Legislator Case Law & Legislation
571/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against appellate court's failure to award specific employee benefits.

Case Number 571/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Regional Court of First Instance's decision. The appellant argued the appellate court erred by failing to award specific benefits despite acknowledging eligibility, while the respondent sought dismissal. The court found the appellate court's omission of these specific benefit claims constituted a procedural violation under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(9)(c) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must address all substantive claims within its jurisdiction, and failure to rule on specific eligible benefits constitutes a ground for partial annulment requiring remittal to the original court.

Keywords

AI generated
appellate procedure employee benefits partial annulment remittal to court procedural violation civil procedure code benefit eligibility

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 9 item gamma of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL AP 14/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 571 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 571/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: N. B. (Ν. Μ. του Ι.) I., κατοίκου …, που δεν παραστάθηκε.

Της αναιρεσίβλητης: του μη κεδροσκοπικού χαρακτήρα Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου συλλόγου με την επωνυμία "Ένωσις Ορθοδόξων Κυριών Αθηνών-Πειραιώς Παναγία η Οδηγήτρια", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αγία Βαρβάρα Αττικής και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Δέσποινας Μαλούχου, που ανακάλεσε την δήλωση παράστασής της και Παναγιώτη Αθανασόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 1587/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6288/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος ή ο μη παραστάς με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Ολ ΑΠ 14/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αντίγραφο της ένδικης αίτησης, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσίβλητο με σχετική σημείωση επ' αυτής των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών Η. Δ. Α. και Ε. Κ. Λ. και την παρά πόδας αυτής παραγγελία προς επίδοση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας με κλήση προς εμφάνιση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 7.4.2020 Γκολφίνου Γκολφινόπουλου, τη συζήτηση της υπόθεσης επισπεύδει η απολιπόμενη αναιρεσείουσα.

Κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (7.4.2020) δεν συζητήθηκε η υπόθεση λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων (βλ. ΚΥΑ Δ1α/Γ.Π.οικ.21159 - ΦΕΚ Τεύχος B' 1074/27.03.2020). Στη συνέχεια, με την από 23-6-2020 πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, επανήλθε προς συζήτηση η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο και έγινε εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση των ανωτέρω διαδίκων (άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020), αφού η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, η δε ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr στο site.

του Αρείου Πάγου WWW.areiospagos.gr, στη διαδυκτιακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προς ενημέρωση των διαδίκων. Εφ' όσoν, επομένως, η αναιρεσείουσα, η οποία επέσπευσε και τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν εμφανίστηκε κατά την παρούσα δικάσιμο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση παραστάσεώς της (άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να δικαστεί ερήμην, η διαδικασία όμως θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 242 παρ. 2, 578 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

2. Με την από 10.7.2019 και αριθ. κατάθεσης 6429/635/12.7.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 6288/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επί των από 17.7.2017 και αριθ. κατάθ.10339/639/1.2.2018 και από 21.2.2018 και αριθ. κατάθ. 18069/1212/23.2.2018 εφέσεων και των πρόσθετων με ιδιαίτερο δικόγραφο από 8.9.2018 και με αριθ. κατάθ. 7871/577/10.9.2018 προσθέτων λόγων έφεσης, κατά της υπ' αριθ. 1587/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

3. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 20.8.2015 και αριθ. κατάθ. 80026/2710/20.8.2015 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ότι συνήψε με το εναγόμενο σωματείο και ήδη αναιρεσίβλητο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας απασχολήθηκε ως καθαρίστρια για το χρονικό διάστημα από 12.12.2007 έως 31.8.2014, οπότε το εναγόμενο την απέλυσε, χωρίς να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωσή της, ζήτησε με βάση τη σύμβαση, άλλως και σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 166.942,53 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, για τις αναφερόμενες σ' αυτή (αγωγή) εργατικές αξιώσεις της.

Η αγωγή, μετά από κατ' αντιμωλία συζήτησή της, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 7.650,39 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, εκδοθείσης της υπ' αριθ. 1587/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν η από 17.7.2017 έφεση του εναγομένου και η από 21.2.2018 έφεση του ενάγουσας, και οι ασκηθέντες με ιδιαίτερο δικόγραφο από 8.9.2018 πρόσθετοι λόγοι αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν, αφού συνεκδικάστηκαν οι ως άνω εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι, έγιναν αυτές τυπικά δεκτές, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι, απορρίφθηκε η πρώτη ως άνω έφεση από ουσιαστική πλευρά και έγινε δεκτή κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά η δεύτερη έφεση, καθώς και οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι, εξαφανίστηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή, η οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 8.465,43 ευρώ με το νόμιμο τόκο, κατά τους ειδικότερους αναφερόμενους σ' αυτή προσδιορισμούς.

Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι το εναγόμενο φιλανθρωπικό σωματείο διατηρεί επί της οδού Μυστρά αριθ. 89 στην Άνω Γλυφάδα Αττικής γηροκομείο με την επωνυμία "ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ", όπου φιλοξενούνται γυναίκες τρίτης ηλικίας. Ότι, σύμφωνα με το κωδικοποιημένο καταστατικό του εναγομένου η λειτουργία του βασίζεται κατεξοχήν στον εθελοντισμό και την προσφορά των μελών του.

Ότι, συγκεκριμένα, τα μέλη του σωματείου προσφέρουν οικειοθελώς και άνευ ανταμοιβής υπηρεσίες, αναλαμβάνοντας εκ περιτροπής εσωτερικές και εξωτερικές εργασίες του κέντρου φιλοξενίας των ηλικιωμένων γυναικών και τη φροντίδα τους. Ότι, η ενάγουσα προσελήφθη από το εναγόμενο στις 12-12-2007 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως καθαρίστρια με εξαήμερη εβδομαδιαία απασχόληση (Τρίτη έως Κυριακή, ενώ η Δευτέρα αποτελούσε την ημέρα ανάπαυσής της) από ώρα 8.00 έως 16.00, αντί καθαρού μηνιαίου μισθού 800 ευρώ.

Ότι, στο πλαίσιο της επίδικης εργασιακής σχέσης η ενάγουσα ανέλαβε να παρέχει εργασίες καθαριότητας, να επιμελείται την προετοιμασία και το σερβίρισμα των φιλοξενουμένων γυναικών, ο αριθμός των οποίων κυμαινόταν μεταξύ 5 και 10, το στρώσιμο των κρεβατιών τους, τη χορήγηση των φαρμάκων τους, το πλύσιμο και σιδέρωμα των ρούχων τους, καθώς επίσης και το πλύσιμο των οικιακών σκευών και την παροχή πρόχειρου γεύματος νωρίς το απόγευμα, ενώ επιπλέον φρόντιζε και την προσωπική υγιεινή των ηλικιωμένων γυναικών μία φορά την εβδομάδα.

Ότι, επίσης, δυνάμει του από 5-1-2008 πρακτικού του ΔΣ του εναγομένου αποφασίσθηκε η παροχή στην ενάγουσα δωρεάν στέγης και τροφής εντός του οικήματος του εναγομένου μετά τη λήξη του ωραρίου εργασίας της. Ότι, οι αποδοχές της ενάγουσας διέπονταν από τη με αριθμό 49524/2368/17-7-2008 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β• 1414/17.7.2008) "Καθορισμός των όρων αμοιβής και εργασίας για το προσωπικό που απασχολείται στα πάσης φύσεως Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (Κοινωφελή Ιδρύματα, Οργανισμοί, Σωματεία, Σύλλογοι, Κληροδοτήματα κλ.π.)", που, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 της ΠΥΣ 6/28-2-2012 "Μείωση βασικών μισθών - ΣΣΕ - Μετενέργεια κ.ά." (ΦΕΚ Α • 38/ 28-2-2012), εφαρμοζόταν μέχρι τις 14-2-2013.

Ότι, αυτό προκύπτει σαφώς και από την αναγγελία όρων ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, υπογεγραμμένη από τη νόμιμη εκπρόσωπο του εναγομένου, όπου αναφέρεται ρητά ότι η σύμβασή της διέπεται από τις διατάξεις περί ιδρυμάτων και ΝΠΙΔ, δηλαδή από την παραπάνω ΚΥΑ, την οποία η ενάγουσα ρητά επικαλείται και στην αγωγή της.

Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 Β. της ως άνω ΚΥΑ, στους εργαζομένους σε ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, σωματεία κ.λπ. χορηγούνται τα εξής επιδόματα : "α) Επίδομα τριετιών επί των εκάστοτε βασικών μισθών ως εξής : αα) Στους μισθωτούς της 1ης Κατηγορίας ένδεκα (11) τριετίες εκ των οποίων η πρώτη (1η) τριετία σε ποσοστό 10% και οι επόμενες δέκα (10) τριετίες σε ποσοστό 5% εκάστη...

στ) Επίδομα συνθηκών λόγω ανθυγιεινής, επικινδύνου εργασίας ή ειδικών συνθηκών εργασίας στα εξής ποσοστά : Σε ποσοστό 10% επί των βασικών μισθών ως ανθυγιεινής ή επικινδύνου εργασίας ή και αμφότερα στις εξής ειδικότητες : α) Σε όλο το προσωπικό κουζίνας τους καθαριστές-τριες, τους εργάτες ακαθάρτου ιματισμού και τους πλύντες, ...

κ) Επίδομα οικογενειακών βαρών υπολογιζόμενο στους βασικούς μισθούς σε όλους τους εργαζόμενους ως εξής : 10% επίδομα γάμου. Το επίδομα αυτό χορηγείται και στους άγαμους γονείς, καθώς και στους ευρισκόμενους σε κατάσταση χηρείας ή διαζεύξεως (άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 1849/89), • 5% για κάθε παιδί και έως τρία παιδιά ως επίδομα τέκνων.

Το επίδομα αυτό χορηγείται μέχρι συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας τους και εφόσον σπουδάζουν παρατείνεται μέχρι συμπληρώσεως του 24ου έτους της ηλικίας τους. Ότι, προκειμένου για παιδιά που χαρακτηρίζονται από αρμόδια υγειονομική επιτροπή ως ανίκανα για κάθε εργασία το επίδομα αυτό διατηρείται για όσο χρόνο διαρκεί η ανικανότητα".

Ότι, από τις 15-2-2013 η ισχύς της ως άνω ΚΥΑ έπαυσε (άρθρο 2 παρ. 2 της με αριθ. 6/2012 ΠΥΣ), και για το μετέπειτα διάστημα μέχρι τις 14-6-2014 οι αποδοχές της ενάγουσας διαμορφώθηκαν με βάση τα κατώτατα όρια αποδοχών που προέβλεπε η ε.γ.σ.σ.ε. του έτους 2012. Ότι, επίσης, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, καθώς και επίδομα 1ης τριετίας, που εξακολούθησαν να ισχύουν δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 4 της ΠΥΣ 6/2012.

Ότι, μάλιστα, το εναγόμενο χορηγούσε στην ενάγουσα κατά το διάστημα της εργασίας της, τουλάχιστον από το έτος 2012 και μετέπειτα, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών, που το ίδιο προσκομίζει, επίδομα τριετίας, η ενάγουσα δε το δικαιούται εν προκειμένω μόνο για το διάστημα από 13-12-2010 μέχρι 14-2-2013, εφόσον δεν είχε γνωστοποιήσει στο εναγόμενο προηγούμενη πρου?πηρεσία της, ώστε η τριετία να ξεκινά από την ημερομηνία πρόσληψής της σ' αυτό.

Ότι, δεν δικαιούται, όμως, η ενάγουσα επίδομα γάμου, αφού από το πιστοποιητικό διαζυγίου, αποδεικνύεται μεν ότι ήταν διαζευγμένη, αλλά το τέκνο της, όπως συνομολογείται στην αγωγή (σελ. 7), ήταν κατά το χρόνο άσκησης της τελευταίας 32 ετών, δηλαδή ενήλικο, με αποτέλεσμα αυτή να μην δικαιούται επίδομα γάμου, το οποίο εντάσσεται στο ευρύτερο επίδομα οικογενειακών βαρών και συνδέεται άρρηκτα με την ηλικία των τέκνων που βαρύνουν οικονομικά το γονέα.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι καθόλο το χρονικό διάστημα της εργασίας της η ενάγουσα προσέφερε ανελλιπώς τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο όλες τις Κυριακές και αργίες, χωρίς όμως να λαμβάνει τη νόμιμη προσαύξηση ποσοστού 75%. Ότι, το μεικτό (ακαθάριστο) νόμιμο ημερομίσθιο της ενάγουσας, επί τη βάσει του οποίου υπολογίζεται η εν λόγω προσαύξηση, ανερχόταν :

α) για το χρονικό διάστημα από 1- 1-2010 έως 12-12-2010 σε 33,39 ευρώ (759,03 βασικός μισθός + 75,90 ευρώ επίδομα ανθυγιεινής εργασίας = 834,93 : 25), β) για το χρονικό διάστημα από 13-12-2010 έως 14-2-2013 σε 36,43 ευρώ (759,03 βασικός μισθός + 75,90 ευρώ επίδομα ανθυγιεινής εργασίας + 75,90 ευρώ επίδομα 1ης τριετίας, καθώς, όπως προεκτέθηκε, η ενάγουσα δεν είχε γνωστοποιήσει την προηγούμενη πρου?πηρεσία της = 910,83 : 25) και γ) για το χρονικό διάστημα από 15-2-2013 έως 14-6-2014 σε 30,11 ευρώ (με βάση τα κατώτατα όρια αποδοχών της ε.γ.σ.σ.ε.

του έτους 2012). Ότι, ωστόσο, για τα χρονικά διαστήματα από 1-1-2010 έως 12-12-2010 και από 13-12-2010 έως, 14-2-2013 θα ληφθεί ως βάση υπολογισμού το αιτούμενο από την ενάγουσα μικρότερο ημερομίσθιο των 32 ευρώ, καθώς δεν μπορεί να επιδικαστεί ποσό πλέον του αιτηθέντος (άρθρο 106 ΚΠολΔ). Ότι, ενόψει του ότι εντός του χρονικού διαστήματος από 1-1-2010 έως 14-2-2013 περιλαμβάνονται 162 Κυριακές και 15 αργίες και από 15-2-2013 έως 14-6-2014 περιλαμβάνονται 70 Κυριακές και 5 αργίες, η ενάγουσα δικαιούται για την ανωτέρω αιτία:

α) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 14-2-2013 το ποσό των 4.248 ευρώ (32 ευρώ ημερομίσθιο χ 75% = 24 ευρώ προσαύξηση χ 177 συνολικά Κυριακές και αργίες = 4.248 ευρώ) και β) για το χρονικό διάστημα από 15-2-2013 έως 14- 6-2014 το ποσό των 1.693,50 ευρώ (30,11 ευρώ ημερομίσθιο χ 75% = 22,58 ευρώ προσαύξηση χ 75 συνολικά Κυριακές και αργίες = 1.693,50) και ότι συνολικά, επομένως, δικαιούται ως προσαύξηση για την εργασία της κατά τις Κυριακές και αργίες το ποσό των 5.941,50 (4.248 + 1.693,50) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ότι, για το προγενέστερο χρονικό διάστημα των ετών 2007, 2008 και 2009 πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η παραδεκτά προταθείσα από το εναγόμενο ένσταση παραγραφής, καθώς χρόνος γέννησης των αξιώσεων της ενάγουσας αποτελεί το τέλος κάθε έτους, εντός του οποίου αυτές γεννήθηκαν, στην προκείμενη δε περίπτωση η επίδοση της αγωγής στο εναγόμενο, με την οποία διακόπηκε η παραγραφή, κατ' άρθρο 261 ΑΚ, έλαβε χώρα στις 21-8-2015 και ότι διακοπή της παραγραφής δεν επήλθε στην προκείμενη περίπτωση με την προσφυγή της ενάγουσας στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 31-10- 2014, όπως αυτή αβάσιμα ισχυρίζεται, διότι από την επικαλούμενη από την ενάγουσα διάταξη του άρθρου 269 παρ. 1 ΑΚ προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι η υποβολή της διαφοράς, που αναφέρεται στην αξίωση, σε διοικητική αρχή διακόπτει την παραγραφή, εφόσον η διοικητική αρχή είναι αρμόδια για την επίλυσή της.

Ότι, αυτό συμβαίνει, όταν η διοικητική αρχή είναι αρμόδια προς επίλυση ζητήματος αποτελούντος τη βάση ή την πρου?πόθεση της διαφοράς ή είναι αρμόδια προς επίλυση ζητήματος, για την έρευνα του οποίου είναι αναγκαίο να επιλυθεί παρεμπιπτόντως η διαφορά (λ.χ. ΝΣΚ, ΙΚΑ, Υπουργός Οικονομικών, Προι?στάμενος Δ.Ο.Υ.), και όχι στην Επιθεώρηση Εργασίας, που, κατά το νόμο, δεν ασκεί δικαιοδοτική λειτουργία.

Ότι, καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα η ενάγουσα εργαζόταν συνολικά επί οκτώ ώρες ημερησίως και δεν πραγματοποιούσε καθημερινά, ούτε και κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, επτάωρη υπερωριακή απασχόληση, όπως αυτή αβάσιμα ισχυρίζεται, και αυτό διότι αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διέμενε εντός του χώρου της εργασίας της, όπου της είχε παραχωρηθεί δωρεάν στέγη, και είχε επομένως τη δυνατότητα να ρυθμίζει με ευελιξία το χρόνο της καθημερινής της εργασίας, ώστε αυτή να μην υπερβαίνει συνολικά τις οκτώ ώρες.

Ότι, περαιτέρω, η ίδια είχε αναλάβει συγκεκριμένα καθήκοντα ως προς τη φροντίδα των ηλικιωμένων, ενώ ως προς τις λοιπές υπηρεσίες ήταν επιφορτισμένα τα μέλη του σωματείου, τα οποία παρείχαν εθελοντική υπηρεσία σε καθημερινή βάση και τα Σαββατοκύριακα. Ότι, η συμφωνηθείσα οκτάωρη εργασία της ενάγουσας τις καθημερινές και τα Σαββατοκύριακα επαρκούσε, ώστε αυτή να ανταποκρίνεται πλήρως στα εργασιακά της καθήκοντα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι κάποιες από τις εργασίες, που ενέπιπταν στα καθήκοντα της ενάγουσας (γενική καθαριότητα, σερβίρισμα μεσημεριανού, τακτοποίηση σερβίτσιων), τις παρείχαν κάποιες φορές αφιλοκερδώς και τα μέλη του σωματείου, που επισκέπτονταν σε τακτική βάση το γηροκομείο, για να μαγειρέψουν, να σερβίρουν το φαγητό, να μαζέψουν τα σερβίτσια και να τα τοποθετήσουν στο πλυντήριο πιάτων, ενώ ανά τακτά χρονικά διαστήματα επισκεπτόταν τις ηλικιωμένες μία κομμώτρια για την περιποίηση των μαλλιών και των νυχιών τους.

Ότι, επίσης, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργαζόταν επί σειρά ετών και τις νύχτες, καθώς στα καθήκοντά της περιλαμβάνονταν μόνο το σερβίρισμα πρόχειρου γεύματος νωρίς το απόγευμα και η χορήγηση φαρμάκων στις ηλικιωμένες γυναίκες, που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποσύρονται νωρίς για τη βραδινή τους ανάπαυση και ότι τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης Α.

Π., Ν. Π. και Ε. Ψ.. Ότι, συγκεκριμένα, ο πρώτος εξ αυτών, μετέπειτα εργοδότης της ενάγουσας για διάστημα δύο περίπου μηνών, δεν έχει οποιαδήποτε προσωπική αντίληψη και γνώση των όσων κατέθεσε για τις συνθήκες και το ωράριο εργασίας της, καθώς για το επίδικο χρονικό διάστημα γνωρίζει μόνο όσα του μετέφερε η ίδια η ενάγουσα.

Ότι, περαιτέρω, ο δεύτερος εξ αυτών, κάτοικος γειτονικού οικήματος, βεβαίωσε στην ένορκη κατάθεσή του ότι η ενάγουσα "χαμήλωνε τα φώτα και κατά τις 11 πήγαινε για ύπνο", ενώ η τρίτη μάρτυρας, κόρη φιλοξενούμενης γυναίκας στο εναγόμενο, υποστήριξε ότι η ενάγουσα εργαζόταν καθημερινά, ακόμη και τις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσής της, μέχρι τις 11 το βράδυ.

Ότι, ωστόσο, από την κατάθεση του δεύτερου μάρτυρα δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η ενάγουσα εργαζόταν καθημερινά επί δεκαπέντε ώρες, ενώ ως προς την τρίτη μάρτυρα αποδείχθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα επισκεπτόταν τη μητέρα της, σύμφωνα με την κατάθεση της ίδιας, δύο φορές το μήνα, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να καταθέσει με βεβαιότητα για το καθημερινό ωράριο εργασίας της ενάγουσας.

Ότι, τον Ιούνιο του έτους 2014 η ενάγουσα έλαβε άδεια από το εναγόμενο, προκειμένου να μεταβεί στην πατρίδα της, τη …, λόγω προβλημάτων υγείας. Ότι, όταν επέστρεψε και, αφού στο μεταξύ είχε υποβληθεί σε ολική υστερεκτομή και αφαίρεση χολής, όπως η ίδια ενημέρωσε το εναγόμενο, της ζητήθηκε από το τελευταίο να προσκομίσει σχετική ιατρική βεβαίωση, η οποία θα πιστοποιούσε ότι η εξακολούθηση της εργασίας της στο εναγόμενο δεν θα προκαλούσε περαιτέρω επιβάρυνση στην υγεία της, πλην όμως η τελευταία δεν την προσκόμισε και εξαιτίας αυτού στις 31-8-2014 καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της.

Ότι, ενόψει του ότι τα σχετικά με τη νομότυπη καταγγελία και τη λύση της εργασιακής σχέσης των διαδίκων ανέλαβε ο τότε πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου, ο οποίος, δεν προέβη στις απαραίτητες ενέργειες, η ενάγουσα δικαιούται : α) για τις αποδοχές μηνός Αυγούστου 2014, ποσού 800 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 1-9-2014, β) για το επίδομα άδειας έτους 2014, ποσού 400 ευρώ και γ) για την αναλογία δώρου Χριστουγέννων (από 1-5-2014 έως 31-8-2014), ποσού 414,31 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την καταγγελία της εργασιακής σχέσης στις 31-8-2014 και μέχρι ην εξόφληση και συνολικά το ποσό των 1.614,31 ευρώ.

Ότι, τέλος, από το αποδεικτικό υλικό ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί υπαίτιας μη χορήγησης από το εναγόμενο, παρά τις επανειλημμένες προφορικές αιτήσεις της ίδιας προς αυτό, της ετήσιας άδειάς της, με συνέπεια να μη δικαιούται περαιτέρω την προσαύξηση 100% επί των αποδοχών της άδειάς της, ως αστική ποινή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. 2 ΑΝ 539/1945, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 ΝΔ/τος 3755/1957 και ότι δικαιούται λόγω της τακτικής παρεχόμενης εργασίας της κατά τις Κυριακές και αργίες συμπληρωματική αποζημίωση των αποδοχών αδείας της των ετών 2010 - 2013 και συγκεκριμένα, δικαιούται :

Α) ως προσαύξηση 75% για την εργασία της κατά τις Κυριακές και αργίες το ποσό των 378,32 ευρώ [24 ευρώ (32 ευρώ ημερομίσθιο χ 75% προσαύξηση) χ 4 = 96 ευρώ για καθένα από τα έτη 2010, 2011, 2012 και 22,58 (30,11 ευρώ ημερομίσθιο χ 75% προσαύξηση) χ 4 = 90,32 ευρώ για το έτος 2013], Β) ως επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 10% το ποσό των 303,60 ευρώ (759,03 ευρώ βασικός μισθός χ 10% = 75,90 ευρώ για καθένα από τα έτη 2010, 2011, 2012, 2013) και Γ) ως επίδομα 1ης τριετίας το ποσό των 227,70 ευρώ για το διάστημα από 13-12-2010 έως 14-2-2013 (759,03 ευρώ βασικός μισθός χ 10% = 75,90 ευρώ χ 3 έτη), όλα δε τα παραπάνω ποσά, συνολικού ύψους 909,62. (378,32 + 303,60 + 227,70) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ από το τέλος του έτους 2007, οπότε η ενάγουσα προσελήφθη από το εναγόμενο, μέχρι τις 31-8-2014, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της, αυτή ουδέποτε είχε διαμαρτυρηθεί προς το εναγόμενο, προφορικά ή εγγράφως, ούτε είχε προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας, αναφορικά με τις συνθήκες εργασίας της, τη μη πληρωμή της υπερωριακής της εργασίας και της εργασίας της κατά τις Κυριακές, τις αργίες και τη νύχτα, καθώς και τη μη λήψη των αδειών, που είχε δικαίωμα από το νόμο να λάβει, η πρώτη δε φορά που προσέφυγε αρχικά στην Επιθεώρηση Εργασίας και ακολούθως ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων ήταν μετά την καταγγελία της σύμβασής της από το εναγόμενο.

Ότι, η αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή για το συνολικό ποσό των 8.465,43 (5.941,50 + 1.614,31 + 909,62) ευρώ, απορριπτομένων όλων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου και ότι κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη δέχθηκε την αγωγή εν μέρει κατά το ποσό των 7.650,39 ευρώ, όχι ορθά, αλλά κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε.

4. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. β`, 664 επ., 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 δ` ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται εν προκειμένω λόγω του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής πριν την 1.1.2016 (άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015), συνάγεται ότι επί υποθέσεων δικαζομένων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία ενώπιον του ειρηνοδικείου και του μονομελούς πρωτοδικείου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, πρέπει οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων να προτείνονται προφορικώς κατά την συζήτηση και να καταχωρίζονται στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων, τα οποία τους θεμελιώνουν, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες επ` ακροατηρίου προτάσεις, οπότε δεν απαιτείται η καταχώρισή τους στα πρακτικά, αλλά μόνον η προφορική πρόταση και ανάπτυξή τους.

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή λόγω της κατάθεσης της ένδικης έφεσης μετά την 1.1.2016, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν : 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι : α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί στη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, β) στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (ΑΠ 447/2020, ΑΠ 1245/2019, Α.Π. 105/2017, 9/2014).

Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 447/2020, ΑΠ 493/2020, Α.Π. 201/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., κατά την οποία "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", προκύπτει ότι με τον προβλεπόμενο από αυτή αναιρετικό λόγο γίνεται σαφής διαστολή των αναιρετικών πλημμελειών της παρά το νόμο κηρύξεως ή μη κηρύξεως ακυρότητας από την κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου, αμφότερες όμως αποτελούν συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (Ολ.Α.Π. 1/2019, 1/1999).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔικ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και. ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 449/2012, ΑΠ 2061/2007, ΑΠ 566/2010, ΑΠ 327/1996), εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δημοσίας τάξεως (άρθρο 562 παρ 2 του ΚΠολΔικ).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης λόγω αντιφατικής αιτιολογίας αυτής ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.Α.Π.1/1999).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 5/1994). Όμως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζεται, πλην των άλλων, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου (ΑΠ 358/.2018, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 651/2010) και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθέμενων μερών των αιτιολογιών προκύπτει (Ολ.Α.Π. 32/1996, ΑΠ 281/2017, ΑΠ 189/2016).

Τέλος, κατά τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ το έννομο συμφέρον αποτελεί την κύρια θετική προϋπόθεση, που πρέπει να υπάρχει στον αναιρεσείοντα για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης. Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένδικο μέσο και επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης.

Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του για τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια ευνοϊκή διάταξη.

Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

5. Με τον πρώτο κατά το 1.1 και 1.3 σκέλη του, και με τον τρίτο, κατά το 3.2, 3.3, 3.4 και 3.5 σκέλη του, από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν κήρυξε : 1) απαράδεκτες, λόγω υποβολής τους σωρευτικά και όχι επικουρικά, τις αντιφατικές μεταξύ τους και αλληλοαναιρούμενες ενστάσεις του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου και δη :

α) της πενταετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων του χρονικού διαστήματος από 12.12.2007 έως 14.6.2014, β) της πλήρους εξοφλήσεως όλων των αγωγικών αξιώσεων και γ) της καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής και 2) απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ως άνω ένσταση παραγραφής, όσον αφορά την κατά ποσοστό 75% νόμιμη προσαύξηση του ημερήσιου μισθού της ενάγουσας κατά τις Κυριακές και αργίες απασχόλησής της από 12.12.2007 έως και 31.12.2009.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε : α') ως προς την ένσταση της εξόφλησης, που πρόβαλε πρωτοδίκως το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, των ενδίκων απαιτήσεων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, που αφορούν το σύνολο των δεδουλευμένων αποδοχών της, συμπεριλαμβανομένων των Κυριακών και αργιών, τις αποδοχές άδειας, τα επιδόματα άδειας και τα δώρα, ότι αυτή είναι απαράδεκτη ως παντελώς αόριστη και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσής του με τον οποίον παραπονείτο ως προς την απόρριψη του εν λόγου ισχυρισμού του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για τον ίδιο λόγο, β') ως προς την ένσταση της παραγραφής, που πρόβαλε πρωτοδίκως το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο των ενδίκων αξιώσεων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για την απασχόλησή της κατά τις Κυριακές και αργίες, κατ' εξαίρεση υπερωρίες, υπερωριακή απασχόληση κατά τις Κυριακές και αργίες, καθημερινή νυκτερινή απασχόληση μίας ώρας, επιδόματα γάμου, ανθυγιεινής εργασίας, των τριετιών, συμπληρωματική αποζημίωση μη χορηγηθεισών αδειών και αποδοχές άδειας των ετών 2007-2010 ότι αυτές για το χρονικό διάστημα των ετών 2007, 2008 και 2009 έχουν υποπέσει σε παραγραφή και συνεπώς η ένσταση παραγραφής είναι ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και γ' ) ως προς τον ισχυρισμό του άρθρου 281 ΑΚ περί καταχρηστικής ασκήσεως των ενδίκων απαιτήσεων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, η οποία απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμη, δεν υπάρχει παραδοχή, καθότι η ένσταση αυτή, δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο από το εναγόμενο- εκκαλούν- εφεσίβλητο.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, η αναιρεσείουσα δεν υφίσταται βλάβη, όσον αφορά τις παραπάνω ενστάσεις κατά το μέρος που απορρίφθηκαν ή δεν μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο και κατ' ακολουθίαν δεν προκύπτει έννομο συμφέρον αυτής, ούτε άλλωστε και η ίδια επικαλείται τέτοιο, προς άσκηση των ως άνω λόγων, οι οποίοι είναι κατά το σκέλος τους αυτό απαράδεκτοι.

Κατά τα λοιπά, για το ορισμένο των ως άνω περί απαραδέκτου λόγων, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 4 νομική σκέψη, δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιες δικονομικές διατάξεις παραβιάσθηκαν, ο τρόπος με τον οποίον συντελέστηκε η παραβίαση, καθώς και η προβολή του απαραδέκτου στο ουσιαστικό δικαστήριο και δη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι ο προαναφερόμενος περί απαραδέκτου ισχυρισμός της προτάθηκε προφορικώς κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των θεμελιούντων αυτόν περιστατικών ή περιεχόταν στις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε εκτίθενται στοιχεία δικαιολογούντα την παραδεκτή την προβολή αυτού (απαραδέκτου) το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με σχετικούς λόγους έφεσης.

Κατ` ακολουθίαν, οι λόγοι αυτοί, κατά τα ως άνω σκέλη τους, είναι απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους. Περαιτέρω, με τον πρώτο κατά το 1.2 σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, αφού αυτή έχει αντιφατικές αιτιολογίες επί του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματος της αοριστίας των ως άνω προβληθεισών ενστάσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, που σχετίζονται με τις αγωγικές αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, οι οποίες αιτιολογίες καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο.

Και ο λόγος αυτός είναι κατά το μέρος, που αφορά τις απορριφθείσες και μη μεταβιβασθείσες στο Εφετείο ενστάσεις, κατά τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος και απαράδεκτος, κατά τα λοιπά, λόγω της αοριστίας του, καθόσον, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη υπό στοιχείο 4, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε, ποιες ακριβώς είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες, γιατί αντιφάσκουν και σε ποια μέρη της απόφασης εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Τέλος, στον τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως αναφέρεται στο αναιρετήριο επί λέξει ότι : "Διότι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, αφού υπέπεσε στις εκτενώς περιγραφόμενες στον πρώτο λόγο της παρούσης αιτήσεώς μου πλημμέλειες, στη συνέχεια κακώς και παρανόμως δέχτηκε την περί παραγραφής αόριστη ένσταση του αντιδίκου, αντί να την κηρύξει απαράδεκτη, με αποτέλεσμα να εφαρμόσει τελικώς τις περί παραγραφής διατάξεις των άρθρων 247, 250 αρ. 17, 251, 253 ΑΚ, και κατ' ακολουθίαν να απορρίψει εν μέρει ως παραγεγραμμένο, το υπ' αριθμόν (4) αγωγικό μου κονδύλιο, το οποίο αφορά την κατά ποσοστό 75% νόμιμη προσαύξηση του ημερήσιου μισθού μου κατά τις Κυριακές και αργίες απασχόλησής μου στον αντίδικο σύλλογο του από 12.12.2007 έως και 31.12.2009 χρονικού διαστήματος.

Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες που ιδρύουν τους υπό του άρθρου 559 αρ. 14 και 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενους λόγους αναίρεσης". Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, γιατί, εφόσον η υπόθεση κρίθηκε στην ουσία, δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η παραβίαση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο 4 νομική σκέψη.

5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτουν, εκτός άλλων, και τα εξής : Αν έγινε ή όχι επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αν δεν προσκομίζονται οι προτάσεις ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΟλΑΠ 498/1978).

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, επίσης, ως κατ' ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα άλλα έγγραφα εκτός του επιδίκου. Για να εξεταστεί κατ' ουσία ο ως άνω λόγος πρέπει ο αναιρεσείων να προσκομίσει στον Άρειο Πάγο τα αναγκαία για τη απόδειξή του στοιχεία (ΑΠ 160/2011, 1037/2010), ενώ για το ορισμένο αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, και ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού μέσου στο δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου δε ειδικότερα επί μη λήψεως υπόψη δικαστικής ομολογίας, το δικόγραφο στο οποίο καταχωρίστηκε (πρακτικά δικαστηρίου, προτάσεις αντιδίκου κλπ), καθώς και τις προτάσεις του γιατί ναι μεν η δικαστική ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται ότι την επικαλέσθηκε και να το αποδεικνύει, προσκομίζοντας τις προτάσεις του (ΑΠ 356/2004).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι, όχι κάθε ομολογία, αλλά εκείνη που γίνεται, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 116/2020, ΑΠ 137/2012, ΑΠ 860/2011, ΑΠ 39/2010).

Με τον δεύτερο, κατά τα 2.1, 2.2 και 2.3 σκέλη του, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του δικαστική ομολογία του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, που έγινε με τις από 20.7.2016 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σχετικά με τις αιτούμενες από την αναιρεσείουσα κατ' έτος άδειές της και την άρνησή του να της τις χορηγήσει και συνίσταται στην παραδοχή από μέρους του ότι οι προσαυξήσεις των αποδοχών των αδειών της κατά 100% ήταν καταβλητέες και ότι αυτές δήθεν υπέκυψαν στην υπό των άρθρων 250 αρ. 17 του ΑΚ προβλεπόμενη πενταετή παραγραφή και ότι, δήθεν έχουν εξοφληθεί (σελ. 6, 9- 10 των προτάσεών του), με αποτέλεσμα να απορριφθεί το αγωγικό κονδύλιο των 7.056 ευρώ για προσαύξηση 100% των αποδοχών άδειάς της των ετών 2008 έως και 2013, ως αστικής ποινή.

Και ότι την ομολογία αυτή είχε η αναιρεσείουσα επικαλεστεί στο Εφετείο με σχετικό λόγο της έφεσής της. Ο λόγος όμως αυτός της αίτησης είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι το εναγόμενο ομολόγησε ότι οφείλει τις προσαυξήσεις των αποδοχών των αδειών της ενάγουσας κατά 100%, ενώ αυτό, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ως άνω κατατεθεισών προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και των από 22.10.2018 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ρητά αρνήθηκε όλες τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ζητώντας ν' απορριφθεί η ένδικη αγωγή "ως νόμω και ουσία αβάσιμος, αναληθής και αναπόδεικτος, αόριστος, με παραγεγραμμένες τις ήδη εξοφληθείσες απαιτήσεις της αντιδίκου".

Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω κατά το 2.4, 2.5 και 2.6 σκέλη του, από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις νόμιμα επικληθείσες και προσκομισθείσες υπ' αριθ.

…/….4.2016 και …/….5.2016 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών νομοτύπως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων απόδειξης Ν. Π. και Ε. Ψ. αντίστοιχα, καθώς και την ενώπιον του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου ένορκη εξέταση του μάρτυρα απόδειξης Α. Π., προς απόδειξη του προαναφερόμενου αγωγικού κονδυλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ως προς τα αποδειχθέντα γεγονότα "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ενός από κάθε πλευρά) στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τις με αριθμούς …/2016, …/2016 και …/2016 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ν.

Π., M. T. και Ε. Ψ., αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας- εφεσίβλητης της Α' έφεσης-εκκαλούσας της Β' έφεσης, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του εναγομένου- εκεκαλούντος της Α' έφεσης- εφεσιβλήτου της Β' έφεσης (βλ........ εκθέσεις επιδόσεως.......) τις με αριθ........ , και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχτηκαν τα εξής :........".

Από την ρητή αυτή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ήτοι του Α. Π., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με επιμέλεια της ενάγουσας, καθώς και των ενόρκων βεβαιώσεων των ως άνω μαρτύρων Ν. Π. και Ε. Ψ., συνάγεται αναμφίβολα και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιo ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τις συγκεκριμένες καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων, τις οποίες συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του ως προς το ζήτημα της αναζήτησης εκ μέρους της ενάγουσας των αδειών αναψυχής, που εδικαιούτο από το εναγόμενο και της άρνησης του τελευταίου να της τις χορηγήσει, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της) την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα του αντίθετου αγωγικού ισχυρισμού.

Επομένως, ο ως άνω λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.

6. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1413/2010, 12/1991).

Με τον τέταρτο κατά το α) σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με αποτέλεσμα να απορριφθεί το αγωγικό κονδύλιο για τις παράνομες υπερωρίες, καθώς και τα μετ' αυτού στενώς συνδεδεμένα κονδύλια, ύψους 107.307,20 ευρώ, 7.770 ευρώ και 2.039 ευρώ και συγκεκριμένα δεν συμπεριέλαβε στα εργασιακά καθήκοντά της και τα επικαλούμενα και περιγραφόμενα στην αγωγή της και στο δεύτερο λόγο εφέσεώς της παρακάτω καθήκοντα :

τη συνεχή εποπτεία, επίβλεψη, προστασία, φροντίδα και περιποίηση των ηλικίας 85- 105 ετών γηραιών τροφίμων του γηροκομείου, κυμαινομένων από 5- 10, πασχόντων από σοβαρά κινητικά προβλήματα, από γεροντική άνοια και μαλάκυνση εγκεφάλου και αδυνατούντων να επιμελούνται του εαυτού τους από τη πρωινή τους έγερση μέχρι την κατάκλιση και της τελευταίας, κατά την 11η βραδυνή ώρα, καθώς και επίβλεψη του γηροκομείου.

Ωστόσο, τα παραπάνω αναφερόμενα σχετικά με την εργασιακή απασχόληση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας αποτελούν αγωγικούς ισχυρισμούς της και όχι πράγματα με την έννοια που εκτέθηκε στην πιο πάνω νομική σκέψη και συνεπώς, ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω με τον ίδιο ως άνω, κατά το β') σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔικ λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την σχετική ως προς το ζήτημα των παρανόμων υπερωριών, ομολογία του αντιδίκου της, την ένορκη εξέταση της μάρτυρος του τελευταίου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Α.

Κ., καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων απόδειξης. Ο λόγος αυτός ως προς μεν τη μη λήψη υπόψη ομολογίας του αντιδίκου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν έγινε απ' αυτή επίκληση της συγκεκριμένης ομολογίας στις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ως άνω υπό στοιχείο 5 νομική σκέψη, ως προς δε τη μη λήψη υπόψη των προαναφερόμενων μαρτυρικών καταθέσεων είναι αβάσιμος, καθότι το Εφετείο, από τη ρητή εκτιθέμενη ως άνω υπό στοιχείο 5 διαβεβαίωση, συνάγεται αναμφίβολα και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τις έλαβε υπόψη του και τις συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το ζήτημα των παρανόμων υπερωριών, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας) την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα του αντίθετου αγωγικού ισχυρισμού.

Τέλος, με τον τέταρτο, κατά το γ) σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του αγωγικού κονδυλίου των παράνομων υπερωριών και των μετ' αυτού ως άνω στενώς συνδεδεμένων κονδυλίων, καθόσον το Εφετείο δέχτηκε αφενός ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εργαζόταν από τις 8 π.μ.

μέχρι 4 μ.μ. και αφετέρου ότι η ενάγουσα χορηγούσε στις γηραιές τροφίμους τα φάρμακά τους και τους παρείχε το βραδινό δείπνο τους, παραδοχές οι οποίες είναι αντιφατικές γιατί κατά την κοινή πείρα και αντίληψη τα μεν φάρμακα χορηγούνται στους ασθενείς ανά 6 ή 8 ή 12 ώρες και όχι μεταξύ 8 π.μ. και 4 μ.μ., τα δε βραδινά δείπνα δεν χορηγούνται πριν από τις 4 μ.μ.

Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 4 νομική σκέψη.

7. Τα οικογενειακά επιδόματα (γάμου και τέκνων) χορηγούνται στους εργαζόμενους με οικογενειακές υποχρεώσεις. Το ύψος και τους όρους παροχής τους καθορίζουν οι κανόνες, που προβλέπουν τη χορήγησή τους (ΣΣΕ, ΔΑ, κανονισμοί εργασίας κλπ). Στον ιδιωτικό τομέα, το επίδομα γάμου καθιερώθηκε κατά τρόπο γενικό με την Εθνική ΔΑ 10/1976, που κυρώθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 435/1976, κατά την παράγραφο 2 της οποίας ορίζεται, ότι "εις τους μισθωτούς, ανεξαρτήτως φύλου, συνεστώτος του γάμου, χορηγείται επίδομα γάμου εκ 5%, το οποίο υπολογίζεται επί του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου, του οριζομένου υπό της εκάστοτε εν ισχύι οικείας συλλογικής συμβάσεως, αποφάσεως διαιτησίας ή άλλης διατάξεως.

Με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 16 του Ν. 435/1976 θεσπίσθηκε, ότι η παραπάνω κυρούμενη διάταξη "δύναται να τροποποιήται και συμπληρούται, ή να καταργήται, δια συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αποφάσεων διαιτησίας και υπουργικών αποφάσεων κατά την διαδικασίαν του Ν. 3239/1955". Περαιτέρω, με το άρθρο 4 της από 10.3.1989 ΕΓΣΣΕ, που, ύστερα από την 12756/1989 Α Υ Εργασίας, νόμιμα δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ, Β', 213/23.3.1989), σε όλους τους έγγαμους μισθωτούς, ανεξαρτήτως φύλου, χορηγείται επίδομα γάμου σε ποσοστό 10%, ορίσθηκε δε ότι, κατά τα λοιπά, ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 2 της 10/1976 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, με το άρθρο 16 του Ν. 435/1976.

Τέλος, κατά το άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 1849/1989, "του προβλεπόμενου από την ΕΓΣΣΕ επιδόματος γάμου δικαιούχοι είναι και οι άγαμοι γονείς, καθώς και οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας και οι διαζευγμένοι, από την δημοσίευση του παρόντος νόμου", δηλαδή, από 8.5.1989. Εκ του συνδυασμού των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι το επίδομα γάμου δικαιούνται και οι χήροι και οι διαζευγμένοι μισθωτοί, δίχως άλλη προϋπόθεση και συγκεκριμένα αν είναι γονείς και σε καταφατική περίπτωση έχουν την επιμέλεια τέκνου τους, αφού, κάτι τέτοιο, δεν διαλαμβάνεται στην τελευταία των ως άνω διατάξεων.

Αν ο νομοθέτης ήθελε το αντίθετο, ως επί αγάμων, ρητώς θα εκφραζόταν γι' αυτό, ενόψει και του ότι το υπό των παραπάνω ΔΑ και ΕΓΣΣΕ προβλεπόμενο επίδομα γάμου παρείχετο σε όλους τους έγγαμους μισθωτούς, χωρίς διάκριση για το αν είναι γονείς ή όχι. Η εκδοχή δε αυτή επιβεβαιώνεται και από την εισηγητική έκθεση του ανωτέρω νόμου (1849/1989), στην οποία αναφέρεται, σχετικά με τους χήρους και τους διαζευγμένους, ότι "λαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ιδιαίτερη πρόνοια και για την κατηγορία αυτή των εργαζόμενων, ώστε να μην υφίστανται οικονομικές επιπτώσεις με τον περιορισμό των αποδοχών, λόγω περικοπής του επιδόματος γάμου, με την αλλαγή της οικογενειακής τους κατάστασης.".

Εξάλλου, ναι μεν το άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 1849/8.5.1989 ισχύει για το μέλλον (άρθρ. 2 ΑΚ), πλην, όμως, η εν λόγω διάταξη δεν κάνει καμιά διάκριση περί λύσεως του γάμου των μισθωτών, εξαιτίας θανάτου συζύγου ή διαζυγίου, είτε προ, είτε μετά, την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, για την παροχή του επίμαχου επιδόματος γάμου στους χήρους ή στους διαζευγμένους μισθωτούς, οι οποίοι το δικαιούνται, αρκεί να το ζητούν ύστερα από την 8.5.1989 (ΑΠ 21, 22/2000).

Κατά την ειδική δε ρύθμιση, της ως άνω παραγράφου 2 της 10/1976 ΔΑ, ορίζεται ότι το επίδομα γάμου δεν συμψηφίζεται με τις τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές, συμψηφίζεται όμως σ' αυτό το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα γάμου ή συζύγου, συνεπεία της οποίας για την εξεύρεση της ευνοϊκότερης για τον εργαζόμενο πηγής από την οποία χορηγείται το επίδομα γάμου δεν θα ανατρέξουμε στο σύνολο των καταβαλλομένων αποδοχών με κάθε πηγή, αλλά θα συγκρίνουμε το ύψος του επιδόματος γάμου (ή συζύγου) των περισσοτέρων πηγών (Ολ ΑΠ 8/2015).

Κατά την διάταξη του άρθρου 1 του Α.Ν. 435/1968 "1. Δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού και Εργασίας, εκδιδομένης μετά γνώμην του Εθνικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Κοινωνικής Πολιτικής και δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δύναται να καθορίζωνται ελάχιστα όρια μισθών ως και λοιποί όροι εργασίας δια κατηγορίας μισθωτών, δια τας οποίας ελλείψει αντιστοίχου οργανώσεως εργοδοτών είναι ανέφικτος η σύναψις συλλογικής συμβάσεως εργασίας, καταλαμβανούσης τας σχέσεις εργασίας των τριών πέμπτων των μισθωτών της κατηγορίας ταύτης και εφ` όσον αι σχέσεις εργασίας των μισθωτών τούτων δεν καταλαμβάνονται υπό συλλογικής συμβάσεως εργασίας ισχυούσης ως γενικώς υποχρεωτικής κατά τας παρ. 2 και 3 του άρθρου 5 του Ν. 3239/ 1955. 2.

Τα κατά την προηγουμένην παράγραφον καθοριζόμενα ελάχιστα όρια μισθών και λοιποί όροι εργασίας δύναται να αντικαθίσταται δια συλλογικής συμβάσεως εργασίας οιασδήποτε εκτάσεως ή κηρύξεως τοιαύτης γενικώς υποχρεωτικής. 3. Ως προς την ισχύν, ενεργείαν και τα αποτελέσματα της καθορίζουσης ελάχιστα όρια μισθών και λοιπών όρων εργασίας αποφάσεως ισχύουσιν αναλόγως αι περί συλλογικών συμβάσεων εργασίας διατάξεις του Νόμου. 4.

Πάσα διάταξις αντικειμένη ή αναγόμενη εις θέματα ρυθμιζόμενα υπό του παρόντος καταργείται. 5.....". Δυνάμει αυτής της διατάξεως του νόμου εκδόθηκε η με αριθ. 49524/2368/17.7.2008 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών- Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β' 1414/17.7.2008) "Καθορισμός των όρων αμοιβής και εργασίας για το προσωπικό, που απασχολείται στα πάσης φύσεως Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (Κοινωφελή Ιδρύματα, Οργανισμοί, Σωματεία, Σύλλογοι, Κληροδοτήματα κλπ", που σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 της ΠΥΣ 6/28.2.2012 "Μείωση βασικών μισθών - ΣΣΕ- Μετενέργεια κ.ά." (ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012) εφαρμοζόταν μέχρι τις 14.2.2013.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 Β. αυτής, στους εργαζόμενους σε ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, σωματεία κλπ, χορηγούνται τα εξής επιδόματα : "α) Επίδομα τριετιών επί των εκάστοτε βασικών μισθών ως εξής : αα) Στους μισθωτούς της 1ης Κατηγορίας ένδεκα (11) τριετίες εκ των οποίων η πρώτη (1η) τριετία σε ποσοστό 10% και οι επόμενες δέκα (10) τριετίες σε ποσοστό 5% εκάστη......στ) Επίδομα συνθηκών λόγω ανθυγιεινής, επικινδύνου εργασίας ή ειδικών συνθηκών εργασίας στα εξής ποσοστά :

Σε ποσοστό 10% επί των βασικών μισθών ως ανθυγιεινής ή επικινδύνου εργασίας ή και αμφότερα στις εξής ειδικότητες : α) Σε όλο το προσωπικό κουζίνας, τους καθαριστές- τριες, τους εργάτες ακαθάρτου ιματισμού και τους πλύντες...... κ) Επίδομα οικογενειακών βαρών υπολογιζόμενο στους βασικούς μισθούς σε όλους τους εργαζόμενους ως εξής : 10% επίδομα γάμου.

Το επίδομα αυτό χορηγείται και στους άγαμους γονείς, καθώς και τους ευρισκόμενους σε κατάσταση χηρείας ή διαζεύξεως (άρθρ. 20 παρ. 2 του ν. 1849/89, 5% για κάθε παιδί και έως τρία παιδιά ως επίδομα τέκνων. Το επίδομα αυτό χορηγείται μέχρι συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας τους και εφόσον σπουδάζουν παρατείνεται μέχρι συμπληρώσεως του 24ου έτους της ηλικίας τους.

Προκειμένου για παιδιά που χαρακτηρίζονται από αρμόδια υγειονομική επιτροπή ως ανίκανα για κάθε εργασία το επίδομα αυτό διατηρείται για όσο χρόνο διαρκεί η ανικανότητα.". Με τον πέμπτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις της υπ' αριθ. 49524/2362/17.7.2008 (ΦΕΚ 1119/17.8.2006) ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών-Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β' 1414/17.7.2008) και απέρριψε την αγωγική αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για την επιδίκαση επιδόματος γάμου 10%, που προβλέπεται από το άρθρο 2 Κεφ.

Β, παρ. κ της ως άνω ΚΥΑ, κρίνοντας ότι η τελευταία, διαζευγμένη κατά την πρόσληψή της, δεν δικαιούται το εν λόγω επίδομα μετά την ενηλικίωση του γιού της, καθόσον "το επίδομα τούτο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ηλικία των τέκνων που βαρύνουν οικονομικά τον γονέα". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ως άνω ζήτημα της χορηγήσεως ή μη του επιδόματος γάμου, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου της ΚΥΑ (άρθρο 2 κεφ.

Β αυτής), οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση. Και τούτο διότι τα γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά ως προς την προσωπική κατάσταση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας (διαζευγμένη κατά την πρόσληψή της) ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις, που τάσσονται από τις διατάξεις αυτές για την χορήγηση σ' αυτή του επιδόματος γάμου.

Επομένως, ο ως άνω λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

8. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 9 περ. γ` Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται παροχή έννομης προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής κύριας πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου κ.λπ. (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 670/2016, ΑΠ 962/2013).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το συναφές αίτημα ήταν (δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή) μη νόμιμο (ΑΠ 850/2009), καθώς και όταν η πρωτόδικη απόφαση δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με την έφεση, πρόσθετους λόγους ή τις προτάσεις κατά περίπτωση και ως προς το φερόμενο ως μη δικασθέν από το Εφετείο αίτημα (άρθρ. 522 Κ.Πολ.Δ), (ΑΠ 467/2019, ΑΠ 670/2016, ΑΠ 465/2015).

Με τον έκτο κατά το 6.4 σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔικ, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αίτηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για επιδίκαση των αγωγικών αξιώσεών της, που αφορούσαν τα επιδόματα ανθυγιεινής εργασίας και τριετιών, οι οποίες είχαν απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είχαν μεταβιβαστεί στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με σχετικό λόγο έφεσής της.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι ως προς τα εν λόγω επιδόματα, παρότι το Εφετείο δέχτηκε ότι "αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, καθώς και επίδομα 1ης τριετίας, που εξακολούθησαν να ισχύουν δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 4 της ΠΥΣ 6/2012.

Μάλιστα, το εναγόμενο χορηγούσε στην ενάγουσα κατά το διάστημα της εργασίας της, τουλάχιστον από το έτος 2012 και μετέπειτα ....επίδομα τριετίας, η ενάγουσα δε το δικαιούται εν προκειμένω μόνο για το διάστημα από 13.12.2010 μέχρι 14.2.2013, εφόσον δεν είχε γνωστοποιήσει στο εναγόμενο προηγούμενη προϋπηρεσία της, ώστε η τριετία να ξεκινά από την ημερομηνία πρόσληψής της σ' αυτό", στη συνέχεια δεν αποφαίνεται για τις αξιώσεις αυτές μέσα στα πλαίσια, που ορίζονται από την 6/2012 ΠΥΣ, ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό.

Επομένως, ο ως άνω λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση του ίδιου ως άνω κατά το 6.1, 6.2 και 6.3 σκέλη του από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δεν της επιδικάστηκαν οι ως άνω αγωγικές αξιώσεις, που αφορούν τα επιδόματα ανθυγιεινής εργασίας και τριετιών, καθότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του βασίμου ως άνω κατά το 6.4 σκέλος του λόγου αναίρεσης.

Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 6288/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος που αναιρείται προς περαιτέρω εκδίκαση (δηλαδή όσον αφορά τις αγωγικές αξιώσεις για την καταβολή επιδομάτων γάμου, ανθυγιεινής εργασίας και τριετιών), στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Υπέρ της αναιρεσείουσας δεν τίθεται ζήτημα επιδίκασης δικαστικής δαπάνης, εφόσον απολείπεται και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 6288/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όσον αφορά τις αγωγικές αξιώσεις για την καταβολή επιδομάτων γάμου, ανθυγιεινής εργασίας και τριετιών.

Και

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρεθέν ως άνω μέρος.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ