Legislator Case Law & Legislation
570/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as the challenged document is a court judgment, not a private document.

Case Number 570/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court distorted the content of the initial lawsuit document regarding his employment rank. The court ruled that procedural documents of the current case, including the initial lawsuit, do not qualify as 'documents' under the relevant cassation provisions. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 339 and 432 et seq. of the Code of Civil Procedure; A cassation ground based on the distortion of a document is inadmissible if the document in question is a procedural document of the current case, such as the initial lawsuit, rather than a private or public document or a judgment from another case.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible ground distortion of document procedural documents Code of Civil Procedure legal costs employment dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 144, 552, 553, 556, 558, 564 para.3 and 566 para.1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no.1 of the Code of Civil Procedure
Articles 339 and 432 et seq. of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Common Ministerial Decision No. 134423 dated 8.12.1992/20-1-1993

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 2/2013
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 4/2005
Supreme Court 1/1999
Supreme Court 1011/2010
Supreme Court 1036/2010
Supreme Court 442/1993
Supreme Court 909/2008
Supreme Court 556/2003
Supreme Court 2081/2007
Supreme Court 2103/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 570 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 570/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Ανδρικογιαννόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος συνεχίζει τη δίκη για λογαριασμό του καταργηθέντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης" (πρώην Σχολές Τουριστικής Εκπαίδευσης), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Δήμητρα Τσεραβίνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.,η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/6/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1309/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2004/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/5/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 6/5/2020 και αριθμό καταθέσεως 384/2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 2004/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν άσκησης της από 2/2/2018 εφέσεως κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 1309/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 144, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ'αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 2/2013, 7/2006 και 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ'επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή οι ισχυρισμοί των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την πιο πάνω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 15/2006). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: Όπως συνάγεται εναργώς από το δικόγραφο της αγωγής και συνομολογείται ευθέως από τον ίδιο τον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) στην ένδικη διαδικασία πρόσληψής του (από τον ήδη καταργηθέντα Οργανισμό Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης Ν.Π.Δ.Δ., τον οποίο διαδέχθηκε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, που συνεχίζει τη δίκη αυτή), η έκβαση της συμμετοχής του ίδιου του ενάγοντος στη διαδικασία πρόσληψής του ήταν η κατάταξή του στην τέταρτη και όχι στην πρώτη θέση, η οποία ήταν και η μόνη θέση της επιλογής αυτού.

Ως εκ τούτου δεν επήλθε πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης συνισταμένης στην επιτυχή έκβαση της συμμετοχής του με αποτέλεσμα να μην έχει καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων μερών οποιαδήποτε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου. Και τούτο διότι η σύναψη της σύμβασης δεν ολοκληρώνεται με μόνη την υποβολή υποψηφιότητας και τη συμμετοχή του υποψηφίου στη διαδικασία πρόσληψης, η οποία επέχει όντως θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης αλλά με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης της επιτυχούς έκβασης για τον ίδιο (υποψήφιο) της δοκιμασίας στην οποία υποβάλλεται είτε αυτή πραγματοποιείται μέσω γραπτών και προφορικών εξετάσεων είτε μέσω συνέντευξης.

Ο ενάγων (υποψήφιος) δεν μνημονεύει στην κρινόμενη αγωγή την πλασματική έστω πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης κατ'άρθρο 207 παρ.1 ΑΚ με αποτέλεσμα το δικαστήριο να μην μπορεί να εκτιμήσει την ύπαρξη αγωγικού ισχυρισμού κατά παράβαση της κατ'άρθρα 106, 591 παρ.1 και 663 επ. ΚΠολΔ, αρχή της διάθεσης των διαδίκων (εν προκειμένω του ενάγοντος).

Σε κάθε περίπτωση ακόμη και αν ήθελε να γίνει δεκτό ότι στην κρινόμενη αγωγή εμπεριέχεται ο ισχυρισμός της κατ'άρθρο 207 παρ.1 ΑΚ πλασματικής πλήρωσης της ως άνω αναβλητικής αίρεσης, αυτός δεν προβάλλεται σε καμμία περίπτωση κατά τρόπο παραδεκτό πλήρη, σαφή και ορισμένο με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτη, όχι μόνο η δικονομική άμυνα του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου) αλλά και η διερεύνηση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας του οικείου ισχυρισμού.

Όπως προκύπτει από το αγωγικό δικόγραφο και συνομολογείται από τον ενάγοντα, πέραν του συνυποψηφίου του Κ. Τ., ο οποίος κατέλαβε τελικώς την επίμαχη θέση στο ΙΕΚ ... υπήρχε και άλλη συνυποψήφια η Α. Χ., η οποία είχε καταταγεί σε θέση ανώτερη του ενάγοντος, αφού ο τελευταίος κατέλαβε τελικώς την τρίτη θέση.

Επομένως, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο ενάγων κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, όπερ δεν συμβαίνει εν προκειμένω, ψέγει τα όργανα του εναγομένου για παράνομες πράξεις και παραλείψεις συναπτόμενες με τη δήλωση υποψηφιότητας και τις διαδικασίες πρόσληψης του Κ. Τ., συνεπεία των οποίων εμποδίστηκε η πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης της επιτυχούς συμμετοχής του, οπότε και θα καταρτιζόταν η σύναψη σύμβασης εργασίας, η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, άλλως ελλείψει εννόμου συμφέροντος καθόσον ουδόλως αρκεί μόνη η αναφορά του ενάγοντος αποκλειστικά στην υποψηφιότητα του Κ.

Τ. χωρίς να γίνεται μνεία σε τυχόν παράνομες ή μη ενέργειες ή παραλείψεις των οργάνων του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ., αναφορικά και με την έτερη συνυποψήφια Α. Χ., η οποία μάλιστα προηγείται του ενάγοντος στην οικεία κατάταξη, με αποτέλεσμα σε περίπτωση αποκλεισμού του Κ. Τ. η ίδια να τυγχάνει η αμέσως επόμενη υποψήφια στη σειρά κατάληψης της οικείας θέσης εργασίας στο ΙΕΚ ....

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη, λόγω του ότι σ'αυτή δεν γινόταν μνεία της πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης του άρθρου 201 του ΑΚ περί επιτυχούς έκβασης για τον αναιρεσείοντα, της συμμετοχής του στο διαγωνισμό για τη σύναψη σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με τον "Οργανισμό Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης Ν.Π.Δ.Δ" με αποτέλεσμα να μην έχει καταρτισθεί οποιαδήποτε τέτοια είδους σύμβαση εργασίας.

Επιπροσθέτως η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έκρινε ανέλεγκτα ότι ούτε καν κατά το πλάσμα δικαίου που προβλέπεται στο άρθρο 207 παρ.1 του ΑΚ δεν έγινε επίκληση της πλήρωσης της πιο πάνω αναβλητικής αίρεσης, με αποτέλεσμα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να μην έχει τη δυνατότητα να εκτιμήσει την ύπαρξη αγωγικού ισχυρισμού κατά παράβαση της κατ'άρθρα 106, 591 παρ.1 και 663 επ.

ΚΠολΔ, αρχής της διάθεσης του ενάγοντος αναιρεσείοντος, στην προκειμένη περίπτωση. Ακόμη κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ότι η κρινόμενη αγωγή ήταν απορριπτέα, ως αόριστη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος εφόσον δεν αναφέρονταν σ'αυτή παράνομες ενέργειες ή παραλείψεις των οργάνων του πιο πάνω Ν.Π.Δ.Δ.

σε σχέση και με την άλλη εκτός του πρώτου συνυποψηφίου Κ. Τ. κατά του οποίου μόνο παραπονείται ο αναιρεσείων, Α. Χ., η οποία εμφανίζεται στο σχετικό πίνακα κατάταξης να προηγείται και αυτή του αναιρεσείοντος. Επίσης, η αναιρεσιβαλλομένη κατά την ανέλεγκτη κρίση και εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ενώ οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για παράβαση ουσιαστικών διατάξεων του νόμου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι το Ν.Π.Δ.Δ.

με το όνομα "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης" δεν προκύπτει ότι έπραξε αντίθετα στην καλή πίστη ούτε εμπόδισε την πλήρωση της αίρεσης κατ'άρθρο 207 παρ.1 εφόσον δεν είναι αυτό που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουδόλως παραβίασε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου με εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή αυτών, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα της έκβασης της δίκης ζητήματα. Αντίθετο συμπέρασμα περί αντιφατικής αιτιολογίας δεν μπορεί να συναχθεί απορριπτομένων κατά συνέπεια ως αβασίμων των πρώτου και τρίτου λόγων αναιρέσεως κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθούν στο άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ.

Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "ως πράγματα" των οποίων η παρά τον νόμο η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο απ'αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης καθώς και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του. Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται, εάν πρόκειται για αιτιολογημένες αρνήσεις ή για ισχυρισμούς, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί. (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 125/2011, ΑΠ 1048/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση ο πραγματικός ισχυρισμός της κατάταξης του ενάγοντος - αναιρεσείοντος στην τέταρτη θέση του οικείου πίνακα προέκυψε από το αποδεικτικό υλικό, που προσκομίσθηκε αλλά και από το ίδιο το δικόγραφο της αγωγής. Ορθά, επομένως κατά την ανέλεγκτη κρίση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ως αποδεδειγμένο το συγκεκριμένο ισχυρισμό απορριπτομένου κατά συνέπεια του προβαλλομένου δευτέρου λόγου αναιρέσεως κατά το Β'σκέλος του καθόσον επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο. Από τη διατύπωσή της συνάγεται ότι η διάταξη αυτή αφορά έγγραφο σύμφωνα με όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.

του ΚΠολΔ. Επίσης ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, η οποία πρέπει να είναι προφανής υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου και δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1011/2010 και 1036/2010).

Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά η κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι όμως όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαιρεί το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).

Επιπροσθέτως ως έγγραφα για την ίδρυση του παρόντος λόγου θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 909/2008). Τα πιο πάνω έγγραφα μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, δηλαδή και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 556/2003).

Επίσης αποτελούν έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, όπως οι δικαστικές αποφάσεις των πολιτικών ή ποινικών δικαστηρίων. Όμως δεν αποτελούν έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσης δίκης, όπως η ένδικη αγωγή, η έφεση και οι προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 2081/2007, 2103/2007). Επομένως, ο προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο σκέλος του, σύμφωνα με τον οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη σε παραμόρφωση του δικογράφου της αγωγής δεχόμενο ότι ο ενάγων - αναιρεσείων κατέλαβε την τέταρτη θέση στο διαγωνισμό για την πρόσληψή του στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης" είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, διότι για την ίδρυση του παρόντος λόγου δεν θεωρείται έγγραφο το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, όπως άλλωστε προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της αποφάσεως αυτής.

Μη υπάρχοντος λοιπόν άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν.3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ.2 της υπ'αριθμό 134423 οικ. Της 8.12.1992/20-1-1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11) που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.5 του Ν.1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6/5/2020 και με αριθμό καταθέσεως 384/2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της 2004/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ