Supreme Court dismisses appeal against interim appellate decision due to procedural inadmissibility under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the appellants against a final appellate decision declaring the trial suspended due to a party's death. The appellants argued the court failed to consider specific evidence regarding a robbery incident, but the court ruled that such arguments improperly challenged the appellate court's final judgment on evidence. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it targeted a non-final decision, violating procedural requirements for appeals.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553(1) C.P.C.; Art. 577(2) C.P.C.: An appeal is inadmissible if filed against a non-final appellate decision, such as one suspending the trial due to a party's death, as it does not meet the statutory conditions for appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 571 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 571/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Χ1, δι΄ εαυτήν ατομικώς και ως έχουσα την αποκλειστική γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού της Χ2 και 2) Χ3, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αλεξάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Roswell Navigation Corp" (Ρόσγουελ Ναβιγκέισον Κορπ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο. 2) Ψ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1373/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 7807/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 17-5-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 5-12-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παριστάμενης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση α)..... β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή...." . Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει, ότι δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά εφετειακής αποφάσεως μη οριστικής, όπως είναι και η απόφαση του Εφετείου με την οποία κηρύσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 286 στοιχ.
δ΄ ΚΠολΔ, διακεκομμένη η δίκη λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου. Επομένως, η κατά τέτοιας (μη οριστικής) αποφάσεως ασκούμενη αναίρεση είναι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, απαράδεκτη και ως τέτοια απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 7807/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ασκούμενη από τους εκκαλούντες, απευθύνεται και κατά της Ψ1 υπό την ιδιότητά της ως μοναδικής κληρονόμου του από τους εφεσιβλήτους ...., ο οποίος φέρεται ότι απεβίωσε.
Το Εφετείο όμως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δεν έκρινε οριστικώς επί της εφέσεως καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά του τελευταίου διαδίκου, δεδομένου ότι ως προς αυτόν η δίκη κηρύχθηκε, όπως εκτιμάται, διακεκομμένη, ακριβώς λόγω του επελθόντος θανάτου του και έτσι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καθόσον απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης (Ψ1), ως προσβάλλουσα μη οριστική ως προς αυτήν απόφαση, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.-
2.- Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερόμενων στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου εργασιών και επιχειρήσεων, θεωρείται και ο θάνατος ή ο τραυματισμός του μισθωτού εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεόμενου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεώς του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το εξωτερικό αυτό αίτιο είναι, ενόψει των εκάστοτε περιστατικών που συντρέχουν, η πρόσφορη αιτία της επελεύσεως του θανάτου ή του τραυματισμού.
Ως ατύχημα δε που επήλθε με αφορμή την εργασία θεωρείται, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, και εκείνο το οποίο δεν αποτελεί την άμεση συνέπεια της εκτελέσεως της εργασίας, όπως είναι και εκείνο που επήλθε εκτός του τόπου και του χρόνου της εργασίας, συνδέεται όμως με αυτή με σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως εκ του ότι, λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες πραγματικές συνθήκες και περιστάσεις, που ήταν αναγκαίες για την επέλευσή του και οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία (ΑΠ 1357/2001, 1078/1985, 272/1979).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του ανωτέρω νόμου, ο παθών από εργατικό ατύχημα του άρθρου 1 και σε περίπτωση θανάτου αυτού τα αναφερόμενα στο άρθρο 6 του ίδιου νόμου συγγενικά του πρόσωπα δικαιούνται να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν ή όταν επήλθε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων εξ αιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών.
Στην τελευταία περίπτωση οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή να προσδιορίζουν τους όρους αυτούς, μνημονεύοντας και συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους για την επίτευξή τους και δεν αρκεί να επήλθε το ατύχημα από τη μη τήρηση όρων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας (άρθρο 662 ΑΚ) και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (Ολ ΑΠ 26/1995, ΑΠ 1357/2001).
Ο ως άνω κ.ν. 551/1915, κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 και 66 παρ. 2 του ΚΙΝΔ (ν. 3816/1958), είναι εφαρμοστέος και επί των ναυτικών, εργατικό δε ατύχημα αποτελεί και ο θάνατος ή τραυματισμός ναυτικού κατά τη διάρκεια της ψυχαγωγίας του, εφόσον αυτή, ως εκ των συγκεκριμένων συνθηκών εργασίας του, ήταν αναγκαία για εκείνον προς αποκατάσταση ή διατήρηση της ψυχικής του ισορροπίας (ΑΠ 1078/1985, 272/1979).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Δυνάμει προφορικής σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου ο Χ4, σύζυγος της από τους αναιρεσείοντες Χ1 και πατέρας των λοιπών αναιρεσειόντων (ανηλίκου Χ2 και Χ3), συνταξιούχος πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού, προσλήφθηκε στις 6-11-97 από την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία ως επιθεωρητής πλοίων και πληρωμάτων έναντι μισθού 900.000 δραχ..
Αντικείμενο της εργασίας του ήταν η τακτική μετάβαση, αλλά και διανομή του σε λιμάνια του εξωτερικού, προκειμένου να παραλαμβάνει νέα πλοία, να συγκροτεί πληρώματα ή να επιβλέπει επισκευές σε πλοία της πρώτης αναιρεσίβλητης. Στα πλαίσια των καθηκόντων του ταξίδευσε την 1-11-2000 στη Σεβαστούπολη της Ουκρανίας, προκειμένου να ενημερώσει τους εκεί πράκτορες της πρώτης αναιρεσίβλητης σχετικά με την καταλληλότητα και τα προσόντα που απαιτούνταν για τη συγκρότηση των πληρωμάτων, που επρόκειτο να ναυτολογηθούν στα πλοία της εταιρίας.
Η αποστολή αυτή θα διαρκούσε περίπου έξι (6) μήνες. Με την άφιξή τους εγκαταστάθηκε σε ξενοδοχείο της πόλης, αλλά επειδή η παραμονή του στη Σεβαστούπολη θα διαρκούσε επί μακρόν, κατ΄ εντολή της πρώτης αναιρεσίβλητης, αλλά και με δική του αποδοχή, μίσθωσε ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης κοντά στο γραφείο της εταιρείας ".... ", που συνεργαζόταν με την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Το συγκεκριμένο γραφείο, το οποίο και ο ίδιος χρησιμοποιούσε, είχε ωράριο έως τη 18.00 ώρα περίπου, οπότε και έκλεινε, ενώ αυτός δεν μπορούσε να παραμείνει περισσότερο γιατί δεν είχε κλειδιά, τα οποία είχαν μόνο ο ιδιοκτήτης της εταιρείας "... " και ο γιος του. Επιπλέον, στη Σεβαστούπολη δεν είχε κανέναν ιεραρχικά προϊστάμενο και ο ίδιος καθόριζε τον τόπο, το χρόνο και τρόπο διεξαγωγής της εργασίας του.
Στις 23-1-2001 και ώρα 00.30 τρία άτομα άγνωστα του επιτέθηκαν με σκοπό τη δολοφονία του και την ιδιοποίηση των περιουσιακών του στοιχείων. Στη συνέχεια του επέφεραν θανατηφόρο κτύπημα στο κεφάλι, εξαιτίας του οποίου απεβίωσε λόγω ανοικτού κρανιοπροσωπικού τραύματος με μορφή κατάγματος του θόλου της βάσης του κρανίου και θλάσης του εγκεφάλου.
Το ατύχημα συνέβη μετά την επίσκεψη του θανόντος στη "ντισκοτέκ" του μπαρ ".....", κατά την επιστροφή του στην κατοικία που μίσθωσε στο κέντρο της πόλης και πλησίον αυτής. Κατά την ιατροτοξικολογική εξέταση αίματος βρέθηκε στο θανόντα 0,49 προμίλο αιθυλικού οινοπνεύματος, που αντιστοιχεί σε ένα άτομο εν ζωή σε κατάσταση ελαφράς μέθης.
Το ατύχημα δεν συνέβη κατά τη μετακίνηση του παθόντος από τον τόπο της εργασίας του, αλλά από τα γραφεία της εταιρείας "... ", στο σπίτι του, που βρισκόταν πλησίον, διότι ο θανών αναχώρησε από τα γραφεία της εν λόγω εταιρίας την 6.μ. ώρα, οπότε έπαυε η λειτουργία της, και παρεξέκλινε από τη διαδρομή του για επιστροφή στην κατοικία του, επισκεπτόμενος έως τις 12 περίπου τα μεσάνυκτα μπαρ της πόλης, μολονότι γνώριζε, άλλως όφειλε να γνωρίζει ως έμπειρος ναυτικός με μεγάλη γνώση από τη ζωή σε λιμάνια της αλλοδαπής, ότι η κυκλοφορία του ως πεζού τα μεσάνυκτα και μάλιστα εξερχόμενου από μπαρ είναι επικίνδυνη.
Επομένως, το ατύχημα δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την παροχή εργασίας, ακόμη και αν είχε ιδιαίτερη ανάγκη ψυχαγωγίας, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν εργαζόταν ως τυπικός ναυτικός, αλλά παρέμεινε επί μακρόν χρόνο εργαζόμενος στην ξηρά, διότι ο παθών υπέστη το ατύχημα μετά από υπερβολική παράταση του χρόνου της ψυχαγωγίας του.
Εξάλλου, δεν προέκυψε ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης σχετικά με την ως άνω θανάτωση του μισθωτού της, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτή παρέλειψε να λάβει μέτρα για την προστασία του τελευταίου ενόψει της αυξημένης εγκληματικότητας, εφόσον αποδείχθηκε ότι αυτός επεδίωξε να μισθώσει μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης, το οποίο και επέλεξε, ενώ ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την περιοχή στην οποία αυτό βρισκόταν, ενόψει και του ότι στη συγκεκριμένη περιοχή δεν υπήρχε εγκληματικότητα, ενώ δεν προέκυψε ότι ο θανών επιδίωκε εκ νέου τη μετεγκατάστασή του σε ξενοδοχείο, πράγμα που η πρώτη αναιρεσίβλητη αρνούνταν, φοβούμενος ότι η παραμονή του στην προαναφερόμενη οικία θα του προκαλούσε προβλήματα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ΄ αριθ. 1373/2002 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθόσον η έφεση αυτή απευθυνόταν κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και έτσι επικύρωσε την απόφαση αυτήν κατά το μέρος της με το οποίο είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη από 28-11-2001 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την οποία ζητείτο η εκδίκαση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης σε κάθε έναν από τους αναιρεσείοντες, κυρίως με βάση το κοινό αστικό δίκαιο, επικουρικώς με βάση τις διατάξεις του κ.ν. 551/1915 και επικουρικότερα με βάση τις διατάξεις της Σ.Σ.Ε.
υπαλλήλων ναυτιλιακών επιχειρήσεων του έτους 2000. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, τις ως άνω διατάξεις του κωδικοποιημένου ν. 551/1915, αφού, με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, πράγματι η θανάτωση του ως άνω Χ4 δεν αποτελεί εργατικό ατύχημα κατά την έννοια του άρθρου 1 του εν λόγω νόμου, ενόψει του ότι δεν συνδέεται με την εργασία του, δηλαδή και δεν έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής, αλλά και δεν συνέβη κατά το χρόνο της επιστροφής του από τον τόπο της εργασίας του στην κατοικία του, δεδομένου ότι μεσολάβησε η πολύωρη παραμονή του προς ψυχαγωγία σε κατάστημα "μπαρ" της περιοχής, από όπου ανεχώρησε περί τη 12η νυκτερινή ώρα, παρατείνοντας έτσι υπερβολικώς το χρόνο της εκεί ψυχαγωγίας του.
Ενώ, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε υπαιτιότητα (δόλος ή, έστω, αμέλεια) της πρώτης αναιρεσίβλητης για την κατά τα άνω επελθούσα θανάτωση του μισθωτού της και, πέραν τούτου, δεν προκλήθηκε η εν λόγω θανάτωση εξαιτίας μη τηρήσεως διατάξεων ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας μη τηρήσεως τέτοιων διατάξεων, δεδομένου ότι για την εργασία που είχε ανατεθεί στο θανατωθέντα και την οποία εκτελούσε αυτός δεν προβλέπονταν τέτοιες ειδικές διατάξεις νόμου.
Εξάλλου, με την ως άνω κρίση του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού έχει διαλάβει στην απόφασή του αιτιολογίες επί όλων των κρίσιμων ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης. Οι αιτιολογίες δε αυτές είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Ειδικότερα, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις καθορίζεται με ακρίβεια η εργασιακή σχέση που συνέδεε την πρώτη αναιρεσίβλητη με τον θανατωθέντα μισθωτό της, προσδιορίζεται ο λόγος για τον οποίο έγινε, και μάλιστα με τη συναίνεση του θανατωθέντος, η μίσθωση του μικρού διαμερίσματος προς κατοικία του τελευταίου, το οποίο αυτός τελικά επέλεξε, καθώς και ο τόπος (το γραφείο) όπου θα εργαζόταν ο ίδιος, καθορίζοντας επίσης ο ίδιος το χρόνο (εντός του ωραρίου του γραφείου της εταιρείας "...") και τον τρόπο διεξαγωγής της εργασίας του.
Επίσης, καθορίζονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις οι ειδικότεροι λόγοι για τους οποίους η θανάτωση του ως άνω μισθωτού δεν αποτελεί εργατικό, υπό την πιο πάνω έννοια, ατύχημα και ακόμη ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια) του ή των νόμιμων εκπροσώπων της πρώτης αναιρεσίβλητης ή των από αυτήν προστηθέντων προσώπων για την προαναφερόμενη θανάτωση του μισθωτού της.
Ενόψει αυτών : 1) Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) των ως άνω διατάξεων του κ.ν. 551/1915, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται και ότι το Εφετείο με το να κρίνει όπως πιο πάνω αναφέρεται υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 εδ.
β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ΄ αυτούς. Συγκεκριμένα, ότι δέχτηκε, ότι ".....ο παθών υπέστη το ατύχημα μετά από υπερβολική παράταση του χρόνου της ψυχαγωγίας του", ενώ ταυτοχρόνως δέχτηκε, ως αποδειχθέν, ότι ο θανών επισκέφθηκε το μπαρ, όπου παρέμεινε μέχρι τις δώδεκα τα μεσάνυχτα περίπου και "συνεπώς εσφαλμένως κατά νόμον ερμήνευσε τον κωδικοποιηθέντα δια του β.δ.
της 24-7/25-8-1920 ν. 551/1915 θεωρώντας ως υπερβολική παράταση το ... χρόνο αναχωρήσεως, ήτοι την 24.00, λαμβανομένων ιδιαιτέρως υπόψη των αποδειχθέντων γεγονότων ότι ο ληστευθείς..... είχε οπωσδήποτε και τουλάχιστον περαιώσει την εργασία του μετά την 18.00...., η δε ληστεία και δολοφονία του δεν έλαβε χώρα στο μπαρ, αλλά έξωθεν της οικίας που του επέβαλαν οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) να διαμένει".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το σχετικό (αμέσως πιο πάνω) μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως γιατί με αυτόν, υπό την επίδραση της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας πλήττεται στην πραγματικότητα η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, αναφορικά με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο αυτό κατέληξε. 2) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, λόγω ελλείψεως αιτιολογιών, αλλά και ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών επί των ως άνω ζητημάτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.-
3.- Επειδή το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, εκτός των μνημονευόμενων ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, και των εγγράφων, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους. Κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, από τη βεβαίωση αυτήν και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και το από 1-12-2000 με ώρα 21.47 έγγραφο που είχε αποσταλεί μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον ως άνω θανατωθέντα Χ4, το οποίο οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί ως προσκομιζόμενο με τις προτάσεις που υπέβαλαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από τις προτάσεις αυτές προκύπτει, και συγχρόνως προσκόμισαν (εφόσον δεν γίνεται μνεία περί του αντιθέτου στην εν λόγω απόφαση), μολονότι το εν λόγω έγγραφο δεν το μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ειδικώς και δεν το αξιολογεί χωριστά και παρά το ότι, αντιθέτως, στην απόφασή του αυτήν κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση άλλων αποδεικτικών στοιχειών, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα αναφορικά με ορισμένα από τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.
Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες, προς υποστήριξη του κατ΄ ουσίαν βασίμου της ένδικης αγωγής τους, επικαλέστηκαν ως προσκομιζόμενες με τις αμέσως πιο πάνω προτάσεις τους, όπως από αυτές προκύπτει, και συγχρόνως προσκόμισαν (εφόσον δεν γίνεται μνεία περί του αντιθέτου στην προσβαλλόμενη απόφαση) τις υπ΄ αριθ. 2096/12-9-2003 ένορκες βεβαιώσεις των ....
και .... ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ..... . Στο προτασσόμενο μέρος του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αναφέρονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη το Εφετείο, για να σχηματίσει την κρίση του επί της υποθέσεως, και οι αμέσως πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ.
τελευταίο του ΚΠολΔ, αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, διακρινόμενα από τους μάρτυρες ή τα έγγραφα (άρθρα 339, 393 επ. και 432 επ. ίδιου Κώδικα). Πλην όμως, ως προς τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις το Δικαστήριο ομοφώνως κρίνει, ότι από την περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τις δύο αμέσως πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, δεδομένου ότι αυτές ρητώς μνημονεύονται στη συνέχεια σε άλλο σημείο του αιτιολογικού ως ληφθείσες υπόψη, αξιολογηθείσες και εκτιμηθείσες.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των παραπάνω εγγράφου και ένορκων βεβαιώσεων, δηλαδή λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί στο ως αβάσιμος στο σύνολό του. Ένα μέλος όμως του Δικαστηρίου, ο Αντιπρόεδρος Στέφανος Γαρβράς, έχει την εξής γνώμη, σχετικά με την αποδιδόμενη στο Εφετείο πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη του ανωτέρω, από 1/12/2000, εγγράφου.
Με την αγωγή τους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι ο θάνατος του συζύγου και πατέρα τους, οφείλεται σε υπαιτιότητα των οργάνων της εργοδότιδάς του α΄ αναιρεσίβλητης και ειδικότερα στην αμέλεια αυτής να λάβει τα αναγκαία μέτρα προστασίας του στην αλλοδαπή, όπως ήταν η ασφαλής διαμονή του σε ξενοδοχείο στη Σεβαστούπολη, με την επιμονή της να εγκατασταθεί, προς οικονομία δαπάνης, σε μίσθιο διαμέρισμα, σε επικίνδυνη μάλιστα περιοχή της πόλης, παρά την αντίθεση του εργαζομένου.
Και ότι στην απόφασή της αυτή ενέμεινε μάλιστα και μετά την αποστολή σ΄ εκείνη του από 1/12/2000 εγγράφου του μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με το οποίο της καθιστούσε γνωστό ότι έλαβε χώρα ληστεία εις βάρος του και του αφαίρεσαν χρήματα. Το Εφετείο δέχθηκε σχετικά, ότι "με την άφιξή του (στη Σεβαστούπολη) εγκαταστάθηκε σε ξενοδοχείο της πόλης, αλλά επειδή η παραμονή του θα διαρκούσε επί μακρόν, κατ΄ εντολή της α΄ εναγομένης, αλλά και με δική του αποδοχή μίσθωσε διαμέρισμα, ότι αυτή δεν παρέλειψε να λάβει μέτρα για την προστασία του ενόψει της αυξημένης εγκληματικότητας, ότι αυτός δεν διαμαρτυρήθηκε για την περιοχή που βρίσκεται το διαμέρισμα, ούτε επεδίωκε εκ νέου την εγκατάστασή του σε ξενοδοχείο φοβούμενος την παραμονή του στο διαμέρισμα".
Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης και τη γενική σ΄ αυτήν αναφορά, ότι έλαβε υπόψη "τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", δεν καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο, έλαβε πράγματι υπόψη και το ανωτέρω, από 1/12/2000, έγγραφο, το οποίο δεν μνημονεύει στην απόφασή του, όπως κάνει αντίθετα με άλλα σχετικά έγγραφα, ούτε αναφέρεται με οποιοδήποτε τρόπο στο περιεχόμενό του, το οποίο, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, θα μπορούσε ν΄ ασκήσει επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Θα έπρεπε, συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, να γίνει δεκτός ο σχετικός, από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του εγγράφου αυτού και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, με τα υπόλοιπα μέρη του ίδιου (τρίτου) λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να κρίνει όπως πιο πάνω αναφέρεται υπέπεσε στις από τους αριθμούς 12, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες.
΄Ολοι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, γιατί με αυτούς και υπό την επίκληση πλημμελειών προβλεπόμενων από τους αριθμούς 12, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, αναφορικά με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο αυτό κατέληξε.
Αναφορικά δε με την προσβαλλόμενη, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, τέτοιος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται εδώ, όπου για την εκδίκαση της υποθέσεως τηρήθηκε η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. ΚΠολΔ).-
4.- Επειδή, κατ΄ ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στη δικαστική δαπάνη της παριστάμενης πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, κατά το σχετικό αίτημα αυτής (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Μαΐου 2005 αίτηση των α) Χ1, για τον εαυτό της ατομικώς και ως έχουσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου γιου της Χ2, και β) Χ3, για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 7807/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης (ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ROSWELL NAVIGATION CORP" - (Ρόσγουελ Ναβιγκέϊσον Κορπ), την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2007..
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ