Legislator Case Law & Legislation
571/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment citing failure to prove evidence was ignored.

Case Number 571/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the municipality's appeal against a labor dispute judgment regarding an employment contract. The appellant argued the lower court failed to consider specific documents, but the court found the appellate decision explicitly stated all submitted evidence was taken into account. Consequently, the appeal was rejected, and the municipality was ordered to pay half of the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 573, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must consider all legally submitted evidence without requiring explicit mention of each item, and an appeal based on alleged non-consideration of evidence is inadmissible if the lower court's decision confirms all evidence was evaluated.

Keywords

AI generated
labor dispute procedure appeal admissibility evidence consideration Code of Civil Procedure legal costs allocation municipal liability employment contract

Cited Legislation

AI generated
Articles 559, 573, 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 571 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 571/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "...", ως καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Ναύπακτο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Ρήγα, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Ασημακόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 12/3/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 5/4/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την από 12-3-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ) υπ’ αριθμόν 57/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμόν 93/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, ακολούθως διακρατήθηκε η υπόθεση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της, με το να αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα συνδεόταν με τον αρχικώς εναγόμενο Δήμο (του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο ήδη αναιρεσείων ...) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μαθητευόμενης και να υποχρεωθεί ο ..., ως διάδοχος του αρχικώς εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα 15.611 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 573 παρ.3 ΚΠολΔ).

II. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 161/2007). Οι λόγοι (ή πρόσθετοι λόγοι) έφεσης με τους οποίους εκφέρεται παράπονο σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό αποτελούν "πράγματα" και ιδρύουν τον από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης (Ολ. Α.Π. 3/2008 Α.Π. 1586/2008). Δεν είναι πράγματα όμως με την πιο πάνω έννοια η άρνησή της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

ΑΠ 469/1984). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αιτιάται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του: Α. Τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης με τον οποίο αυτός ισχυρίστηκε ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη ή σε κάθε περίπτωση ως αναπόδεικτη και Β. Το δεύτερο πρόσθετο λόγο έφεσης, με τον οποίο ισχυριζόταν ότι η ένδικη αγωγή σχετικά με τις αξιώσεις της ενάγουσας είχε νομική βάση μόνον στις συνταγματικές διατάξεις της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης και σε αυτήν του αδικαιολογήτου πλουτισμού και ως εκ τούτου τα κονδύλια που αφορούν αποδοχές αδείας, επιδόματα αδείας και εορτών, που δεν αναζητούνται με την αγωγή ευθέως εκ του νόμου, δεν θα πρέπει να επιδικαστούν.

Ill - Στην προκειμένη περίπτωση με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε κατ’ έφεση η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε τα ακόλουθα: Ότι αυτή (ενάγουσα) προσλήφθηκε από το ... στις 17-10-2007 στη θέση του οποίου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος του, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία ..., με σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας σε εκτέλεση σχετικού εργασιακού προγράμματος stage μέσω σχετικών προγραμμάτων του ΟΑΕΔ προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών αυτού με ειδικότερα καθήκοντα τη γραμματειακή υποστήριξη, τη χρήση Η/Υ και σύνταξη εγγράφων.

Ότι η πρόσληψή της, έναντι της αμοιβής 660 ευρώ μηνιαίως, έγινε με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατά τα χρονικά διαστήματα από 17-12-2007 έως 7-7-2009 και μετά από παράταση από 8-7-2009 έως 8-7-2010. Ότι, αν και προσλήφθηκε προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, απασχολήθηκε για την εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγόμενου και η σύμβασή της έφερε τα χαρακτηριστικά συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου Διοικητικού Υπαλλήλου Π.Ε.

Ότι, εφόσον παρείχε εργασία αντίστοιχη με αυτή των λοιπών μονίμων (τακτικών) υπαλλήλων ή των υπαλλήλων με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έπρεπε να αμείβεται με αντίστοιχες αποδοχές, σύμφωνα με τη Συνταγματική αρχή της ισότητος και της ίσης μεταχειρίσεως, αφού οι συνθήκες παροχής της εργασίας αυτής ήταν οι ίδιες κατά καθήκοντα, χρόνο, τόπο και εργοδότη.

Ότι στην ανωτέρω αμοιβή αυτής των 660 ευρώ, συμπεριλαμβάνονταν οι ασφαλιστικές κρατήσεις μόνο του κλάδου ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και επαγγελματικού κινδύνου, ενώ δεν καταβαλλόταν ασφάλιση του κλάδου συνταξιοδότησης. Ότι ο εναγόμενος δεν της κατέβαλε δώρα Πάσχα, Χριστουγέννων και επίδομα αδείας.

Ζητούσε δε με αυτή (αγωγή): Α) να αναγνωριστεί ότι εργοδότης αυτής ήταν ο εναγόμενος, Β) να αναγνωριστεί ότι συνδεόταν με αυτόν με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, Γ) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 7-7-2010 σιωπηρής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αυτής ως αορίστου χρόνου, Δ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ως άνω Διοικητικής Υπαλλήλου Π.Ε., Ε) να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει τα αναφερόμενα σ’ αυτή ποσά για αποδοχές, άδεια, επίδομα αδείας και επίδομα εορτών ως διαφορά μεταξύ των όσων της καταβλήθηκαν σύμφωνα με τη σύμβαση και των όσων σύμφωνα με την πραγματική σχέση εργασίας, που την συνέδεε, όφειλε κατά το νόμο να της καταβάλει κατά τις αρχές της ισότητος και της ίσης μεταχειρίσεως, άλλως σε περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι δεν υφίστατο σύμβαση εξηρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων ή ότι αυτή είναι άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, για την ωφέλεια, που απεκόμισε ο εναγόμενος από την αξιοποίηση της εργασίας της και τη μη πρόσληψη άλλων μισθωτών, που θα εκτελούσαν την ίδια εργασία και ΣΤ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να την ασφαλίσει στον κλάδο σύνταξης του Ι.Κ.Α.

για το ανωτέρω χρονικό διάστημα και να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει τις αναλογούσες για την ανωτέρω αιτία εισφορές, που αντιστοιχούν στην ασφαλιστική κάλυψη των υπαλλήλων με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού έκρινε ότι είναι νόμιμα τα με στοιχεία "Α", "Ε" και "ΣΤ" αιτήματα (και μη νόμιμα τα λοιπά), δέχθηκε αυτά κατά ένα μέρος ως βάσιμα και κατ’ ουσία και ειδικότερα:

Α) αναγνώρισε ότι η ενάγουσα συνδεόταν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα με τον εναγόμενο, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι αυτός, ως εργοδότης αυτής, υποχρεούται να την ασφαλίσει στον κλάδο σύνταξης του "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ" και Β) τον υποχρέωσε να καταβάλει σ’ αυτήν (ενάγουσα), το συνολικό ποσό των 23.087,54 ευρώ, για διαφορές αποδοχών, δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας, του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 7-7-2010, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας του άρθρου 4§1 του Συντάγματος.

Για το προγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από 17-12-2007 έως 30-9-2009 κρίθηκε ότι η αξίωση της ενάγουσας έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή της διατάξεως του άρθρου 90§3 Ν. 2362/1995 και ως προς τις παραδοχές της αυτές δεν πλήττεται με αντίθετη έφεση της ενάγουσας. Κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως παραπονέθηκε το ΝΠΔΔ με την επωνυμία ..., που υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος στη θέση του αρχικά εναγομένου, με την έφεσή του και τους πρόσθετους λόγους αυτής για τους εις αυτήν αναφερόμενους λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε την εξαφάνισή της, άλλως τη μεταρρύθμισή της, προκειμένου να απορριφθεί εξολοκλήρου η αγωγή.

Επί της ως άνω εφέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη με την ένδικη αναίρεση απόφαση, που εξαφάνισε την πρωτόδικη κατά τις διατάξεις που είχε δεχθεί την αγωγή, (μη θιγομένων των λοιπών διατάξεων αυτής) κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή κατά την κυρία της βάση από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως μη νόμιμη, καθώς και το αίτημα περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως του εναγομένου, ως εργοδότη, να ασφαλίσει την ενάγουσα στον κλάδο συντάξεως του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και εξέτασε την αγωγή αυτεπαγγέλτως κατά την μη εξετασθείσα πρωτοδίκως επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, την οποία και δέχθηκε εν μέρει κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, αφού απέρριψε την ένσταση αοριστίας της επικουρικής βάσης της αγωγής, που με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της εφέσεώς του πρότεινε ο εκκαλών Δήμος, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

IV) Με βάση όσα προεκτέθηκαν, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και αυτό διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, έλαβε υπόψη του τους πρόσθετους λόγους έφεσης και τους απέρριψε και δη σιωπηρά μεν κρίνοντας μη νόμιμη την κυρία βάση της αγωγής και ρητά κρίνοντας νόμω και εν μέρει ουσία βάσιμη την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αναφέροντας σε σχέση με την επικαλούμενη αοριστία της ως προς την επικουρική βάση κατά λέξη " ότι ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσία, διότι δεν απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα της συμβάσεως, αφού η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κυρίας βάσεως της αγωγής", τα δε λοιπά επικαλούμενα περιστατικά με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσης αφορούν την ουσία της υπόθεσης και δεν ελέγχεται αναιρετικά.

V- Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ’ αυτά, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.

Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11γ’ του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν καταλείπονται αμφιβολίες για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Δεν θεμελιώνει όμως το λόγο αυτό η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει ρητά στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε σε καθένα απ’ αυτά (ΑΠ 1413/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος , με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ του Κ.Πολ.Δ, αιτιάται το Εφετείο για μη λήψη υπόψη των επικληθέντων και νομίμως προσκομισθέντων τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και στο Εφετείο αντίστοιχα με τις προτάσεις του των ακόλουθων εγγράφων, ήτοι της ...-3-2007 απόφασης του ...

σε συνδυασμό με τη με αριθμό πρωτ. .../12-5-2014 βεβαίωση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών του ... καθώς και της ...-11-2009 απόφασης του .... Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από τη γενική βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "... όλα τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα ...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της, δεν καταλείπονται αμφιβολίες ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα και τα συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, που διαλαμβάνεται στην απόφασή του.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το ήμισυ κατ’ άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 (το οποίο τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη σε βάρος ή υπέρ των Ο.Τ.Α), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-3-2015 αίτηση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 57/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα Δήμο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης , τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2018 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ