Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment for failure to consider settlement agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute. The appellant argued the lower court failed to consider a settlement regarding fee reduction, but the court found this claim unsupported by evidence. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the court of first instance properly considered and rejected the argument, as mere lack of acceptance does not constitute a violation of substantive law or a failure to consider relevant matters.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 571 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 571/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", (πρώην "…"), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπακταλιά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Γερογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1773/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 10467/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 22/5/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22/5/2018 και με αριθμό καταθέσεως 85/2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 10467/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν άσκησης της από 11/4/2014 έφεσης κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 1773/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου έγινε δεκτή, ως βάσιμη κατ'ουσία η έφεση της εκκαλούσας αναιρεσείουσας, εξαφανίσθηκε η ερήμην απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επί αποφάσεων Ειρηνοδικείων και αποφάσεων Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνας δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωση και καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 20/2005) έστω και κατά τρόπο συνοπτικό. Ειδικότερα απαιτείται ο προσδιορισμός και μάλιστα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε (Ολ. ΑΠ 32/1996, ΑΠ 113/2011), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής "jura novit curia" η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, ΑΠ 651/2010 και ΑΠ 649/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν κατ' έφεση Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: ότι δυνάμει της από 1/9/2007 σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου η εναγομένη ανέθεσε στον ενάγοντα, με την ιδιότητα του μηχανικού, την επίβλεψη των εργασιών συντήρησης, που είχε αυτή αναλάβει στο κτίριο του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την ανάπτυξη της επαγγελματικής κατάρτισης στη…, για το χρονικό διάστημα από 1/9/2007 έως και 30/4/2010 έναντι ετήσιας αμοιβής ποσού 39.200 ευρώ πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α.
Ότι συμφωνήθηκε ότι η καταβολή της αμοιβής του θα γινόταν σε τέσσερις δόσεις η δε εξόφληση εκάστης εξ αυτών θα λάμβανε χώρα την πέμπτη εργάσιμη ημέρα από την έκδοση από τον ενάγοντα και την παράδοση στην εναγομένη του σχετικού φορολογικού παραστατικού. Ότι ο ενάγων παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες του καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης, τις οποίες αποδέχθηκε η εναγομένη, πλην όμως η τελευταία αν και του κατέβαλε τη συμφωνηθείσα αμοιβή έως και το μήνα Μάρτιο του έτους 2009 καταθέτοντας σε τραπεζικό του λογαριασμό το ποσόν των 3.234,36 ευρώ μηνιαίως (ήτοι 2.613,34 ευρώ ως αμοιβή και 620,67 ευρώ για τον αναλογούντα Φ.Π.Α., αφού είχε προηγηθεί αφαίρεση ποσοστού 20% επί της συμφωνηθείσας αμοιβής για παρακράτηση φόρου υπηρεσιών από τον μήνα Απρίλιο του ίδιου έτους έως και τη λήξη της μεταξύ τους σύμβασης στα τέλη Απριλίου του έτους 2010 του κατέβαλε μειωμένη την αμοιβή του ήτοι μόνο το ποσό των 2.772 ευρώ, του ΦΠΑ συμπεριλαμβανομένου.
Ότι η εναγομένη, η οποία με την έφεση δεν αμφισβητεί την ορθότητα των υπολογισμών, που περιέχονται στην αγωγή και δέχθηκε η εκκαλουμένη, υποστηρίζει με την έφεση ότι ενόψει και της εκδήλωσης της οικονομικής κρίσης συμφώνησε προφορικά με τον ενάγοντα την κατά τα ανωτέρω μείωση της αμοιβής του, ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε.
Ότι σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης, η τελευταία προχώρησε μεν σε μείωση του μισθού των υπαλλήλων της, πάντοτε όμως με την κατάρτιση σχετικών εγγράφων συμφωνιών και ποτέ προφορικά με συνέπεια να μην κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός, ότι μόνο στην περίπτωση του ενάγοντος υπήρξε αμέλεια, ως προς την έγγραφη τροποποίηση της σύμβασης.
Ότι ο ενάγων εύλογα εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών για τα μειωμένα ποσά, που ελάμβανε διότι έπρεπε να φορολογηθεί για τα ποσά, που πραγματικά εισέπραξε, το γεγονός δε αυτό δεν αποδεικνύει ότι είχε συμφωνήσει και αποδεχθεί τη μείωση της αμοιβής του. Ότι αυτός διαμαρτυρήθηκε για την μονομερή αυτή τροποποίηση λαμβάνοντας τη διαβεβαίωση ότι η διαφορά που θα προκύψει μεταξύ της συμφωνηθείσας και της καταβληθείσας αμοιβής θα εξοφλείτο με τη λήξη της σύμβασης.
Ότι, όταν την 1/6/2010 έλαβε χώρα η τελευταία πίστωση χωρίς όμως η εναγομένη να του καταβάλει και το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής του ο ενάγων εξέδωσε την από … απόδειξη παροχής υπηρεσιών συνολικού ποσού 7.340,67 ευρώ, το οποίο όμως η εναγομένη αρνήθηκε να του καταβάλει.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και ως ουσία βάσιμη υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 7.340,67 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, όπως άλλωστε δέχθηκε και η εκκαλουμένη 1773/2013 ερήμην απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, χωρίς να πλήττεται από τον ενάγοντα η σχετική κρίση της. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε αλλά ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 648 παρ. 1 και 653 ΑΚ, με συνέπεια να απορριφθεί, ως αβάσιμος ο πρώτος εκ του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Με τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία ταυτίζεται με τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν ως θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (Ολ.
ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 11/1996). Εάν επομένως το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος (Ολ.ΑΠ 12/1991). Και τούτο διότι η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον σχετικό ισχυρισμό ανεξάρτητα αν αυτός δεν έγινε δεκτός.
Στη προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (και 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ) προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για μείωση της αμοιβής του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου.
Ο παρών λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό αναγράφοντας στο σκεπτικό του (φύλλο 2ο της προσβαλλομένης απόφασης) ότι η εναγομένη (αναιρεσείουσα), η οποία με την έφεση δεν αμφισβητεί την ορθότητα των υπολογισμών που περιέχονται στην αγωγή, υποστηρίζει με την έφεσή της ότι ενόψει και της εκδήλωσης της οικονομικής κρίσης συμφώνησε προσωρινά με τον ενάγοντα την μείωση της αμοιβής του, ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε.
Κατ' ακολουθία των προαναφερθέντων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22/5/2018 και με αριθμό καταθέσεως 85/2018 αίτηση αναιρέσεως της 10467/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ