτά Φ.Π.Α.

στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου (πρβλ ΑΠ 1708/2023, 966/2023).

Συνεπώς, αφού κατά τις άνω διατάξεις ο δικηγόρος αποδίδει στο Δημόσιο τον αναλογούντα στις πάγιες αντιμισθίες του ΦΠΑ που εισπράττει από τον εντολέα του, ο φόρος αυτός δεν συνιστά αντάλλαγμα των παρεχόμενων υπηρεσιών του και τακτικές αποδοχές του και για το λόγο αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής.

Περαιτέρω, με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ελέγχονται επίσης τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 844/2022, ΑΠ 790/2020).

Το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1678/2023, ΑΠ 356/2022, ΑΠ 444/2019).

Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Με το από 1-3-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος [ήδη αναιρεσείοντος], δικηγόρου Αθηνών, και της εναγομένης αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας [ήδη αναιρεσίβλητης] σύμβαση έμμισθης εντολής, δυνάμει της οποίας ο ενάγων παρείχε τις νομικές υπηρεσίες του στο υποκατάστημα της εναγομένης στην Ελλάδα, αμειβόμενος με πάγια μηνιαία αντιμισθία, η οποία κατόπιν διαδοχικών αναπροσαρμογών, διαμορφώθηκε από την 3-1-2011 και εφεξής στο ποσό των 2.200 ευρώ, όπως σαφώς αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από αμφότερους του διαδίκους τιμολόγια παροχής υπηρεσιών.

Ο ενάγων αναβιβάζει το ποσό της μηνιαίας αντιμισθίας στο ποσό των 2.728 ευρώ (και αντιστοίχως και το σύνολο των αγωγικών κονδυλίων) προσθέτοντας όμως εσφαλμένως και το ποσό των 528 ευρώ, που ναι μεν η εναγομένη του κατέβαλε επιπλέον μηνιαίως, αντιστοιχούσε όμως στον αναλογούντα ΦΠΑ, εκ 24%. Ωστόσο ο φόρος αυτός δεν αποτελεί αμοιβή, αλλά είναι επιρριπτόμενος φόρος, τον οποίο ο υπόχρεος (εν προκειμένω ο ενάγων) οφείλει να τον αποδώσει στην οικεία φορολογική αρχή και συνεπώς εμπίπτει στην έννοια των εξόδων της εξοφλητικής απόδειξης, η δε καταβολή του προϋποθέτει την έκδοση του οικείου παραστατικού, ανεξαρτήτως αν δύναται να αναζητηθεί και πριν από την έκδοση του σχετικού φορολογικού στοιχείου [...].

Εξάλλου, από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών των ετών 2018-2019 σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα εμβάσματα της εναγομένης προς τον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος προκύπτει ότι η εναγομένη κατέβαλε ως πάγια αντιμισθία του ενάγοντος το ποσό των 2.288 ευρώ και όχι το ποσό των 2.728 ευρώ, όπως αβασίμως διατείνεται ο ενάγων, καθώς αποδείχθηκε ότι το ποσό των 528 ευρώ που αποτελούσε τον αναλογούντα στην πάγια αντιμισθία ΦΠΑ δεν έχει το χαρακτήρα μισθού, καθώς δεν καταβαλλόταν από την εναγομένη στον ενάγοντα με πρόθεση να αποτελέσει αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω.

Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον σχετικό λόγο της υπό κρίση εφέσεως απορριπτέα τυγχάνουν ως αβάσιμα. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη με την από 20-12-2018 επιστολή της, που παραδόθηκε αυθημερόν στον ενάγοντα, προέβη σε έγγραφη καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης, τα αποτελέσματα της οποίας κατά τη συμφωνία τους [...], αλλά και κατά τα οριζόμενα στην επιστολή αυτή, επήλθαν μετά την παρέλευση ενός μηνός από την καταγγελία και συγκεκριμένα στις 20-1-2019, οπότε και λύθηκε η σύμβαση, ενώ την 1-2-2019 η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα ως νόμιμη αποζημίωση το ποσό των 32.376 ευρώ.[.....] Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ.3 του ν.4194/2013, ο ενάγων, ο οποίος είχε συμπληρώσει 16 έτη υπηρεσίας στην εναγομένη, εδικαιούτο να λάβει ως αποζημίωση, βάσει των αποδοχών του τελευταίου πριν από την απόλυση μήνα [..], συνυπολογιζομένων και των επιδομάτων εορτών και αδείας, που δικαιούνται και οι έμμισθοι δικηγόροι [...], το συνολικό ποσό των (2.200 ευρώ Χ 12 μήνες =26.400 ευρώ +1/6 η προσαύξηση εκ της αναλογίας επιδομάτων εορτών και αδείας=) 30.800 ευρώ.

Επομένως, η καταβληθείσα αποζημίωση των 32.736 ευρώ υπερβαίνει και σε κάθε περίπτωση δεν υπολείπεται της νομίμου. Η αποζημίωση ύψους 38.192 ευρώ, που ο ενάγων θεωρεί ως οφειλόμενη, όπως και τα αντίστοιχα δώρα εορτών-επιδόματα αδείας (27.280 ευρώ), υπολογίζονται από αυτόν με βάση την προσαυξημένη-λόγω ΦΠΑ-αντιμισθία ύψους 2.728 ευρώ, εσφαλμένως όμως, κατά τα προεκτεθέντα.

Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ως νόμιμη την καταβληθείσα αποζημίωση εκ 32.736 ευρώ και επιδίκασε τα οφειλόμενα δώρα εορτών-επιδόματα αδείας και τα έτη 2014-2018 στο ποσό των 22.000 ευρώ, με βάση μηνιαία αντιμισθία ύψους 2.200 ευρώ (και όχι 2.728 ευρώ, ως ζητούσε ο ενάγων), ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις (οι μαθηματικοί υπολογισμοί της εκκαλουμένης δεν αμφισβητήθηκαν), όπως ήδη προεκτέθηκε, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (534 ΚΠολΔ) και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα απορριπτέα τυγχάνουν ως αβάσιμα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο αφού έκρινε την αγωγή α) ως ουσιαστικά βάσιμη εν μέρει κατά το αίτημα επιδίκασης των επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2014 έως και 2018 προσδιορίζοντας το συνολικό ποσό τους στις 22.000 ευρώ και β) ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το επικουρικό της αίτημα, της επιδίκασης της εκ του άρθρου 46 παρ.4 του ν.4194/2013 αποζημίωσης, ποσού 45.012 ευρώ, ίσου με τις αντιμισθίες υπερημερίας του διαστήματος από 1-3-2019 έως 31-3-2020, λόγω της προγενέστερης καταβολής στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα της νόμιμης αποζημίωσης της παρ.3 του ίδιου άρθρου, χωρίς συνυπολογισμό στις πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες του για τον προσδιορισμό τούτων (των επιδομάτων και της νόμιμης αποζημίωσης) του αναλογούντος σε αυτές ΦΠΑ 24%, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσία, μόνο κατά το αίτημα των επιδομάτων εορτών και αδείας, επιδικάζοντας στον ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των 22.000 ευρώ, νομιμοτόκως. 'Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ως προς τα ανωτέρω αιτήματα της αγωγής, λαμβάνοντας ως βάση υπολογισμού για τον προσδιορισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας και της νόμιμης αποζημίωσης του άρθρου 46 παρ.3 του ν.4194/2013, μόνο τις πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες του αναιρεσείοντος, χωρίς συνυπολογισμό του αναλογούντος σε αυτές ΦΠΑ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 επ.

του ν. 2859/2000 περί κύρωσης του Κώδικα Προστιθέμενης Αξίας και 46 παρ.3 και 4, 53 παρ.1 του ν.4194/2013, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν τη μη εφαρμογή τους και την απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως ότι: α) με την ένδικη, από 1-3-1997, σύμβαση έμμισθης εντολής, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η πάγια μηνιαία αντιμισθία του αναιρεσείοντος δικηγόρου, κατόπιν διαδοχικών αναπροσαρμογών, διαμορφώθηκε από τις 3-1-2011 και εφεξής στο ποσό των 2.200 ευρώ μηνιαίως, την οποία του κατέβαλε η αναιρεσίβλητη εντολέας του κατά μήνα, μόνιμα και σταθερά και αποτελούσε το αντάλλαγμα για τις παρεχόμενες νομικές υπηρεσίες του, μη συνυπολογιζομένου σε αυτή του αναλογούντος ΦΠΑ ποσοστού 24% για τα εκδιδόμενα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ποσού 528 ευρώ μηνιαίως, που δεν συνιστά αποδοχές του και αντάλλαγμα των υπηρεσιών του, β) η μηνιαία αυτή πάγια αντιμισθία, χωρίς συνυπολογισμό το ΦΠΑ, συνιστά τη βάση υπολογισμού για τα επίδικα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών από 2014 έως και 2018, ανερχομένων τούτων συνολικά στο ποσό των 22.000 ευρώ, ως και της οφειλόμενης στον αναιρεσείοντα, λόγω της λύσης στις 20-1-2019 της ένδικης σύμβασης με καταγγελία της αντιδίκου του, νόμιμης αποζημίωσης του άρθρου 46 παρ.3 του ν. 4194/2013, η οποία ανερχόμενη στο ποσό των 30.800 ευρώ, με συνυπολογισμό της προσαύξησης του 1/6 της αναλογίας των επιδομάτων εορτών και αδείας, του κατεβλήθη την 1-2-2019 (προγενέστερα του επιδίκου διαστήματος).

Μετά ταύτα το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ήδη αναιρεσείων δεν δικαιούται τα πλέον, των επιδικασθέντων πρωτοδίκως, επίδικα επιδόματα εορτών και αδείας, ούτε την αιτούμενη, επικουρικά, αποζημίωση του άρθρου 46 παρ.4 του ν.4194/1913 μετά την καταβολή σε αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης της παρ.3 του ίδιου άρθρου, με αποτέλεσμα να μην πληρούται το πραγματικό των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, και να δικαιολογείται η απόρριψη της έφεσης και η επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία παραβίαση των ως άνω διατάξεων, και υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο για το ίδιο ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον διέλαβε σ αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο επί της ορθής ή μη εφαρμογής των ίδιων ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης.

Και τούτο διότι εκτίθενται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά, μεταξύ των οποίων και οι καταβαλλόμενες μόνιμα και σταθερά, πάγιες αντιμισθίες του αναιρεσείοντος, ποσού 2.200 ευρώ μηνιαίως, χωρίς συνυπολογισμό σε αυτές του αναλογούντος ΦΠΑ 24% ποσού 528 ευρώ μηνιαίως, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα της μη συνδρομής των προϋποθέσεων των άνω διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν κατά τα ανωτέρω.

Οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ύψος των πάγιων μηνιαίων αντιμισθιών του αναιρεσείοντος δεν καθίστανται αντιφατικές, με την παράθεση, μετά την σαφή διατύπωση της ανωτέρω κρίσης και προς ενίσχυση αυτής, των κατωτέρω: "Εξάλλου, από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών των ετών 2018-2019 σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα εμβάσματα της εναγομένης προς τον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος προκύπτει ότι η εναγομένη κατέβαλε ως πάγια μηνιαία αντιμισθία του ενάγοντος το ποσό των 2.288 ευρώ και όχι το ποσό των 2.728 ευρώ, όπως αβασίμως διατείνεται ο ενάγων, καθώς αποδείχθηκε ότι το ποσό των 528 ευρώ που αποτελούσε τον αναλογούντα στην πάγια αντιμισθία ΦΠΑ δεν είχε το χαρακτήρα μισθού, καθώς δεν καταβαλλόταν από την εναγομένη στον ενάγοντα με πρόθεση να αποτελεί αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω".

Και τούτο διότι, και με βάση τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα καθίσταται σαφές ότι η προκύπτουσα πάγια μηνιαία αντιμισθία του αναιρεσείοντος, μετά την αφαίρεση του αναφερόμενου ποσού των 528 ευρώ του ΦΠΑ που δεν συνιστά αντάλλαγμα των υπηρεσιών του, από την επικαλούμενη από τον ίδιο ως πάγια αντιμισθία του, των 2.728 ευρώ ανέρχεται επίσης στο, κατά τα δεκτά σαφώς γενόμενα, ποσό των (2.728-528=) 2.200 ευρώ, και όχι σε αυτό των 2.288 ευρώ, που από προφανή παραδρομή και αριθμητικό σφάλμα ανεγράφη, χωρίς να δημιουργεί οποιαδήποτε αμφιβολία και ασάφεια, και τα αντίθετα που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων είναι αβάσιμα.

Κατόπιν τούτων ο τέταρτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Τέλος, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση με τις προαναφερόμενες παραδοχές, την ίδια αναιρετική πλημμέλεια (του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την απόρριψη του σχετικού, με το επικουρικό αγωγικό του αίτημα, της επιδίκασης της εκ του άρθρου 46 παρ.4 του ν.4194/2013 αποζημίωσης, λόγου έφεσης, δεχόμενο ότι η ένδικη σύμβαση έμμισθης εντολής λύθηκε με την από 20-12-2018 καταγγελία της αντιδίκου του, παραβίασε εκ πλαγίου τις σχετικές με το κύρος της καταγγελίας αυτής ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 158, 159, 167, 168, 669 ΑΚ και 46 παρ.2 περ.δ'εδ.γ'του ν.4194/2013, είναι απαράδεκτος.

Και τούτο διότι ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια για την κριθείσα λύση της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής με την άνω καταγγελία της αναιρεσίβλητης, καθόσον στη λύση της σύμβασης με καταγγελία της αντιδίκου του θεμελιώνεται το επικουρικό αγωγικό του αίτημα-που κρίθηκε νόμιμο και ερευνήθηκε κατ'ουσία - της επιδίκασης αποζημίωσης του άρθρου 46 παρ.4 του ν.4194/2013, με την περαιτέρω επίκληση της μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε στην αρχή της παρούσας, ως προς το οποίο κρίθηκε ερευνήθηκε κατ'ουσία η αγωγή .

Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του νομίμου αιτήματός της (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" που ασκήθηκε με το από 24-9-2024 και με αριθμό κατάθεσης ΠΠ 55/2024 δικόγραφο.

Απορρίπτει την από 11 Οκτωβρίου 2023 και με αριθ.καταθ. ...2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2887/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-από αμοιβές-διαφορών).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ