Legislator Case Law & Legislation
571/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unreasoned damages claim due to vague grounds and lack of specific error identification.

Case Number 571/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two Greek companies against a lower court judgment awarding damages to a French company. The appellants argued the lower court lacked reasoning for awarding moral damages without explicitly citing 'moral damage' or 'tort' in the original complaint. The court rejected this as an inadmissible and unfounded ground for appeal because the complaint did contain a claim for moral damage based on the infringement of reputation and unfair competition.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 and 13 of Law 146/1914 on Unfair Competition; An appeal based on alleged lack of reasoning or contradiction is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the exact error or contradiction in the lower court's reasoning.

Keywords

AI generated
unfair competition moral damages lack of reasoning inadmissible appeal reputation infringement legal reasoning Greek Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 146/1914
Article 13 paragraph 1 of Law 146/1914
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 571 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 571/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών-καθ' ων η κλήση: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΕ ΓΚΡΑΝΤ ΤΡΑΒΕΛ ΜΠΙΡΟ Εμπορικές Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε." που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Φ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ραμουτσάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων-καλουσών: 1) Γαλλικής εταιρείας με την επωνυμία "LEGRAND S.A." που εδρεύει στη Γαλλία και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΕΓΚΡΑΝ ΑΕΒΕ Ηλεκτρολογικού Υλικού" και με το διακριτικό τίτλο "LEGRAND" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Καμινάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 365/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 366/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 5-12-2006 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 948/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούσες-αναιρεσίβλητες με την από 17-11-2009 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 30-4-2008 έκθεση της ήδη προαχθείσης σε Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Αρεοπαγίτου Ρένας Ασημακοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αναιρεσειουσών στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν το άρθρο 1 ν.146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού "Απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γινομένη πράξις, αντικειμένη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθή προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας" κατά δε το άρθρο 13 παρ.1 του ίδιου νόμου "Όστις κατά τας συναλλαγάς ποιείται χρήσιν ονόματός τινος, εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως ή εντύπου τινός κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέση σύγχυσιν με το όνομα, την εμπορικήν επωνυμίαν ή το ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα άτινα έτερος νομίμως μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθή υπό του τελευταίου εις παράλειψιν της χρήσεως.

Υποχρεούται δε προς τούτοις απέναντι του ζημιωθέντος εις ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας εάν εγνώριζεν ή ώφειλε να γνωρίζη ότι δια της καταχρήσεως ταύτης ηδύνατο να προκληθή σύγχυσις". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: α) για την εφαρμογή του άρθρου 1 απαιτείται η πράξη αφενός να έγινε προς το σκοπό ανταγωνισμού και αφετέρου να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση, β) για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος απαιτείται δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει και γ) για να γεννηθεί υποχρέωση για αποζημίωση (και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) πρέπει εκείνος που χρησιμοποιεί το όνομα, την εμπορική επωνυμία ή το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα τα οποία άλλος μεταχειρίζεται νόμιμα, να γνώριζε ή να όφειλε να γνωρίζει ότι με τη χρήση αυτή μπορούσε να προκληθεί σύγχυση.

Εξάλλου κατά το άρθρο 26 παρ.1 εδ. α Ν. 2239/1994 "περί σημάτων" όποιος χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα που ανήκει σε άλλον μπορεί να εναχθεί επί παραλείψει ή αποζημιώσει ή και για αμφότερα. Περαιτέρω κατά το άρθρο 20 παρ.1 του ίδιου νόμου, το δικαίωμα που παρέχει το σήμα στο δικαιούχο του δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνσή τους, ως και ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους, καθώς και το ίδιο το σήμα, αν τούτο είναι αναγκαίο προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως δε όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά (εδ.

α). Η χρήση αυτή πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι εν είδει σήματος (εδ. β). Με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 20 παρ.1 ν.2239/1994 ρυθμίζεται η ειδική περίπτωση της συγκρούσεως σήματος που αποτελείται από όνομα ή προσδιοριστικές δηλώσεις εμπορεύματος προς παρεμφερές όνομα ή παρεμφερείς δηλώσεις τις οποίες χρησιμοποιεί άλλος ανταγωνιστής.

Η δε σύγκρουση αυτή αίρεται με τον περιορισμό των από το πρώτο σήμα απορρεουσών εξουσιών υπέρ των άλλων ανταγωνιστών και της ολότητας. Δηλαδή με την κατάθεση του πρώτου σήματος δεν εμποδίζεται άλλος να χρησιμοποιήσει το όνομα, την επωνυμία, τη διεύθυνσή του κ.λπ., αν η χρησιμοποίηση αυτή δεν γίνεται "εν είδει σήματος" (Α.Π. 330/2007).

Εξάλλου κατά μεν το άρθρο 39 ν.2239/1994 "περί σημάτων" η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει 45 ημέρες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (που έλαβε χώρα στις 16-9-1994), ήτοι από την 1-11-1994, κατά δε τα άρθρα 36 παρ.1 και 38 παρ.4 του ίδιου νόμου από της κατά το άρθρο του 39 ισχύος αυτού καταργήθηκε ο προϊσχύων α.ν. 1998/1939 (Α.Π. 606/2005, Α.Π. 1483/2004), συνεπώς και οι αντίστοιχες προς τα άρθρα 26 και 20 ν.2239/1994 διατάξεις των άρθρων 24 παρ.1 και 18 α.ν.1998/1939, με την πρώτη από τις οποίες οριζόταν ότι "όστις χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα ανήκον εις άλλον δύναται να εναχθή επί παραλείψει ή αποζημιώσει ή και δι' αμφότερα" και με τη δεύτερη "δια της καταθέσεως του σήματος δεν εμποδίζεται άλλος, όπως χρησιμοποιή το όνομα, την επωνυμίαν, την κατοικίαν αυτού, ως και δηλώσεις περί του είδους, του χρόνου και του τόπου παραγωγής, περί της ποιότητος, του προορισμού, της τιμής ή του βάρους προϊόντος τινός ή εμπορεύματος ομοειδούς, εφ' όσον η χρησιμοποίησις αυτών δεν γίνεται εν είδει σήματος".

Και ναι μεν από την τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 18 α.ν. 1998/1939) συνάγεται ότι δυναται τρίτος να χρησιμοποιεί όμοιο ή παρεμφερές όνομα ή την επωνυμία του εν είδει σήματος επί μη ομοειδών προϊόντων, η εφαρμογή όμως της διατάξεως αυτής περιορίζεται μόνο στις ατομικές επωνυμίες, από δε τις εταιρικές μόνο σε εκείνες οι οποίες σχηματίζονται από αστικό όνομα.

Ειδικότερα από τη στάθμιση των συμφερόντων συνάγεται ότι μόνο στις προσωπικές επωνυμίες υπάρχει ανάγκη αποκλίσεως από την αρχή της προτεραιότητας, ενόψει του δεδικαιολογημένου συμφέροντος του φορέα του ιδίου ονόματος να χρησιμοποιεί τούτο στις συναλλαγές παρά την ύπαρξη προγενέστερου παρεμφερούς σήματος.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Η πρώτη ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία ιδρύθηκε το έτος 1953 και εδρεύει στην πόλη Limoges της Γαλλίας με την επωνυμία "S.A. LEGRAND", που έχει καταχωρηθεί στο μητρώο εμπορικών εταιρειών και επιχειρήσεων του εμποροδικείου της Limoges.

Από την ίδρυσή της ασκεί εμπορική δραστηριότητα παγκοσμίως και στην Ελλάδα στον τομέα κατασκευής και διάθεσης ηλεκτρολογικού υλικού και εξοπλισμού, ηλεκτρικών συσκευών και συναφών και είναι δικαιούχος στην Ελλάδα των ακόλουθων σημάτων: 1) του υπ' αριθμ. 33587/2-6-1965 σήματος του Υπουργείου Εμπορίου, το οποίο έγινε δεκτό με την υπ' αριθμ.1715/1965 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, αποτελείται από τη λέξη "LEGRAND", αποτυπούμενη με κεφαλαία γράμματα του λατινικού αλφαβήτου και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα της κλάσης 9, δηλαδή ηλεκτρικές συσκευές και εξαρτήματα.

Η προστασία αυτού παρατάθηκε με συνεχείς ανανεώσεις μέχρι τις 2-6-2005, β) του υπ' αριθμ.58086/27-1-1977 σήματος του Υπουργείου Εμπορίου, το οποίο έγινε δεκτό με την υπ' αριθμ.4352/1977 απόφαση της ως άνω Διοικητικής Επιτροπής, αποτελείται από τη λέξη "LEGRAND", αποτυπούμενη με μικρά ευμεγέθη και έντονα γράμματα του λατινικού αλφαβήτου "legrand" και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα των κλάσεων 6, 8, 9, 11, 17 και 20, δηλαδή ηλεκτρικές συσκευές, όπως σειρές πλακών ενδείξεως, αποσυνδέτες, συσκευές ανιχνεύσεως της λειτουργίας ασφαλειών τήξεως, πρίζες ρεύματος, ρευματολήπτες, συνδετήρες, βάσεις λυχνίας, διακόπτες κυκλώματος, τηκτικές ασφάλειες, τηλεδιακόπτες και άλλα παρεμφερή.

Η προστασία αυτού παρατάθηκε μετά από συνεχείς ανανεώσεις μέχρι τις 27-1-2007, γ) του υπ' αριθμ.84176/24-11-1986 σήματος του Υπουργείου Εμπορίου, το οποίο έγινε δεκτό με την υπ' αριθμ.5893/1987 απόφαση της αυτής ως άνω Επιτροπής, αποτελείται από τη λέξη "LEGRAND", που αποτυπώνεται με μικρά, ευμεγέθη και έντονα γράμματα του λατινικού αλφαβήτου και συνοδεύεται από απεικόνιση ενός τετραγώνου σχήματος με δύο εγκοπές, μία στην πάνω και μία στην κάτω πλευρά και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα των κλάσεων 7, 9 και 11, δηλαδή ηλεκτρικές συσκευές, όργανα και εξαρτήματα, εξαρτήματα συνδεσμολογίας για κατοικίες, εμπορικά κτίρια, λαμπτήρες πυρακτώσεως, φώτα νέον, σωλήνες φθορίου και άλλα συναφή.

Η προστασία του παρατάθηκε μέχρι τις 24-11-2006. Η δεύτερη ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, που ιδρύθηκε το 1981, έχει έδρα το Χαλάνδρι Αττικής και εμπορεύεται είδη ηλεκτρολογικού εξοπλισμού και υλικού, στα οποία συγκαταλέγονται τα ανωτέρω προϊόντα της πρώτης ενάγουσας, χρησιμοποιεί δε το σήμα "LEGRAND" ή "legrand" κατά παραχώρηση της πρώτης ενάγουσας.

Τα ως άνω προϊόντα της πρώτης ενάγουσας διατίθενται και κυκλοφορούν με το προαναφερόμενο σήμα της που συνιστά την επωνυμία και το διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης και έχουν τύχει ευρείας αποδοχής από το καταναλωτικό κοινό από όλες τις χώρες, λόγω της υψηλής ποιότητάς τους και της προέλευσής τους από αυτήν (πρώτη ενάγουσα).

Οι ενάγουσες κατέχουν την πρώτη θέση στην ελληνική αγορά μεταξύ των επιχειρήσεων του είδους τους, το δε καταναλωτικό κοινό έχει συνδέσει τη λέξη LEGRAND (λεγκράντ ή λεγκράν) με τη δραστηριότητά τους αυτή στον τομέα κατασκευής και εμπορίας ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, που εμφανίζεται υπό τη λέξη αυτή ως προερχόμενη από τις επιχειρήσεις τους, έχοντας έτσι καθιερωθεί ως διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων τους.

Η πρώτη ενάγουσα εξάλλου χρησιμοποιεί στο διαδίκτυο ηλεκτρονική διεύθυνση (όνομα περιοχής = domain name) με τα στοιχεία www.legrand.fr., όπου fr. σημαίνει γαλλική αγορά, στην οποία έχει συμπεριλάβει τη λέξη "legrand", που αποτελεί σήμα και διακριτικό της γνώρισμα, μέσω δε αυτού του domain name ανευρίσκεται από τους χρήστες στο διεθνές δίκτυο ηλεκτρονικών υπολογιστών (internet) και στη συνέχεια γίνεται παραπομπή των χρηστών στην ιστοσελίδα που διατηρεί αυτή στο διαδίκτυο μέσω της οποίας ασκεί εμπορική δραστηριότητα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με έδρα το δήμο Ηρακλείου Κρήτης, ιδρύθηκε το 2000 και δραστηριοποιείται στον τομέα των τουριστικών και ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, με τη διακίνηση Ελλήνων και αλλοδαπών τουριστών, την αντιπροσώπευση ελληνικών και αλλοδαπών τουριστικών γραφείων για τουριστικές και ναυτιλιακές εργασίες, την έκδοση εισιτηρίων, βίζας, διαβατηρίων και άλλων συναφών.

Αυτή διατηρεί τουριστικό πρακτορείο στην πόλη του Ηρακλείου και επί της οδού Εθνικής Αντιστάσεως αριθμ.122 και φέρει τον διακριτικό τίτλο "ΛΕ ΓΚΡΑΝΤ ΤΡΑΒΕΛ ΜΠΙΡΟ". Στις δε συναλλαγές της χρησιμοποιεί τον εν λόγω διακριτικό τίτλο αλλά με λατινική γραφή, ως "LE GRAND TRAVEL BUREAU S.A.". Οι λέξεις "LE GRAND" σημαίνουν στη γαλλική γλώσσα "το μεγάλο", ολόκληρος δε ο τίτλος σημαίνει "το μεγάλο τουριστικό γραφείο".

Με τον τίτλο αυτό η πρώτη εναγομένη διαφημίζει τη δραστηριότητά της και τον χρησιμοποιεί στα διάφορα διαφημιστικά φυλλάδια, μέρος των οποίων είναι στη γαλλική γλώσσα. Εκτός όμως από τη διαφήμιση αυτή, όπως αποδείχθηκε, έχει κατοχυρωθεί μέσω του τρίτου εναγομένου Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), που είναι ...

διαχειριστής των ηλεκτρονικών διευθύνσεων του διαδικτύου στην Ελλάδα, η ηλεκτρονική διεύθυνση (ή ονομασία πεδίου = domain name) υπό τα στοιχεία www.legrand.gr. όπου gr. σημαίνει ελληνική αγορά, στην οποία, ως εξ αυτής προκύπτει, έχει συμπεριληφθεί η λέξη "legrand", που αποτελεί σήμα, επωνυμία και διακριτικό γνώρισμα των εναγουσών.

Η εν λόγω καταχώριση έγινε ύστερα από αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Σ. Φ. ΕΠΕ", διαχειρίστρια της οποίας είναι η δεύτερη εναγομένη. Η πρώτη εναγομένη χρησιμοποιεί κατά παραχώρηση της ως άνω εταιρείας το όνομα domain name που η τελευταία έχει κατοχυρώσει, δεδομένου ότι η διαχειρίστρια της ΕΠΕ είναι το ίδιο πρόσωπο με τη νόμιμη εκπρόσωπό της, διευθύνοντα σύμβουλο και κυρία μέτοχο, ως κατέχουσα την πλειοψηφία των μετοχών της πρώτης εναγομένης.

Μέσω δε αυτού του domain name ανευρίσκεται από τους χρήστες στο διεθνές δίκτυο ηλεκτρονικών υπολογιστών (internet) και στη συνέχεια γίνεται παραπομπή των χρηστών στην ιστοσελίδα που χρησιμοποιεί η πρώτη εναγομένη στο διαδίκτυο, μέσω της οποίας ασκεί εμπορική δραστηριότητα. Η ένδειξη "legrand.gr." συνιστά εμφανώς πιστή αντιγραφή του διακριτικού γνωρίσματος των εναγουσών (επωνυμία, διακριτικό τίτλο, σήμα), τόσο ηχητική όσο και οπτική, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό και δη στους χρήστες του internet, καθόσον αυτοί που αναζητούν τις ενάγουσες θα βρεθούν στην ιστοσελίδα που χρησιμοποιεί η πρώτη εναγομένη, με συνέπεια να δημιουργείται σ' αυτούς η απατηλή εντύπωση είτε ότι υπάρχει σχέση συνεργασίας μεταξύ των αντιδίκων επιχειρήσεων είτε ότι η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης είναι ενταγμένη στον όμιλο επιχειρήσεων των εναγουσών είτε σε κάθε περίπτωση ότι υπάρχουν μεταξύ τους οργανωτικές ή οικονομικές σχέσεις.

Έτσι με τη συμπεριφορά της αυτή η πρώτη εναγομένη προσβάλλει τα δικαιώματα των εναγουσών στην επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και το νόμιμα κατοχυρωμένο σήμα τους. Στην ενέργειά της δε αυτή προέβη με σαφή πρόθεση να αυξήσει τον αριθμό των επισκέψεων στην ηλεκτρονική σελίδα που χρησιμοποιεί, εκμεταλλευόμενη τη σύγχυση που θα δημιουργήσει στο καταναλωτικό κοινό, σε βάρος των συμφερόντων των εναγουσών και της καλής τους φήμης.

Τούτο προκύπτει κυρίως από το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη δεν έχει προβεί σε καταχώριση δικής της ηλεκτρονικής διεύθυνσης, ενώ η ένδειξη "legrand.gr." που χρησιμοποιεί, αφενός μεν διαφέρει ουσιωδώς από τον πραγματικό διακριτικό της τίτλο (Le grand travel bureau), αφετέρου δε δεν συνοδεύεται από κάποιο διακριτικό, όπως το travel ή το tr ή κάποιο άλλο, ώστε να είναι ευχερής η διαφοροποίησή της από την επιχειρηματική δραστηριότητα των εναγουσών.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο διακριτικός τους τίτλος αποτελείται από δύο λέξεις "Le grand" και αν ακόμη τα domain name δεν μπορούν να έχουν κενά ανάμεσα στις λέξεις, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενες, θα μπρούσαν οι δύο αυτές λέξεις να χωρίζονται μεταξύ τους με παύλα, δηλαδή να ζητήσουν τη διεύθυνση "Le-grand.gr." ή με κάποιο άλλο σημείο στίξεως".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο έκανε δεκτή την έφεση των ήδη αναιρεσειουσών κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως (που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων) μόνο κατά το μέρος της κατά το οποίο αφορούσε το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως την οποία αναγνώρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι όφειλε η πρώτη αναιρεσείουσα να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες, απέρριψε δε κατά τα λοιπά την έφεση.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 6, 8 παρ.1, 14, 15, 17, 18, 21, 26, 31 και 33 ν.2239/1994 "περί σημάτων" και 1, 13 παρ.1 και 14 ν.146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού". Ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του περιέχεται και το στοιχείο της συγχύσεως του καταναλωτικού κοινού και εκείνο της υπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσείουσας, συνεπεία των οποίων αναγνωρίζεται η υποχρέωσή της για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως (και όχι αποζημιώσεως) λόγω ηθικής βλάβης στις αναιρεσίβλητες.

Περαιτέρω το εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 15, 17, 18 και 24 του α.ν.1938/1939 "περί σημάτων", αφού κατά τις παραδοχές του δεν πρόκειται περί αστικού ονόματος ή ατομικής επωνυμίας αλλά περί φανταστικής επωνυμίας με συστατικό στοιχείο της το επίθετο grand, η δε χρησιμοποίηση αυτής από την πρώτη εναγομένη γίνεται εν είδει σήματος, γιατί από τη χρησιμοποίηση αυτής δημιουργείται στην αντίληψη των σχετικών συναλλακτικών κύκλων η απατηλή εντύπωση είτε ότι υπάρχει σχέση συνεργασίας μεταξύ των αντιδίκων επιχειρήσεων είτε ότι η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης είναι ενταγμένη στον όμιλο επιχειρήσεων των εναγουσών είτε σε κάθε περίπτωση ότι υπάρχουν μεταξύ τους οργανωτικές ή οικονομικές σχέσεις.

Όλα δε αυτά ανεξαρτήτως του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέες οι δύο τελευταίες από τις πιο πάνω διατάξεις αλλά εκείνες των άρθρων 20 και 26 ν.2239/1994 αντίστοιχα, εφόσον η προστασία του σήματος των αναιρεσιβλήτων ζητήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του ν.2239/1994 (Α.Π. 1483/2004).

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 του ίδιου κώδικα, δηλαδή:

α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και δ) αν αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι το εφετείο δεν μπορεί να λάβει υπόψη αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό παρά μόνο αν προτάθηκε παραδεκτώς στον πρώτο βαθμό και επαναφέρεται νομίμως κατά τη διάταξη του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ. ή αν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των από 20-1-2004 εγγράφων προτάσεων τις οποίες υπέβαλαν οι αναιρεσείουσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου) και της από 1-3-2004 προσθήκης αυτών προκύπτει ότι με αυτήν οι αναιρεσείουσες προέβαλαν για πρώτη φορά την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων, επικαλούμενες για τη θεμελίωσή της ότι "η αγωγή ασκήθηκε μετά από εξάμηνο από τότε που έλαβε γνώση της δήθεν χρήσεως του διακριτικού τίτλου και κατ' επέκταση της δήθεν συγχύσεως του καταναλωτικού κοινού" και ότι "σε κάθε περίπτωση παρήλθε τριετία από τότε που πραγματώθηκε η εν λόγω πράξη....

αλλά και πενταετία κατ' άρθρο 937 Α.Κ.". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή ως απαράδεκτη γιατί προτάθηκε για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεών τους. Τον πιο πάνω ισχυρισμό τους επανέφεραν οι αναιρεσείουσες ενώπιον του εφετείου με λόγο εφέσεως, χωρίς όμως και πάλι να προσδιορίζουν ειδικότερα τα γεγονότα που τον θεμελίωναν και κυρίως το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής αλλά και χωρίς να επικαλούνται τη συνδρομή κάποιου από τους αναφερόμενους στα άρθρα 527 και 269 Κ.Πολ.Δ.

λόγους που να δικαιολογεί τη βραδεία προβολή του. Επομένως ο ισχυρισμός αυτός ήταν απορριπτέος ως απαράδεκτος. Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως αόριστο με τη σκέψη ότι οι αναιρεσείουσες δεν προσδιόριζαν ποια παραγραφή επικαλούνταν, δηλαδή την τριετή παραγραφή του άρθρου 26 παρ.2 ν.2239/1994 που ισχύει για την αποζημίωση σε περίπτωση προσβολής του σήματος, την εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ.

που ισχύει για την αξίωση παραλείψεως ή άρσεως της προσβολής του σήματος ή για την εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 19 ν.146/1914 που ισχύει για τις αξιώσεις για παράλειψη ή αποζημίωση οι οποίες πηγάζουν από το νόμο αυτό και ότι αυτές (οι αναιρεσείουσες) επίσης δεν προσδιόριζαν το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής.

Επομένως το εφετείο το οποίο έκρινε απορριπτέο τον πιο πάνω ισχυρισμό των αναιρεσειουσών αν και με διαφορετική αιτιολογία (η οποία αντικαθίσταται με την ανωτέρω κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.), κατέληξε σε ορθό διατακτικό και ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με το οποίο οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. (πράγματι δε το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ.), υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την ανωτέρω διάταξη νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους δεν υποχρεούται να απαντήσει το δικαστήριο (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 220/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτά προταθέντα με τις από 23-3-2006 έγγραφες προτάσεις που υπέβαλαν ενώπιον του εφετείου, ως οψιγενή, ισχυρισμό τους ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων παρεγράφησαν εν επιδικία διότι:

α) από το χρόνο επιδόσεως της αγωγής (13-12-2001) μέχρι την πρώτη συζήτηση αυτής (27-2-2004) και β) από τη δημοσίευση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (10-8-2004) μέχρι τη συζήτηση της εφέσεώς τους παρήλθε χρόνος που υπερέβαινε το εξάμηνο. Εν τούτοις από την παραδεκτή επισκόπηση των από 23-3-2006 εγγράφων προτάσεων που είχαν υποβάλει οι αναιρεσείουσες ενώπιον του εφετείου προκύπτει ότι αυτές δεν είχαν προβάλει τον ισχυρισμό που αναφέρεται πιο πάνω με το στοιχείο α, ανεξαρτήτως του ότι και αν τον είχαν προβάλει θα ήταν απαράδεκτος διότι αναφερόταν σε παραγραφή που κατά τις αναιρεσείουσες είχε συμπληρωθεί πριν από την πρώτη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και θα έπρεπε να είχε προταθεί ενώπιόν του.

Εξάλλου ο ισχυρισμός που αναφέρεται πιο πάνω με το στοιχείο β, τον οποίο πράγματι προέβαλαν οι αναιρεσείουσες, ήταν απορριπτέος ως αόριστος, με συνέπεια το εφετείο να μην έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν και ειδικότερα, ενώ οι αναιρεσείουσες επικαλούνταν παραγραφή που κατ' αυτές είχε συμπληρωθεί μεταξύ της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και της συζητήσεως της εφέσεώς τους, δεν ανέφεραν το χρόνο καταθέσεως της εφέσεώς τους η οποία οπωσδήποτε είχε μεσολαβήσει μεταξύ της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης και της συζητήσεως της εφέσεως.

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, κατά μεν το μέρος του κατά το οποίο οι αναιρεσείουσες παραπονούνται για την απόρριψη του ισχυρισμού τους με το στοιχείο α, ως απαράδεκτος (άρθρο 562 παρ.2 Κ.ΠολΔ.), κατά δε το μέρος του κατά το οποίο οι ίδιες παραπονούνται για την απόρριψη του ισχυρισμού τους με το στοιχείο β, ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 14 περ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείουσες επικαλούμενες το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. (πράγματι δε 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ.), αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο απέρριψε την ένστασή τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, την οποία παραδεκτά προέβαλαν με λόγο εφέσεως, με την αόριστη αιτιολογία ότι η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

καθώς και ότι δεν διατυπώνεται αίτημα απορρίψεως της αγωγής για την αιτία αυτή, ενώ τούτο σαφώς περιέχεται στις προτάσεις τους αλλά και στην έφεση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, η οποία έγκειται στο ότι οι αναιρεσείουσες δεν ισχυρίζονται και ότι τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων είχαν προβάλει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε, στην περίπτωση που δεν τον είχαν προβάλει, ότι συνέτρεχε κάποιος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ.

σε συνδυασμό με το άρθρο 269 του ίδιου κώδικα λόγους παραδεκτής βραδείας προβολής του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη: α) το …/16-10-1985 της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Αικατερίνης Σαλούστρου, β) την από 2-4-1986 άδεια του Ε.Ο.Τ.

με την επωνυμία "ΕΠΕ Μ Κ. Τουριστικές Επιχειρήσεις", με καταχώριση στο internet ως "Le grant.gr", σύμφωνα με την από 17-1-2001 σύμβαση του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (Ι.Τ.Ε.), από τα οποία προκύπτει η προτεραιότητα αυτών έναντι της δεύτερης αναιρεσιβλήτου, η οποία καταχώρησε το διακριτικό της τίτλο μεταγενέστερα, ήτοι στις 24-11-1986.

Από την παραδεκτή δε επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη, όπως κατά λέξη εκτίθεται σ' αυτήν και "όλα τα έγγραφα τα οποία με επίκληση (οι διάδικοι) προσκομίζουν". Από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται ειδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:

α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 39/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι επιδίκασε στις αναιρεσίβλητες τα αναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης χωρίς αιτιολογία, άλλως με αντιφατική αιτιολογία και ειδικότερα χωρίς η αγωγή να περιέχει τις λέξεις "ηθική βλάβη" και "αδικοπραξία" ούτε το στοιχείο της υπαιτιότητας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, η οποία έγκειται στο ότι από αυτόν δεν προκύπτει με σαφήνεια αν οι αναιρεσείουσες επικαλούνται έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή αντιφατικότητα αυτής, στην τελευταία δε περίπτωση σε τι συνίστανται οι αντιφάσεις της αιτιολογίας της.

Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος ως αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτη την από 3-12-2001 αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως προς το αίτημά της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της πιο πάνω αγωγής, προκύπτει ότι με αυτήν οι αναιρεσίβλητες για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της πρώτης αναιρεσείουσας της οποίας νόμιμη εκπρόσωπος είναι η δεύτερη αναιρεσείουσα, είχαν επικαλεσθεί συνοπτικά ότι η παράνομη από την πρώτη αναιρεσείουσα χρήση του αναφερόμενου διακριτικού τίτλου των δύο αναιρεσιβλήτων και εμπορικού σήματος της πρώτης αναιρεσιβλήτου έχει ως συνέπεια τη βλάβη του κύρους και της φήμης τους, καθόσον η πρώτη αναιρεσείουσα είναι κατωτέρου οικονομικού μεγέθους και φήμης και σκοπεί να εκμεταλλευθεί τη δική τους καλή φήμη, παράλληλα δε να αποκομίσει αθέμιτα οφέλη, βλάπτοντας το διακριτικό χαρακτήρα του σήματος της πρώτης αναιρεσίβλητης και ότι εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσείουσας υπέστησαν ηθική βλάβη.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2006 αίτηση για αναίρεση της 366/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ