Legislator Case Law & Legislation
571/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata when labor law regulations changed between prior and current claims.

Case Number 571/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's rejection of his wage difference claim. Although prior judgments established res judicata for earlier periods based on specific collective agreements, the court found no such preclusion for the disputed period because the applicable labor regulations had changed. Consequently, the court ruled that the new legal framework invalidated the previous judgments' binding effect on these specific future claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Res judicata does not apply to subsequent claims regarding the same legal relationship if the legal regime governing the consequences has changed since the prior judgment.

Keywords

AI generated
res judicata labor law collective agreement wage differences legal regime change preclusion appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324 and 331 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 16 of Section 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 571 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 571/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Παιδοψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Ξηρουχάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1404/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6061/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-10-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 13-1-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν απ` αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων των μισθωτών για την περίοδο εκείνη.

Έτσι, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις, που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύουσες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ (Ολ.

ΑΠ 10/2002). Περαιτέρω, με την υπ` αριθ. 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ` αριθ. 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίσθηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κ.λ.π. του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 32 αυτής ορίσθηκε ότι οι ηλεκτροτεχνίτες λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη και για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της υπ` αριθ. 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΑΥΕ 17663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).

Το νομικό καθεστώς των ως άνω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17.853/1989 και ίσχυσε από 1-7-1988. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοικήσεως, όπως συμπληρώθηκαν με το Ν. 1810/1988, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας, οι οποίοι είναι μέλη σωματείων, που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.

Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές απ` αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος (Ολ.ΑΠ 10/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής ο αναιρεσείων ο οποίος υπηρέτησε στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο από 19-6-1974 έως 21-4-1998 ως ηλεκτροτεχνίτης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνο και με αποδοχές που προβλέπονταν από τις οικείες Σ.Σ.Ε και Δ.Α, επικαλούμενος δεδικασμένο που απορρέει από τις αναφερόμενες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να του καταβάλει το ποσό των 1.720.685 δρχ.

για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1998 έως 21-4-1998 που προκύπτουν από τον μη υπολογισμό των νομίμων αποδοχών του με βάση τις ισχύουσες κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ΣΣΕ και ΔΑ και τη μη καταβολή σ' αυτόν της πρόσθετης αμοιβής του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975, του επιδόματος τριετιών εκ ποσοστού 50% επί του βασικού μισθού καθώς και του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 50% βάσει της υπ' αριθμ. 42/1981 ΔΔΔ Πειραιώς.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι με το ως άνω περιεχόμενο, η αγωγή δεν είναι νόμιμη, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων εργαζόμενος στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο ως ηλεκτροτεχνίτης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, εντάχθηκε από 1-7-1988 στο μισθολόγιο του προσωπικού δημόσιας διοίκησης, με βάση την από 22-12-1998 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, που κηρύχτηκε υποχρεωτική με την Α.Υ.Ε 17853/1989 και συνεπώς κατά το ένδικο χρονικό διάστημα οι αποδοχές του καθορίζονταν από την ως άνω ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και όχι από το προϊσχύον νομικό καθεστώς, στο οποίο ο αναιρεσείων στηρίζει και με βάση αυτό υπολογίζει τις ασκούμενες με την κρινόμενη αγωγή αξιώσεις του.

Και ναι μεν με βάση τις από 17-7-1989. 17-7-1989, 25-4-1996 και 12-6-1998 προηγούμενες αγωγές του αναιρεσείοντος, εκδόθηκαν αντίστοιχα οι επικαλούμενες 5960/1991, 8858/1996, 3108/1998, 1443/2002 και 9301/2001 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών καθώς και η 745/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, με τις οποίες κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας του αναιρεσείοντος διέπεται από τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις και μετά την 1-7-1988 που ίσχυσε η άνω ΕΣΣΕ και έτσι επιδικάστηκαν σ' αυτόν μισθολογικές διαφορές για τα χρονικά διαστήματα από 1-1-1985 έως 30-6-1989 (πρώτη αγωγή), από 1-7-1989 έως 31-12-1992 (δεύτερη αγωγή), και από 1-1-1993 έως 31-12-1995 (τρίτη και τέταρτη αγωγή), με βάση τις ΔΑ 42/1981 και 74/1982, πλην όμως από τις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις δεν παράγεται δεδικασμένο και για τις ασκούμενες με την ένδικη αγωγή όμοιες αξιώσεις του, που αφορούν διαφορές μεταξύ της καταβλητέας και καταβληθείσας αμοιβής για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 21-4-1998, αφού κατά το χρονικό διάστημα αυτό επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος από το οποίο διέπονταν μέχρι τότε οι αποδοχές του και με βάση το οποίο υπολογίστηκαν αυτές για τα χρονικά διαστήματα που έκριναν οι προηγούμενες αποφάσεις, δεδομένου ότι από 1-1-1996 έως 31-12-1997 ίσχυσε η νεότερη από 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η από 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, την οποία επικαλείται και ο αναιρεσείων προς προσδιορισμό των αποδοχών του για το ως άνω ένδικο χρονικό διάστημα.

Το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ο όρος 32 της ΔΑ 42/1981 παραπέμπει στο εκάστοτε ισχύον ημερομίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη, το οποίο καθορίζεται από τις ΕΓΣΣΕ, αφού η παραπομπή αυτή δεν αναιρεί την επερχόμενη με κάθε νέα ΕΓΣΣΕ μεταβολή στο πλέγμα των διατάξεων που διέπουν τις απορρέουσες από την επίδικη έννομη σχέση έννομες συνέπειες.

Μετά ταύτα, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί ομοίως η αγωγή ως μη νόμιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ορθώς έκρινε ότι δεν προκύπτει δεδικασμένο από τις ως άνω αποφάσεις και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο από τις εν λόγω αποφάσεις είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού πλην της επικλήσεως της ως άνω διατάξεως, ουδέν έτερον αναφέρεται προς στήριξη του από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενου λόγου.

Τέλος, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης γιατί περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως (559 αρ. 19) αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη με την οποία η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη όπως στην προκείμενη περίπτωση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-10-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6061/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ