Legislator Case Law & Legislation
571/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment due to lack of legal standing and insufficient evidence.

Case Number 571/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling regarding property ownership. The State argued that the defendant lacked legal standing and failed to prove the required twenty-year period of ownership under the Civil Code. The court rejected these claims, noting that the ownership period had already been completed by the defendant's direct predecessor, rendering the State's arguments legally baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Article 1045 of the Civil Code: The Supreme Court must examine the appeal ex officio if a party is absent, and an appeal is inadmissible if the appellant lacks legal standing or fails to substantiate the required statutory conditions for acquiring ownership.

Keywords

AI generated
legal standing admissibility of appeal acquisitive prescription Civil Code ownership ex officio examination property rights Greek Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure
Article 1045 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 571 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 571/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2009 του ιδίου Δικαστηρίου,8/2013 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 12-9-2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης .

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Περαιτέρω, το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο προσετέθη με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014, ορίζει ότι: " Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει α) στους αντιδίκους του ή στον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους.

Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο.

Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, είναι, ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, ή να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του να καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, τη συζήτηση της οποίας επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με πράξη ορισμού δικασίμου της 21-9-2016 και κλήση του αναιρεσιβλήτου να παραστεί κατά την ανωτέρω συζήτηση επιδόθηκε νομίμως, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις και εμπροθέσμως στην αντίκλητό του δικηγόρο Καλαμάτας Σταυρούλα Μαργαρίτη, η οποία και τον εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, όπως τούτο προκύπτει από την επιτρεπτώς επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τη με επίκληση προσαγόμενη από το αναιρεσείον υπ’ αριθ. .../19-7-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καλαμάτας Γ.

Κ.. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο (21-9-2016) η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1-2-2017), κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, πλην όμως ως νομίμως κλητευθείς, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να δικασθεί ως να ήταν παρών και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τούτου, η κλήτευση του οποίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο της 1-2-2017 δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προαναφερόμενη νομική σκέψη.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.4), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Ως "καλή πίστη" νοείται, κατά τις διατάξεις των ν. 27 Πανδ. (18.1), 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41.3), 11 (51.4), 5 παρ.5, 1 (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) η ειλικρινής πεποίθηση, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ’ αυτού. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21-6-/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει τούτου και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, για την κτήση επ’ αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915 (ΟλΑΠ 75/1987).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικού δικαίου, δηλαδή σε κανόνα που καθορίζει τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Η παραβίαση αυτή συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "....Το επίδικο ακίνητο ευρίσκεται εις θέσιν "..." της περιοχής ... της κτηματικής περιφερείας της πρώην κοινότητος και ήδη δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου Καλαμάτας νομού Μεσσηνίας, έχει επιφάνεια 24.544,16 μ2, εμφαίνεται περιμετρικώς...

και συνορεύει με ακίνητα....., τα οποία άπαντα ως άνω όμορα ακίνητα αμφισβητούνται υπό του εκκαλούντος (αναιρεσείοντος) Ελληνικού Δημοσίου ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς θεωρούμενα υπ’ αυτού ως δημόσιες δασικές εκτάσεις. Το προπεριγραφόμενον ακίνητον περιήλθεν εις την αποκλειστική κυριότητα του ενάγοντος δια μεταβιβάσεως λόγω γονικής παροχής παρά του αληθούς κυρίου πατρός του, Ι.

Π. του Κ. και της Σ., δυνάμει του υπ’ αριθ. ...-11-1996 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Καλαμάτας Παναγούλας Μαυροειδή, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...... Στον άμεσο δικαιοπάροχο πατέρα του ενάγοντος η νομή του ως άνω ακινήτου είχε μεταβιβασθεί εξ αγοράς από τον Π. Δ. περί το έτος 1970.

Έκτοτε ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος επέβλεπε τα όρια του ως άνω ακινήτου και προστάτευε τούτο από καταπατήσεις τρίτων και επιπλέον μεταξύ της τετραετίας 1980 έως 1984 είχε εκμισθώσει τούτο προς τον βοσκό Ι. Λ. δια βόσκηση αιγοπροβάτων, λαμβάνων υπ’ αυτού ως μίσθωμα γαλακτοκομικά προϊόντα. Ούτως ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος κατέστη αποκλειστικός κύριος του ακινήτου δι’ εκτάκτου χρησικτησίας.

Πρέπει να σημειωθεί ότι από του έτους 1950 έως του έτους 1970 το συγκεριμένο ακίνητο ευρίσκετο εις την νομήν του προαναφερθέντος Π. Δ., ο οποίος ωσαύτως επέβλεπε τα όριά του από καταπατήσεις τρίτων, έσπειρε εντός αυτού σίτον και κριθήν, εχρησιμοποίει το προ του έτους 1940 εντός αυτού κατασκευασθέν αλώνιον και εξεμίσθωνε κατά μερικώτερα διαστήματα μέρος τούτου προς τον προαναφερθέντα βοσκόν Ι.

Λ. αντί μισθώματος καταβαλλομένου εις κτηνοτροφικά προϊόντα και ούτως είχε καταστεί και εκείνος κύριος δι’ εκτάκτου χρησικτησίας, ανεξαρτήτως του ότι διά της εν συνεχεία ατύπου πωλήσεως τούτου προς τον άμεσον δικαιοπάροχον του ενάγοντος άνευ συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφής δεν μετεβιβάσθη προς τον αγοραστήν (πατέρα του ενάγοντος) το υπό του υπ’ εκείνου (πωλητού) πρωτοτύπως κτηθέν δικαίωμα κυριότητος παρά μόνον δικαίωμα νομής.

Επιπροσθέτως πρέπει να επισημανθεί, ανεξαρτήτως του ότι δεν περιλαμβάνεται αντίστοιχη εξιστόρηση διά του αγωγικού δικογράφου, πλην όμως ανταποδεικτικώς προέκυψεν από τα εκ μέρους του εφεσιβλήτου-ενάγοντος μετά νομίμου επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα εις αντίκρουσιν της κάτωθι αναφερομένης ενστάσεως ιδίας κυριότητος του Ελληνικού Δημοσίου, ότι απώτατος νομεύς του ακινήτου τούτο, ήτο ο Ο.

Κ., ο οποίος κατείχε τούτο αδιαλείπτως επί τουλάχιστον τριακονταετία και δη από του έτους 1885 έως του έτους 1940 διανοία κυρίου και καλή τη πίστει -υπό την έννοιαν ότι διά της κυριεύσεως τούτου είχε ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέβαλεν κατ’ ουσίαν δικαίωμα κυριότητος τρίτου-και ούτως είχε καταστεί κύριος αυτού δι’ εκτάκτου χρησικτησίας.

Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται: α) από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του υπερεβδομηκονταετούς κατά τον χρόνον της πρωτοβαθμίου συζητήσεως της υποθέσεως μάρτυρος αποδείξεως, Π. Π., πρώην αγροφύλακος Μάνης και αγρονόμου Καλαμάτας, του οποίου η οικογένεια είχε ιδιόκτητα ακίνητα εις απόστασιν διακοσίων μέτρων από το επίδικο και ο οποίος παιδιόθεν έβλεπε τον Π.

Δ. να καλλιεργεί δημητριακά εντός του επιδίκου και να εκμισθώνει τούτο προς βοσκούς αντί μισθώματος καταβαλλομένου εις κτηνοτροφικά προϊόντα και διευκρίνισε ότι εντός του επιδίκου υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν παλαιοί αναβαθμοί (πεζούλια), β) δια συναγωγής δικαστικού τεκμηρίου από την ένορκη κατάθεση του ογδοηκονταεπταετούς Μ.

Π. Π. κατά την συζήτηση της υπ’ αριθ. καταθ. 97/2000 ανακοπής του εφεσιβλήτου προς ακύρωσιν του υπ’ αριθ. …/2000 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Δασάρχου …, η οποία εμπεριέχεται στα υπ’ αριθ. 58/2001 πρακτικά διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας και διά της οποίας ο ως άνω εξετασθείς κατέθεσεν ότι έχει ιδιόκτητο ακίνητο εγγύς του επιδίκου και έχει υπηρετήσει ως αγροφύλαξ εις την πέριξ τούτου ευρυτέραν περιοχήν και ότι περί το έτος 1940 έβλεπε τον Ο.

Κ., ο οποίος είχε κατασκευάσει το αλώνιον εντός του επιδίκου, να σπείρει σίτον και κριθήν εντός των λαχίδων (λωρίδων) και των αναβαθμών αυτού και να εκμισθώνει μέρος τούτου εις βοσκούς αντί μισθώματος συνισταμένου εις κτηνοτροφικά προϊόντα, γ) διά συναγωγής δικαστικού τεκμηρίου από τις υπ’ αριθ. ...26-4-2002, .../20-9-2002, .../20-9-2002 και ...11-11-2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ελένης Πετρουλέα, οι οποίες ελήφθησαν προς υποστήριξιν της υπ’ αριθ.

Καταθ…2002 εφέσεως του εφεσιβλήτου κατά της υπ’ αριθ. 58/2001 αποφάσεως διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων της απορριψάσης την ως άνω ανακοπήν κατά του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και διά των οποίων: ι) ο ενενηντακονταεπταετής τότε Ι. Κ. Λ., κάτοικος και βοσκός της περιοχής του ..., εβεβαίωσεν ότι το επίδικο ακίνητο κατείχαν διανοία κυρίων διαδοχικώς ο Π.

Δ. από το έτος 1950 έως το έτος 1970 και ο πατήρ του ενάγοντος το έτος 1970 και εντεύθεν, ότι από την εποχή της Μικρασιατικής Καταστροφής το επίδικο εκαλλιεργείτο διά σίτου, κριθής και άλλων δημητριακών, ότι είχε αλώνιον και αναβαθμούς ("λαχίδες και αρμάκια"), ότι προ του έτους 1940 εκαλλιεργείτο από συγχωριανό του φέροντα το επώνυμο "Σ." και ότι ο ίδιος είχε μισθώσει το ακίνητο τούτο δια βοσκή των αιγοπροβάτων του πέντε έτη προ του έτους 1940 και τέσσερεις έως πέντε φορές κατά διάφορα χρονικά διαστήματα από του έτους 1940 έως το έτος 1985, εκάστης μισθώσεως διαρκεσάσης επί χρονικόν διάστημα τεσσάρων έως πέντε ετών, ιι) αι ογδοηκονταετής και εβδομηκονταεπταετής αντιστοίχως αδελφές Ε.

και Μ. Χ., κάτοικοι ωσαύτως ..., εβεβαίωσαν ότι από του έτους 1950 έως του έτους 1970 και από του έτους 1970 και εντεύθεν ενέμοντο το επίδικο διαδοχικώς ο Π. Δ. και ο πατήρ του εφεσιβλήτου, ότι προ του έτους 1940 το επίδικο εκαλλιεργείτο από την οικογένεια Σ. και ότι μεταξύ των ετών 1947 και 1948 έως 1955 τούτο είχε εκμισθωθεί προς την οικογένεια αυτών διά σπορά σίτου και κριθής και ιιι) οι εβδομηκοντατετραετής και υπερογδονταετής τότε Κ.

Μ. και Κ. Μ. εβεβαίωσαν την προπεριγραφείσα διαδοχική υπερπεντηκονταετή διαδοχική νομή αρχικώς του Π. Δ., εν συνεχεία του πατρός του ενάγοντος και ακολούθως

του ιδίου του ενάγοντος επί του επιδίκου από του έτους 1950 έως της λήψεως των ενόρκων βεβαιώσεων, ανέφεραν τις κατά διάφορα χρονικά διαστήματα εκμισθώσεις τούτου προς τον Ι. Λ. και προς την οικογένεια των αδελφών Ε. και Μ. Χ. και διευκρίνισαν ότι προ του έτους 1940 τούτο εκαλλιεργείτο από την οικογένεια Σ., δ) διά συναγωγής δικαστικού τεκμηρίου από το σκεπτικό της υπ’ αριθ. 52/2003 αποφάσεως διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, διά της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω ανακοπή και ηκυρώθη το προαναφερόμενο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής εν σχέσει προς το επίδικο ακίνητο (ουχί δε και ως προς την νοτίως τούτου μη επίδικη έκταση 17 στρεμμάτων) υπό την αιτιολογία της μη πιθανολογήσεως του δημοσίου (και δασικού) χαρακτήρος της επιφανείας του επιδίκου ακινήτου και ε) εκ της από 27-12-2000 εκθέσεως φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού Σ.

Κ., διά της οποίας βάσει στερεοσκοπικής εξετάσεως αφ’ ενός του ζεύγους των υπ’ αριθ....... αεροφωτογραφιών έτους 1945 και αφ’ ετέρου του ζεύγους των υπ’ αριθ..... αεροφωτογραφιών έτους 1960 της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού διεπιστώθη η καλλιέργεια του επιδίκου και η εντός αυτού ύπαρξη διασπάρτων αναβαθμών τόσον κατά το έτος 1945 όσον και κατά το έτος 1960.

Πρωτοδίκως το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίσθηκε ότι η επίδικη εδαφική έκταση είναι δάσος μεγάλης κλίσεως (περίπου 60%) καλυπτόμενον κατά ποσοστό 30% έως 60% από άγρια ξυλώδη δένδρα και θάμνους (πουρνάρια, ασφαλάθους, αφάνες, κουμαριές, και αγριελιές) ευρισκόμενα εις οργανική ενότητα και δυνάμενα να αποδώσουν δασικά προϊόντα και ότι έχει περιέλθει εις την αποκλειστική κυριότητα του:

α’ ) ως πρώην ιδιοκτησία Οθωμανών, την οποία κατέλαβε και εδήμευσε το ίδιο ως διάδοχον του Τουρκικού Κράτους, β’ ) ως δάσος, καθώς δεν προσήχθη υπό τινος ιδιοκτήτου νόμιμος τίτλος ιδιοκτησίας επ’ αυτού εις την Γραμματεία των Οικονομικών εντός έτους από της δημοσιεύσεως του ΒΔ 17 /29-11- 1836, γ’ ) ως λιβάδι ή βοσκότοπος, δ’ ) ως αδέσποτη έκταση κατά τον χρόνο ισχύος του ΒΔ 10-7-1837 και ε’ ) βάσει τακτικής, άλλως εκτάκτου χρησικτησίας διά αδιαλείπτου καλοπίστου νομής τούτου από της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους έως της πρωτοβαθμίου συζητήσεως της αγωγής.

Οι ως άνω ισχυρισμοί χαρακτηρίζονται ως ενστάσεις, διότι, ανεξαρτήτως εάν οι πρώτος έως και τέταρτος και εν μέρει ο πέμπτος εμπεριέχουν στοιχεία θεμελιωτικά κυριότητος τυγχάνοντα προγενέστερα των διά της αγωγής εξιστορουμένων ως θεμελιωτικών της κυριότητος του ενάγοντος αντιστοίχων πραγματικών περιστατικών, η επί προγενεστέρων -εν σχέσει προς τα αντίστοιχα της αγωγής- πραγματικών περιστατικών επιχειρουμένη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητος του εναγομένου συνιστά βάση ενστάσεως ερειδομένης επί των διατάξεων του Ν.

ΔΞΗ/1912 και επί των δυνάμει των ως άνω διατάξεων εκδοθέντων διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", καθώς και επί του άρθρου 21 ΝΔ 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", δι’ ών ανεστάλη πάσα παραγραφή ή δικαστική προθεσμία εις αστικές διαφορές και απηγορεύθη οιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επί των ακινήτων του, άρα και η χρησικτησία επ’ αυτών, εάν αύτη δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου 1915, ούτως ώστε διά της τυχόν αποδείξεως εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου κτήσεως κυριότητος επί του επιδίκου μέχρι και την 11η Σεπτεμβρίου 1915, να καθίσταται απρόσφορος ο διά της αγωγής εξιστορηθείς ως μεταγενέστερος της 11ης Σεπτεμβρίου 1915 τρόπος κτήσεως κυριότητος του ενάγοντος επί του επιδίκου.

Ο πρώτος ισχυρισμός, ο οποίος ερείδεται επί των από 3-2-1830, 32/(4-16)-6-1830 και 30/(19-6/1-7)-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου περί κυρώσεως της ανεξαρτησία της Ελλάδος και τακτοποιήσεως των σχέσεων του Ελληνικού Δημοσίου στο μέλλον ως προς τις πρώην ιδιοκτησίες Οθωμανών στην Ελλάδα και επί της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" (βλ.

ΑΠ 1513/2004, ΑΠ 700-701/1978), τυγχάνει απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, διότι δεν απεδείχθη ότι το συγκεκριμένο ακίνητο ήτο πρώην ιδιοκτησία Οθωμανών, η οποία κατελήφθη και εδημεύθη κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επαναστάσεως κατά του Τουρκικού Κράτους ή εγκατελείφθη υπ’ αυτών ως αναχωρησάντων από τις απελευθερωθείσες χώρες, οι οποίες απετέλεσαν το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος.

Ο δεύτερος ισχυρισμός, ο οποίος ερείδεται επί των άρθρων 1, 2 και 3 ΒΔ 17/29-11 -1836 "περί ιδιωτικών δασών" (βλ. ΑΠ 1513/2004), τυγχάνει απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, διότι δεν απεδείχθη ότι το επίδικο ετύγχανε δάσος κατά τον χρόνον ενάρξεως ισχύος του ως άνω Βασιλικού Διατάγματος. Ο τρίτος ισχυρισμός, ο οποίος επιχειρείται να ερεισθεί επί του άρθρου 1 ΒΔ 3/15-12-1833 (βλ.

ΑΠ 315/2002, ΑΠ 1690/1985), τυγχάνει απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εξιστορείται επιπροσθέτως υπό του εκκαλούντος - εναγομένου, όπως απαιτείται διά της ως άνω διατάξεως, ότι ως προς το επίδικο ακίνητο δεν είχε εκδοθεί από αρμοδία οθωμανική κρατική υπηρεσία έγγραφο ειδικού περιεχομένου, ήτοι ταπίον, διά την υπέρ ιδιώτου επικαρπία και εις πάσαν περίπτωσιν δεν απεδείχθη ότι το συγκεκριμένο ακίνητο ήτο λιβάδι ή βοσκότοπος επί Τουρκοκρατίας ή κατά τον χρόνον ισχύος του ως άνω Βασιλικού Διατάγματος.

Ο τέταρτος ισχυρισμός, δια του οποίου επιχειρείται να προβληθεί η ιδιότης του επιδίκου ως αδέσποτου τόσο πριν όσο και κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 16 ΒΔ 21-6 /10-7-1837, διά του οποίου ωρίσθη ότι όλα τα παρ’ ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, ήτοι όλα τα αδέσποτα, καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν αποδεδειγμένες απαιτήσεις άλλων, ανήκουν εις το Δημόσιο (βλ.

ΑΠ 974/2008), τυγχάνει απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν διευκρινίζεται υπό του εναγομένου πότε και διά ποίου τρόπου και διά πράξεως ποίου ιδιοκτήτου το επίδικον κατέστη αδέσποτο είτε εις χρόνον προγενέστερον της απελευθερώσεως της Ελλάδος από τους Τούρκους, κατά τον οποίον προγενέστερον χρόνον ίσχυε επί των εδαφών της το οθωμανικόν δίκαιο, συμφώνως προς τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 "περί γαιών"), αν, χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους διά του ως άνω άρθρου αναφερομένους λόγους, ο κύριος αγρού δεν καλλιεργήσει τούτον απ’ ευθείας ή δι’ εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται διαθέσιμος (βλ.

ΑΠ 701/1955), είτε εις χρόνον μεταγενέστερον της απελευθερώσεως από τους Τούρκους και μέχρι της ενάρξεως ισχύος του ως άνω Βασιλικού Διατάγματος, κατά τον οποίον χρόνον ίσχυαν οι διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, κατά τις οποίες διά να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει μη περιβλητέα τον συμβολαιογραφικό τύπο και μη μεταγραπτέα εγκατάλειψη της νομής αυτού από τον κύριο προς τον σκοπόν παραιτήσεως από της κυριότητος και άνευ προθέσεως περαιτέρω μεταβιβάσεως αυτής προς τρίτο πρόσωπο (βλ.

ΑΠ 974 /2008, ΑΠ 240 /1972 και 544 /1972) και εις πάσαν περίπτωσιν δεν απεδείχθη ότι το επίδικον ακίνητο είχε καταστεί αδέσποτο είτε επί Τουρκοκρατίας είτε κατά τον μεσολαβήσαντα χρόνο από της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους μέχρι της ενάρξεως ισχύος του προαναφερομένου Βασιλικού Διατάγματος. Εν τέλει ο πέμπτος ισχυρισμός, ο οποίος ερείδεται επί των προϊσχυσασών του Αστικού Κώδικος διατάξεων του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου και επί των άρθρων 1041 και 1045 ΑΚ εν σχέσει προς τα πριν και μετά την ισχύ του Αστικού Κώδικος εξιστορούμενα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα (βλ.

ΑΠ 1183 /2010), τυγχάνει απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, διότι δεν απεδείχθη νομή του εναγομένου επί του επιδίκου ακινήτου από της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους έως το έτος 1970 (ούτε και από του έτους 1970 έως την πρωτοβάθμιον συζήτησιν της αγωγής). Δεν τίθεται δε ζήτημα διατάξεως πραγματογνωμοσύνης ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς ή ως προς την δασική ή μη μορφήν του επιδίκου, αφ’ ενός διότι η διά παραγώγου τρόπου κτήση κυριότητος του ενάγοντος επ’ αυτού στηρίζεται επί προσφάτου τίτλου κτήσεως συνταγέντος μόλις προ δέκα ετών από της ασκήσεως της αγωγής και περιλαμβάνοντος αναμφισβητήτως την προπεριγραφείσαν έκταση του επιδίκου και ελλείψει συντάξεως παλαιοτέρων τίτλων κτήσεως αφορώντων εις το διά συρματοπλέγματος εντός της δεκαετίας του 1980 περιφραγέν επίδικο ακίνητο δεν δύναται να εξαχθεί κάποιο επιπρόσθετο στοιχείο ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς διά της διατάξεως του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου και αφ’ ετέρου επειδή εν σχέσει προς την δασικήν ή μη μορφήν του επιδίκου έχει ήδη κατατεθεί από τον πρωτοδίκως εξετασθέντα μάρτυρα του εναγομένου και προέκυψεν εκ των ανωτέρω αναφερθέντων αποδεικτικών μέσων ότι το επίδικο είχε γεωργική μορφή τόσον κατά το έτος 1945 όσον και κατά το έτος 1960 (βλ.

και από 31-1-2005 απόψεις του διά λογαριασμόν του Ελληνικού Δημοσίου ενεργήσαντος δασολόγου Κ. Φ.), ενώ, βάσει των ζευγών αφ’ ενός των υπ’ αριθ...... έτους 1965 και αφ’ ετέρου των υπ’ αριθ...... έτους 1988 αεροφωτογραφιών της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, κατά το έτος 1965 το επίδικον ωσαύτως δεν έφερε δασική βλάστηση παρά μόνον μεμονωμένα ελαιόδενδρα εις ποσοστόν 10%, ενώ τουλάχιστον από του έτους 1988 τούτο έφερε την αναφερομένη διά του ακυρωθέντος πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής δασική βλάστηση εις ποσοστόν 60% (βλ.

από 19-9-2000 έκθεση φωτοερμηνείας του ωσαύτως διά λογαριασμόν του Ελληνικού Δημοσίου ενεργήσαντος δασολόγου Π. Κ.). Πρέπει δε να σημειωθεί επιπροσθέτως ότι, πέραν του προαναφερθέντος λιθοκτίστου αλωνίου ηλικίας των εξήντα και πλέον ετών, το επίδικο, εντός του οποίου υφίστανται τριάντα πέντε αγριελιές, φέρει, όπως εμφαίνεται και διά της επισκοπήσεως των εκ μέρους του ενάγοντος μετά νομίμου επικλήσεως προσκομισθεισών φωτογραφιών, παλαιοτάτους διασπάρτους χαμηλούς αναβαθμούς εκ των οποίων καταδεικνύεται η ύπαρξη καλλιεργείας κατά το παρελθόν.

Άλλωστε διά των υπ’ αριθ. 2421/2003 και 3421/2004 αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας ο ενάγων έχει αθωωθεί των κατηγοριών αφ’ ενός της παράνομης εκχερσώσεως δημοσίας δασικής εκτάσεως και αφ’ ετέρου της καταλήψεως δημοσίας δασικής εκτάσεως και παρανόμου εκχερσώσεώς της (εν σχέσει προς το επίδικο ακίνητο).

Δια του, κατά τα ως άνω, ακυρωθέντος (εν σχέσει προς το επίδικο ακίνητο) πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής η επίδικη έκταση έχει περιγραφεί ως έχουσα κλίση εδάφους από 30% έως 60% και ότι κατά τον χρόνο συντάξεώς του αυτή εκαλύπτετο από σχίνους, ασφαλάθους, αφάνες, πουρνάρια, κουμαριές, ρείκια και αγριελιές εις ποσοστόν έως και 70%.

Προ δε της εκδόσεως του ως άνω πρωτοκόλλου είχε εκδοθεί η υπ’ αριθ. ...-4-1997 απόφαση του Αναπληρωτού Περιφερειακού Διευθυντού Μεσσηνίας, δια της οποίας η επίδικη έκταση εκηρύχθη αναδασωτέα λόγω αναφερομένης εκχερσώσεώς της κατά το χρονικό διάστημα από 10ης έως 20ης Οκτωβρίου 1996 (προ μηνός από της συμβολαιογραφικής μεταβιβάσεως τούτου λόγω γονικής παροχής προς τον εφεσίβλητο-ενάγοντα από τον άμεσο δικαιοπάροχο πατέρα αυτού), ενώ η κατ’ αυτής υπό του ως άνω διαδίκου ασκηθείσα από 1-7-1997 αίτηση ακυρώσεως απερρίφθη (λόγω ερημοδικίας) διά της υπ’ αριθ. 187/2004 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Επιπλέον διά της υπ’ αριθ. ...27-12-2001 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας Πελοποννήσου απεφασίσθη η κατεδάφιση μιάς εκκλησίας εμβαδού 27 μ2, η οποία φέρεται ότι κατεσκευάσθη υπό του ενάγοντος εις την θέση παλαιού εκκλησιδίου υπάρχοντος εκεί προ του έτους 1940, καθώς και λιθοκτίστου τοίχου περιτοιχίσεως μήκους 90 μέτρων και μιάς σκυροδεματίνου υδατοδεξαμενής χωρητικότητος 144 μ3 και συρομένης σιδηράς θύρας, εργασίες οι οποίες φέρονται ως εκτελεσθείσες εντός του επιδίκου κατά το χρονικό διάστημα από 5ης Νοεμβρίου 1996 έως 9ης Ιουνίου 2000.

Κατά της ως άνω αποφάσεως ησκήθη η από 9-1-2002 αίτηση ακυρώσεως, η οποία απερρίφθη διά της υπ’ αριθ. 6/2002 αποφάσεως της Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καλαμάτας (επικυρωθείσης εν συνεχεία δια της υπ’ αριθ. 3759/2007 αποφάσεως του Συμβουλίου Επικρατείας μετ’ απόρριψιν της από 6-10-2003 εφέσεως λόγω ερημοδικίας του ως άνω διαδίκου) διά της οποίας εκρίθη αφ’ ενός ότι, άν και κατά τα έτη 1945 και 1965 το επίδικο βάσει των αντιστοίχων ζευγών αεροφωτογραφιών της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού ......

δεν έφερε δασική βλάστηση (όπως και η νοτίως τούτου όμορη μη επίδικη εδαφική έκταση 17 στρεμμάτων) και εμπεριείχε αλώνιον, εν τούτοις περιεβάλλετο γύρωθεν (εξαιρέσει της δυτικής πλευράς) από δασικές εκτάσεις και αφ’ ετέρου ότι κατά το έτος 1988 (βάσει της εκθέσεως φωτοερμηνείας του δασολόγου Π. Κ. επί του ζεύγους των ......αεροφωτογραφιών της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού) το επίδικο έφερε την δασική μορφή, η οποία περιεγράφετο διά του, κατά τα ως άνω, ήδη ακυρωθέντος πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής.

Επιπλέον εξεδόθη εις βάρος του εφεσιβλήτου δια τα ως άνω κτίσματα το υπ’ αριθ. .../7-11-2003 πρωτόκολλον επιβολής ειδικής αποζημιώσεως του Δασάρχου …., η κατά του οποίου υπ’ αριθ. καταθ. …2003 προσφυγή του ως άνω διαδίκου απερρίφθη δια της υπ’ αριθ. 175/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Καλαμάτας.

Από τα άρθρα 12 παρ. 1 και 21 παρ. 8 Ν. 3208 συνάγεται ότι δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και συνεπώς δεν δύνανται να κηρυχθούν αναδασωτέες ιδιωτικές εκτάσεις, διά τις οποίες συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις: α) ήσαν αγροτικές προ της ενάρξεως του πολέμου (περί το έτος 1940) και -επανακαλλιεργηθείσες το αργότερον προ του έτους 1960- εμφαίνονται ως αγροτικές είτε διά των αεροφωτογραφιών του έτους 1945 είτε διά των αεροφωτογραφιών του έτους 1960 είτε δι’ αμφοτέρων, ανεξαρτήτως εάν οι εκτάσεις αυτές δεν εκαλλιεργήθησαν κατά την διάρκεια του πολέμου ή μετά την λήξη αυτού και απέκτησαν ούτως προσωρινώς τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως διά κάποιο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1940 και 1960, β) δεν απέκτησαν καθ’ οιονδήποτε τρόπον δασικό χαρακτήρα μετά το έτος 1960 και συνεπώς δεν εμφανίζονται ως δάση εις αεροφωτογραφίες μεταγενέστερες του συγκεκριμένου έτους και γ) υπάρχουν διά τις συγκεκριμένες εκτάσεις τίτλοι κτήσεως, οι οποίοι ανάγονται εις χρόνον προγενέστερο της 23ης Φεβρουάριου 1946 και έχουν μεταγραφεί, ενώ εξακολουθούν να υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας ιδιωτικές υπό την ως άνω έννοιαν εκτάσεις, οι οποίες εις αεροφωτογραφίες προγενέστερες του έτους 1945 είχαν δασικό χαρακτήρα και εξεχερσώθησαν εις μεταγενέστερον χρόνον, καθ’ όσον σκοπός των προαναφερομένων άρθρων, ανεξαρτήτως της συνταγματικότητος αυτών είναι η προστασία των κατά την διάρκεια του πολέμου, της κατοχής και του επακολουθήσαντος εμφυλίου δασωθέντων ιδιωτικών αγρών και ουχί η αποδέσμευση από το καθεστώς προστασίας των εκχερσωθέντων κατά την ιδίαν περίοδον δασών [βλ.

ΣτΕ 2405 /2009 (πλειοψ.)-αντιθέτως ΣτΕ 1547 /2009 και ΣτΕ 2405 /2009 (μειοψ.)], ενώ από τα άρθρα 117 §3 του Ελληνικού Συντάγματος και 38 §1 και 41 §1 Ν. 998 /1979 συνάγεται ότι πάσα αποψιλουμένη δημοσία ή ιδιωτική έκταση δασικού χαρακτήρος κηρύσσεται υποχρεωτικώς αναδασωτέα διά μόνης της αντικειμενικής διαπιστώσεως της συνδρομής των κατά την ανωτέρω συνταγματική διάταξη προϋποθέσεων βάσει πλήρως αιτιολογημένης ως προς τον χαρακτηρισμό της εκτάσεως ως δάσους ή δασικής εκτάσεως αποφάσεως του οικείου νομάρχου (βλ.

ΑΠ 4539/2011). Επιπλέον διά της κηρύξεως της επιδίκου εκτάσεως ως αναδασωτέας αποκλείεται η εκ παραλλήλου κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 14 Ν. 998 /1979 περί προσωρινής επιλύσεως του χαρακτήρος της συγκεκριμένης εκτάσεως ως δάσους ή δασικής εκτάσεως (βλ. ΣτΕ 178 /2000 - αντιθέτως: ΣτΕ 595 /1999, ΣτΕ 386 /1998 και ΣτΕ 4181 /1997).

Όμως, ανεξαρτήτως της μη συνδρομής απασών των διά των άρθρων 12 §1 και 21 §8 Ν. 3208 τασσομένων προϋποθέσεων διά την εξαίρεση του επιδίκου από την δασική νομοθεσία, αντικείμενο επί της κρινομένης υποθέσεως υπήρξε μόνον το δικαίωμα κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου και ουχί ο χαρακτηρισμός αυτού ως δασικής (ή χορτολιβαδικής) ή μη εκτάσεως, ζήτημα το οποίον, κατά τα άρθρα 10 §3, 14 και 74 §3 Ν. 998 /1979, υπάγεται στα αρμόδια διοικητικά όργανα (δασάρχη και επιτροπή επιλύσεως δασικών αμφισβητήσεων) και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ενώ η παρεμπίπτουσα αντίστοιχη κρίση των πολιτικών δικαστηρίων περί του χαρακτηρισμού της μορφολογίας του εδάφους τυγχάνει δεσμευτική διά την διοίκηση, μόνον αν διαπιστώσει ανυπαρξία των πραγματικών περιστατικών, επί των οποίων εστηρίχθη η κρίση της διοικήσεως (βλ.

ΣτΕ 794 /1999 και 4796/1997, ΣτΕ 1647/1997 και ΣτΕ 1151/1997), γεγονός μη συντρέχον στην κρινομένη υπόθεση, κατά την οποίαν η κρίση του Δικαστηρίου τούτου κατ’ ουσίαν δεν απέστη της αντίστοιχης των διοικητικών οργάνων και δικαστηρίων εν σχέσει προς την μορφήν του εδάφους του επιδίκου. Ορθώς, επομένως, εξετιμήθησαν οι αποδείξεις υπό του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως προς το αποκλειστικό αντικείμενο της παρούσης διαφοράς, ήτοι ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς επί του επιδίκου...".

Ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η σχετική αναγνωριστική κυριότητας επί του επιδίκου αγωγή του αναιρεσίβλητου. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι, όπως έκρινε: α) δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του Ν. ΔΞΗ/1912 και του άρθρου 21 του ΝΔ 22-4/16-5-1926, κατά τα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο κατά το σχετικό μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, ο οποίος στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημόσιο κτήμα, ενώ, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης τούτο δεν είναι δημόσια αλλά ιδιωτική έκταση, και β) διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα τόσο ως προς το μη δασικό χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, όσο και ως προς την επ’ αυτού άσκηση διακατοχικών πράξεων επιδηλωτικών της νομής του αμέσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος (αναιρεσίβλητου) Ι.

Π. που αρκεί χρονικά (1970-1996) για την κτήση από τον τελευταίο της κυριότητάς του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (άρθρο 1045 ΑΚ), χωρίς, συνακόλουθα προς τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ανάγκη αφενός προσμέτρησης στον ανωτέρω χρόνο νομής και εκείνου των απωτέρου και απωτάτου δικαιοπαρόχων του Π.

Δ. (1950-1970) και Ο. Κ. (1885-1940), οι οποίοι αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση διηγηματικά και μόνο, δίχως να επιστηρίζεται στα χρονικά διαστήματα της νομής τους το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα και αφετέρου αναφοράς της απαραίτητης έγκυρης δικαιοπραξίας για τη μεταβίβαση του επιδίκου με συμβολαιογραφικό έγγραφο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 45 του Κώδικα χαρτοσήμου, για το πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ (23-2-1946) χρονικό διάστημα.

Ως εκ τούτου οι τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Σύμφωνα με τα από 3 Φεβρουαρίου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου και ιδίως κατά τους ορισμούς του άρθρου 5 του πρώτου, του μοναδικού άρθρου του δευτέρου και του άρθρου 1 του τρίτου, με τα οποία πρωτόκολλα αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη της Ελλάδας ως ανεξάρτητου Κράτους και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου στο μέλλον ως προς τις πρώην ιδιοκτησίες στην Ελλάδα των Οθωμανών, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία, κατά τον χρόνο υπογραφής των προαναφερομένων τριών πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς πρώην κυρίους αυτών που αναχώρησαν από τα απελευθερωθέντα μέρη της Ελλάδας και τα οποία δεν είχαν καταλειφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων.

Σε περίπτωση δε προβολής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου (αγωγικού ή κατ’ ένσταση) ισχυρισμού που αφορά την κτήση κυριότητας ακινήτου ανήκοντος στις, ως άνω, κατηγορίες, το βάρος της απόδειξης τούτου φέρει εκείνο. Το αυτό βάρος απόδειξης φέρει το Ελληνικό Δημόσιο και στις περιπτώσεις που προβάλλει (αγωγικό ή κατ’ ένσταση) ισχυρισμό ιδίας κυριότητας για το λόγο ότι το επίδικο α) αποτελούσε πάντοτε δασική έκταση, για την οποία κανείς από την έναρξη της ισχύος του βδ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν εμφάνισε εντός της προθεσμίας του άρθρου 3 παρ. 1 του άνω διατάγματος τίτλους ιδιοκτησίας για την αναγνώρισή του ως κυρίου, β) από την έναρξη της ισχύος του βδ από 3/15-12-1833 αποτελούσε λιβάδι ή βοσκότοπο (ΑΠ 1690/1985) και γ) ήταν αδέσποτη έκταση κατά τον χρόνο ισχύος του βδ 10-7-1837.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους.

Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποιά από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποιά για έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης και την εισαγωγή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του το δικαστήριο την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.

Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, κατά το οποίο ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης (ΑΠ 309/2015, ΑΠ 1374/2013).

Τέλος, κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής (και όχι αρνητικός της αγωγής) ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του εφεσίβλητου.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 41/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση: Α) με τον δεύτερο και τρίτο κατά το σχετικό μέρος τους αναιρετικούς λόγους η από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ως προς το ότι το Εφετείο εσφαλμένα αξιολόγησε ως ενστάσεις τους περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου ακινήτου λόγω του ότι τούτο υπήρξε αφενός 1) ιδιοκτησία Οθωμανών, την οποία κατέλαβε και εδήμευσε το ίδιο ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους, 2) δάσος, καθώς δεν προσήχθη από κανένα ιδιοκτήτη νόμιμος τίτλος ιδιοκτησίας επ’ αυτού στην Γραμματεία των Οικονομικών εντός έτους από τη δημοσίευση του β.δ.

της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", 3) λιβάδι ή βοσκότοπος και 4) αδέσποτη έκταση κατά τον χρόνο ισχύος του β.δ. 10-7-1837 και αφετέρου δημόσιο κτήμα με βάση την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 3 Φεβρουαρίου, 4/16 Ιουνίου και 19-6/1-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου. Αμφότεροι οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι καθόσον όλοι οι, ως άνω, προβληθέντες ισχυρισμοί, εκ των οποίων μάλιστα οι υπ’ αριθ. 3 και 4 απορρίφθηκαν από το Εφετείο ως αόριστοι, χαρακτηρίζονται, κατά τα προεκτεθέντα, ως ενστάσεις καταλυτικές της αγωγής, Β) με τον τρίτο και τέταρτο κατά το σχετικό μέρος τους αναιρετικούς λόγους η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ως προς το ότι το Εφετείο παρά το νόμο αφενός δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη δεν έλαβε υπόψη τον νομοτύπως προβληθέντα από το αναιρεσείον τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ’ έφεση ισχυρισμό ότι το επίδικο ανήκει κατά κυριότητα σ’ εκείνο ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους με βάση την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 3 Φεβρουαρίου, 4/16 Ιουνίου και 19-6/1-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου και αφετέρου έλαβε υπόψη πράγματα που ουδέποτε προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και δη ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητά του "δυνάμει του ...1996 συμβολαίου γονικής παροχής του πατέρα του, ο οποίος το είχε αποκτήσει το 1970 με άτυπη αγορά από τον Π.

Δ., ο οποίος επίσης το είχε αποκτήσει άτυπα το 1950, ενώ απώτατος νομέας του ακινήτου ήτο ο Ο. Κ., ο οποίος κατείχε τούτο αδιαλείπτως επί τουλάχιστον τριακονταετία και δη από του έτους 1885 έως του έτους 1940". Αμφότεροι οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι, ο μεν τρίτος διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από το αναιρεσείον, ως άνω, ισχυρισμό, τον οποίο και απέρριψε ως αναπόδεικτο, εντεύθεν δε κατ’ ουσίαν αβάσιμο, ο δε τέταρτος διότι στο από 13-12-2006 εισαγωγικό αγωγικό δικόγραφο του αναιρεσίβλητου αναφέρεται τόσο το υπ’ αριθ. ...1996 νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Παναγούλας Μαυροειδή, όσο και οι γενόμενες ατύπως κατά τα έτη 1970 και 1950 αγορές του επιδίκου από τον άμεσο και απώτερο δικαιοπαρόχους του Ι.

Π. και Π. Δ., ενώ όσον αφορά τον απώτατο δικαιοπάροχό του Ο. Κ., πέραν του ότι ο αναφερόμενος στην πληττόμενη απόφαση χρόνος νομής του (1885 έως 1940) δεν ασκεί έννομη επιρροή στην επικαλούμενη με έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο, εφόσον ο απαιτούμενος κατά τον ΑΚ χρόνος (εικοσαετία, άρθρο 1045 ΑΚ) είχε ήδη συμπληρωθεί στο πρόσωπο του αμέσου δικαιοπαρόχου του (1970 έως 1996) και συνεπώς δεν απαιτείτο περαιτέρω έρευνα σε προγενέστερο αυτού χρόνο, αναφέρεται διηγηματικά και μόνο στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "....Επιπροσθέτως πρέπει να επισημανθεί, ανεξαρτήτως του ότι δεν περιλαμβάνεται αντίστοιχη εξιστόρηση διά του αγωγικού δικογράφου, πλην, όμως, ανταποδεικτικώς προέκυψεν από τα εκ μέρους του εφεσιβλήτου-ενάγοντος μετά νομίμου επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα εις αντίκρουσιν της κάτωθι αναφερομένης ενστάσεως ιδίας κυριότητος του Ελληνικού Δημοσίου, ότι απώτατος νομεύς του ακινήτου τούτο, ήτο ο Ο.

Κ., ο οποίος κατείχε τούτο αδιαλείπτως επί τουλάχιστον τριακονταετία και δη από του έτους 1885 έως του έτους 1940 διανοία κυρίου και καλή τη πίστει-υπό την έννοιαν ότι διά της κυριεύσεως τούτου είχε ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέβαλεν κατ’ ουσίαν δικαίωμα κυριότητος τρίτου- και ούτως είχε καταστεί κύριος αυτού δι’ εκτάκτου χρησικτησίας" και Γ) με τον με τον τέταρτο κατά το σχετικό μέρος του αναιρετικό λόγο η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ως προς το ότι το Εφετείο " δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση υπήρξε αντικείμενο χρησικτησίας κατά το διάστημα 1885 έως 1940 από τον Ο.

Κ., χωρίς κάτι τέτοιο να έχει κατατεθεί από κανένα μάρτυρα, όπως εξάλλου βεβαιώνει και η προσβαλλόμενη όταν αναφέρεται στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσίβλητου που μιλούν για πράξεις στο επίδικο από το 1940 και εντεύθεν". Ο λόγος αυτός είναι, κατά τα προεκτεθέντα, αβάσιμος διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο οριοθετούμενος διηγηματικά στην πληττόμενη απόφαση χρόνος νομής του απώτατου δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου Ο.

Κ. (1885 έως 1940) δεν ασκεί έννομη επιρροή στην επικαλούμενη με έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητας του επιδίκου από εκείνον (αναιρεσίβλητο), εφόσον το απαιτούμενο προς τούτο, υπό την ισχύ του ΑΚ, χρονικό διάστημα (εικοσαετία κατ’ άρθρο 1045 ΑΚ) είχε ήδη συμπληρωθεί στο πρόσωπο του αμέσου δικαιοπαρόχου του Ι.

Π. (1970 έως 1996) και επομένως αυτός (χρόνος νομής Ο. Κ.) δεν αποτελεί πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-12-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 8/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ