Supreme Court allows appeal against eviction based on unacknowledged lease documents and remands case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Second Instance Court's eviction order, finding the lower court failed to consider specific evidence submitted by the appellant. The appellant argued that the lease and sublease contracts were void due to fraud, citing a 2001 statement by the appellant's uncle and a prior private agreement signed by the landlord's father. The court ruled that while unacknowledged documents generally lack evidentiary value, the specific circumstances here required the lower court to examine the appellant's evidence more thoroughly before declaring the contracts void. Consequently, the decision was annulled and the case remanded to the Second Instance Court for a new trial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559(11) of the Code of Civil Procedure; Article 335 and Articles 338-341 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure of the court of first instance to consider evidence adduced by the parties is admissible when the decision does not establish with certainty that such evidence was taken into account, or when doubts exist regarding its consideration, necessitating a remand for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 571 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 571/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. - Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πολυχρονόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Α. χήρας Ν. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Πιπιλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιουλίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 532/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 864/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανέγνωσε την από 15 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρίθ. 11 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται, ότι επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει, ότι θεμελιώνεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ίδιου Κώδικα, και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες, περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση ή παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη, όλα ή ορισμένα από αυτά (Α.Π 643/2001 ).
Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το εφετείο για να καταλήξει στην δικανική του κρίση, ότι η επίμαχη από 17.5.2001 σύμβαση μισθώσεως από την αναιρεσίβλητη προς το γιό της, πατέρα του αναιρεσείοντος Ε. Τ., ενός ανωγείου ορόφου και του δώματος στην πόλη των Πατρών και η υπό την αυτή ημερομηνία σύμβαση υπομισθώσεως των ορόφων από τον τελευταίο (μισθωτή) προ της εταιρία Τ.
Α.Ε., είναι άκυρες ως εικονικές, ως προς τις φερόμενες σ'αυτές δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι, εντεύθεν, ο αναιρεσείων δεν απέκτησε κανένα δικαίωμα ούτε και από την υποκρυπτόμενη σύμβαση, παραχώρησης της άσκησης της επικαρπίας της ενάγουσας προς το δικαιοπάροχο πατέρα του, η οποία δεν κατέστη κληρονομητή, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, εκτός από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και τις μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι.
Παρά, όμως, αυτή τη διαβεβαίωση, δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο, ότι το εφετείο, εν όψει των σκέψεων που διατύπωσε για να δικαιολογήσει την κρίση περί εικονικότητας της πρώτης σύμβασης μισθώσεως, έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα ακόλουθα έγγραφα: α)την υπ'αρίθ. 1651/22.11.2000 περίληψη δηλώσεως συνεχίσεως δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού του δικαστικού επιμελητή Κ.
Ρ. κατά του δικαιοπαρόχου πατρός του, αφού χρησιμοποίησε ως επιχείρημα της έλλειψης πρόθεσης του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος να τον αποκαταστήσει, το ότι οι δανειστές του δεν είχαν ακόμη επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του (φύλ 7ο 2η σελ.), αφού με το πιο πάνω έγγραφο, υπήρξε συγκεκριμένη δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού, λίγους μήνες πριν από την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης, β) το από 17.5.2001 συμφωνητικό υπομισθώσεως, στον 16ο όρο του οποίου αναγράφεται ότι η υπομίσθωση με την εταιρία Τ.
συνήφθη σε εκτέλεση του από 3.11.2000 ιδιωτικού προσυμφώνου, το οποίο φέρει την υπογραφή και του δικαιοπαρόχου πατέρα τους και ότι σε περίπτωση λύσεως καθ' οιονδήποτε τρόπο και από οποιαδήποτε αιτία της κύριας μίσθωσης... μεταξύ της εκ τρίτου συμβαλλόμενης Α. Τ. (αναιρεσίβλητης) ή οποιουδήποτε ειδικού ή καθολικού διαδόχου τους, η υπομισθώτρια Π.
Τ. Α.Ε.Β.Ε θα υποκαθίσταται αυτομάτως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μισθωτή...", γ) την από 17.6.2001 απολογία, ως κατηγορουμένου, του Χ. Τ., θείου του αναιρεσείοντος ενώπιον της Γ' Ανακρίτριας Ε. Μ., στην οποία (απολογία) εκτός των άλλων, ο εν λόγω, παραθέτει, ότι "Με τον αδελφό του (πατέρα του αναιρεσείοντος) εισέπρατταν ενοίκιο από το κατάστημα της οδού Αγίου Νικολάου (επίμαχο) 2.500.000 δρχ.
το μήνα και από τον Τ. πήραν ως αέρα για το άνοιγμα καταστήματος από τον τελευταίο 100.000.000 δρχ. τις οποίες έλαβαν 40.000.000 δρχ. ο κάθε ένας τους και 20.000.000 δρχ. η αναιρεσίβλητη μητέρα τους", δ) την υπ'αρίθ. 87/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών από την οποία προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη είχε μισθώσει στη σύζυγο του έτερου γιού της Χ.
Τ., Ο. Σ., το υπόγειο και το ισόγειο του ίδιου κτιρίου αντί μηνιαίου μισθώματος 150.000 δρχ. για το πρώτο έτος αναπροσαρμοζόμενου κατά 2% για τα επόμενα έτη, με δικαίωμα υπομισθώσεως.
Συνεπώς οι 1ος, 2ος και 3ος (εν μέρει), 4ος και 5ος από τους λόγους της αίτησης με τους οποίους αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα η πλημμέλεια από το πιο πάνω άρθρο εκ του ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία ο ίδιος προσκόμισε και επικαλέστηκε, ανταποδεικτικά, για να αποδείξει την έλλειψη της αποδιδόμενης από την αναιρεσίβλητη εικονικότητας στην πιο πάνω σύμβαση υπομισθώσεως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Αντίθετα, αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος είναι ο 2ος από τους πιο πάνω λόγους κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται η ίδια αιτίαση, εκ του ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του δύο ιδιωτικά συμφωνητικά με ημερομηνία 2000, ανυπόγραφα και αχαρτοσήμαντα, με τα οποία φέρεται ότι η αναιρεσίβλητη, συμβάλλονταν απ'ευθείας με την εταιρία Τ. για την εκμίσθωση προς την τελευταία, ολοκλήρου του οικήματος για μια 20ετία, αντί του μισθώματος των 2.500.000 δρχ. διότι στην προκείμενη ειδική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη και έγγραφα άκυρα, αχαρτοσήμαντα ή ανυπόγραφα (ΑΠ 302/1999, ΑΠ 1492/1998), τα οποία συνεντιμούνται ως δικαστικά τεκμήρια. Πρέπει, επομένως, κατά τα ανωτέρω, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, την 864/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2006 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ