Legislator Case Law & Legislation
571/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on Article 63 of the Decanese Cadastre Regulations regarding acquisitive prescription. The court rejects the argument that subdividing a property avoids the 15-year prescription bar. The court holds that subdivision does not alter the original boundary line. The court finds the lower court's acceptance of acquisitive prescription correct. The appeal is dismissed and the appellant is ordered to pay costs.

Case Number 571/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision recognizing a 15-year acquisitive prescription over a specific property parcel. The appellant argued that Article 63 of the Decanese Cadastre Regulations barred prescription if it altered boundary lines, claiming subdivision avoided this prohibition. The court ruled that subdivision does not change the original boundary line between the split parcel and the neighbor's share, thus the prescription remains valid. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Article 63 of the Decanese Cadastre Regulations; The court holds that subdividing one of two adjacent properties into separate parcels does not constitute a modification of the original boundary line recorded in the cadastre, and therefore does not trigger the prohibition on acquisitive prescription under Article 63.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription subdivision of property boundary line modification Decanese Cadastre Regulations adjacent properties legal title acquisition property boundary dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 63 of the Decanese Cadastre Regulations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 571 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 571/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Κ. Κ. ΑΕ", που εδρεύει στην Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Στεφανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν. Κ. του Η., 2. Κ. Η. του Ν. και 3. Ε. Κ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Περίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 578/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 239/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-9-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από -1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 63 παρ.2 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου η 15ετής παραγραφή, στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 του ίδιου άρθρου, δεν επιτρέπεται οσάκις έχει ως συνέπεια την τροποποίηση των συνόρων των καταγεγραμμένων ακινήτων. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής: α) η μεταβολή που έχει ως συνέπεια το μη επιτρεπτό (απαράδεκτο) της κτητικής παραγραφής, πρέπει να συνεπάγεται αναγκαίως τη μεταβολή της διαγραφόμενης στον κτηματολογικό χάρτη μεθοριακής γραμμής και για τα δύο όμορα ακίνητα και β) με τη διάταξη αυτή επιδιώκεται η αποτροπή της, δια της, με τη μέθοδο της χρησικτησίας, λαθραίας μεταβολής των αποτυπωθέντων στον οικείο κτηματολογικό χάρτη συνόρων ομόρων ακινήτων με τις βαθμηδόν και κατ' ολίγον μετατοπίσεις αυτών σε βάρος του ιδιοκτήτη ενός απ' αυτά, καθόσον τέτοια ενέργεια συνεπάγεται ρευστότητα καταστάσεως δυσδιάκριτη ως εκ της συνεχόμενης γύρω από το όριο νομής.

Τούτο προδήλως δεν συμβαίνει επί τεμαχισμού του ενός των ομόρων ακινήτων σε δύο ή περισσότερα χωριστά και διακεκριμένα ακίνητα, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή δεν επέρχεται τροποποίηση στα αρχικά σύνορα των ακινήτων που χαράχθηκαν στον κτηματολογικό χάρτη, αφού αυτά υφίστανται πάντα ως οριοθετική γραμμή μεταξύ του αποσπασθέντος τμήματος του κατατμηθέντος ακινήτου και της όμορης μ' αυτό άλλης κτηματομερίδας του γείτονα.

Πραγματικά στην περίπτωση αυτή, της διαιρέσεως ενός των όμορων ακινήτων και της αποσπάσεως απ' αυτό ενός συγκεκριμένου και χωριστού "φυσικώς" τμήματος για τη δημιουργία νέας χωριστής μερίδας, το ήδη χαραγμένο σύνορο μεταξύ των ακινήτων αυτών (ομόρων) παραμένει άθικτο και κατέχει και μετά την απόσπαση αυτή την ίδια ακριβώς θέση που είχε χαραχθεί στον κτηματολογικό χάρτη.

Με την έννοια αυτή είναι επιτρεπτή η προβολή της κτητικής παραγραφής που αφορά μέρος του ενός από τα καταγεγραμμένα στο κτηματολόγιο όμορα ακίνητα, εφόσον μ' αυτή δεν επέρχεται μεταβολή στη συνοριακή γραμμή τους. Δηλαδή είναι επιτρεπτή η προβολή της 15ετούς κτητικής παραγραφής, όταν μ' αυτή δεν σκοπείται μεταβολή της αναγνωρισμένης μεθοριακής γραμμής, αλλά η νομιμοποίηση της κατοχής του γείτονα συνεπεία χρησικτησίας ενός συγκεκριμένου και σαφώς καθορισμένου τμήματος του γειτονικού ακινήτου.

Με την έννοια αυτή και το ίδιο πνεύμα είναι επιτρεπτή η αναγνώριση της κτητικής αυτής παραγραφής, εφόσον αυτή αφορά σε συγκεκριμένο και σαφώς καθοριζόμενο εδαφικό τμήμα γειτονικής μερίδας και όχι σε χρησικτησία λωρίδας περί τα όρια ομόρων ακινήτων, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την απαγορευμένη τροποποίηση αυτών, ή, κατ' άλλη διατύπωση, είναι επιτρεπτή η προβολή ένστασης χρησικτησίας όταν αυτή (χρησικτησία) αφορά μέρος του ενός από τα καταγεγραμμένα στο κτηματολόγιο όμορα ακίνητα και έτσι μ' αυτή δεν επέρχεται μόνο μεταβολή της συνοριακής γραμμής, αλλά ουσιαστική αλλοίωση της έκτασης των ομόρων ακινήτων, όταν δηλαδή η χρησικτησία αφορά τμήμα ακινήτου τόσης έκτασης, ώστε, κατά την κοινή αντίληψη, να υπερβαίνει την απλή περί τα όρια διαφορά.

Στην προκείμενη περίπτωση, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης, προβάλλει την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της διάταξης του άρθρου 63 παρ. 2 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και ειδικότερα της εσφαλμένης ερμηνείας και της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, γιατί το Εφετείο δέχθηκε ότι για την εφαρμογή της διάταξης αυτής "η τροποποίηση της μεθοριακής μεταξύ των δύο ακινήτων γραμμής, πρέπει να γίνεται καθόλο το μήκος της, και πρόσθετα ότι η συγκεκριμένη τροποποίηση δεν μπορεί να αναφέρεται σε σαφές και διακεκριμένο εδαφικό τμήμα, που κείται στο όριο των δύο όμoρων ακινήτων, έστω και μικρότατης έκτασης, όπως στην προκειμένη περίπτωση από 7,90 τετραγωνικά μέτρα, και το οποίο δεν επιφέρει μεταβολή της συνοριακής τους γραμμής ούτε και ουσιαστική αλλοίωση της έκτασης αυτών, πράγμα ωστόσο, που σε κάθε περίπτωση, αντιτίθεται προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αφού και μεταβολή, έστω μερικώς, της μεθοριακής μεταξύ τους γραμμής επήλθε, και η έκταση αυτών αλλοιώθηκε, με την προσθαφαίρεση σ' αυτά, αντίστοιχα, του επίδικου εδαφικού τμήματος από 7,90 τετραγωνικά μέτρα".

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "... Περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους δεκαπενταετής κτητική παραγραφή επί τμήματος της μερίδας ΙΙ-152 C της εναγομένης, επιφανείας 7,90 τ.μ., το οποίο περιγράφεται με τα στοιχεία α, β, γ, α στο από 9-12-2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.

Μ., το οποίο έχει επισυναφθεί στην κρινόμενη αγωγή. Σύμφωνα δε με τα προαναφερόμενα και ειδικά από την έκταση του επιδίκου ιμήματος, σε συνδυασμό και με τη θέση αυτού, που δεν είναι καθ' όλο το μήκος των συνόρων των όμορων ακινήτων των ήδη αντιδίκων, προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή δεν αφορά χρησικτησία η οποία έχει ως συνέπεια την τροποποίηση των ορίων των δυο αυτών ακινήτων των διαδίκων και ως εκ τούτου απαγορευμένη, αλλά χρησικτησία επί σαφούς και διακεκριμένου τμήματος, συνεπαγόμενη μη μεταβολή της συνοριακής γραμμής αλλά ούτε και ουσιαστική αλλοίωση της εκτάσεως των δύο αυτών ομόρων ακινήτων, όπως αντιθέτως εσφαλμένα έκρινε η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή των εναγόντων, Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι τα ακίνητα των διαδίκων χωρίζονται με τοιχίο επί του οποίου η εναγομένη έχει επιστηρίξει τζαμαρία με αλουμινένια στηρίγματα.

Από τις φωτογραφίες, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες, διαφαίνεται ότι το επίδικο τμήμα είναι ενοποιημένο γεωφυσικά με το όμορο ακίνητό τους. Ο μάρτυρας που εξετάσθηκε με την επιμέλεια των εναγόντων βεβαιώνει ότι πραγματικά η αρχική τιτλούχος, Ε. συζ. Η. Κ., μητέρα του, από το έτος 1961 που ανήγειρε στο οικόπεδό της κτίσμα έκανε είσοδο επί του επίδικου τμήματος, το πλακόστρωσε, έφτιαξε το τοιχίο, τοποθέτησε γλάστρες και εγκατέστησε το ρολόι παροχής νερού του πρώτου (Α) ορόφου, και ότι το νεμόταν και το κατείχε με διάνοια κυρίου και χωρίς διακοπή, ασκώντας επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής που ταίριαζαν στη φύση του, μέχρι τον θάνατό της (1983), χωρίς αμφισβήτηση από κανέναν.

Ακολούθως, όπως καταθέτει και ο ως άνω μάρτυρας, μετά τον θάνατο της τελευταίας υπεισήλθαν στη συννομή του επίδικου τμήματος οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων κατά τους χρόνους που προαναφέρθηκαν, κατέχοντας αυτό με διάνοια κυρίου και χωρίς διακοπή, ασκώντας επ' αυτού παρόμοιες πράξεις νομής και ειδικότερα χρησιμοποιώντας το εν λόγω τμήμα ως είσοδο για την πρόσβαση στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, τοποθετώντας αποχετευτικό σύστημα και καλλωπιστικά φυτά, επιμελούμενοι την καθαριότητα του χώρου και ασκώντας επ' αυτού την αρμόζουσα εποπτεία και συντήρηση, χωρίς αμφισβήτηση από κανέναν.

Τέλος, οι ενάγοντες, από τα έτη 1983, 1988 και 1993, αντιστοίχως, κατέχουν και νέμονται το επίδικο τμήμα με διάνοια κυρίου και χωρίς διακοπή, ασκώντας επ' αυτού παρόμοιες πράξεις νομής και ειδικότερα χρησιμοποιώντας και αυτοί, όπως οι δικαιοπάροχοί τους, το εν λόγω τμήμα ως είσοδο για την πρόσβαση στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, τοποθετώντας καλλωπιστικά φυτά, επιμελούμενοι την καθαριότητα του χώρου και ασκώντας επ' αυτού την αρμόζουσα εποπτεία και συντήρηση, χωρίς αμφισβήτηση από κανέναν.

Η αντίθετη δε εκδοχή, δεν προκύπτει ούτε από την ένορκη κατάθεση της Ε. Κ., μετόχου της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, η οποία δεν κρίνεται πειστική ως αόριστη και ασαφής ... Κατ' ακολουθία η κυριότητα του επίδικου τμήματος έχει περιέλθει στους ενάγοντες αφού, από τα έτη 1983, 1988 και 1993, αντιστοίχως, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της τρίτης των εναγόντων Δ.

Κ. από το έτος 1966, μέχρι και το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (Απρίλιος 2006), έχει παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος των δεκαπέντε ετών, καθ' όλη την διάρκεια του οποίου οι ενάγοντες ενέμοντο το επίδικο με διάνοια κυρίου". Με βάση τις παραδοχές αυτές και όσες δεν αναφέρθηκαν, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 578/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου και δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή περί συμπλήρωσης στο πρόσωπό τους του χρόνου της κτητικής παραγραφής επί του επιδίκου τμήματος ακινήτου, την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει ως μη νόμιμη, ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να δεχθεί δηλαδή, ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο των εναγόντων η 15ετής κτητική παραγραφή επί του σαφούς και διακεκριμένου επιδίκου οικοπεδικού τμήματος (7,90τ.μ.), του οποίου, όπως επίσης ανέλεγκτα δέχθηκε, η θέση δεν είναι καθ' όλο το μήκος των συνόρων των ομόρων ακινήτων των διαδίκων και άρα δεν συνεπάγεται μεταβολή της μεθοριακής γραμμής για τα δύο όμορα ακίνητα, αλλά ούτε και ουσιαστική αλλοίωση της έκτασης αυτών, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 63 παρ. 2 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που επικαλείται η αναιρεσείουσα.

Επομένως, ο ερευνώμενος μοναδικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Κ. Κ. Α.Ε.", για αναίρεση της 239/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) €.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ