Legislator Case Law & Legislation
570/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against inheritance dispute verdict due to lack of evidence and procedural compliance.

Case Number 570/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the appellate court's decision regarding an inheritance dispute. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate specific documentary evidence and witness testimonies submitted to prove their claims. The court rejected these arguments, stating that the appellate court had correctly assessed all evidence without needing to list each item separately, and found the appellants' claims baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; The death of a party and the voluntary continuation of proceedings by heirs allow for a single declaration at the hearing if their status is uncontested, and appeals must be rejected if the appellate court has properly weighed the evidence without ambiguity.

Keywords

AI generated
inheritance dispute appellate review evidence assessment heir succession civil procedure dismissal of appeal court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Areios Pagos 22/2000
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 570 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 570/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών:1)Μ. Λ. του Γ., 2)Ε.-Χ. Λ. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Τόλια.

Των αναιρεσίβλητων: 1Λ. Λ. του Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2.Α. Λ. του Λ., 3.Ε. Λ. του Λ., 4.Σ. συζ. Λ. Λ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν, μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Μιχαήλ Σταμούλου, ο οποίος δήλωσε ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε και συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη οι λοιποί αναιρεσίβλητοι και ως μοναδικοί αναγκαίοι, κατά νόμον, κληρονόμοι αυτού .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2011 του ιδίου Δικαστηρίου, 160/2013 του Εφετείου Λαρίσης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-4-2014 αίτησή τους και τους από 19-12-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 13-1-2017 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής .

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’ , 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (Ολ ΑΠ 22/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά αυτού του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, ο πρώτος αναιρεσίβλητος.

Εμφανίστηκε, όμως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των λοιπών αναιρεσιβλήτων, ο οποίος για λογαριασμό των εντολέων του, δήλωσε ότι ο άνω πρώτος αναιρεσίβλητος απεβίωσε και η δίκη συνεχίζεται από αυτούς, με την ιδιότητα τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος. Επομένως, αφού δεν αμφισβητείται από τις αναιρεσείουσες η ιδιότητα αυτών ως κληρονόμων του άνω θανόντος, από δε το .../11-11-2016 αντίγραφο της ...3/2016 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Βύρωνα Αττικής αποδεικνύεται ότι αυτός απεβίωσε στις 6-7-2016, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτού.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 ΚΠολΔικ πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν οι από 10-4-2014 αίτηση και το από 19-12-2016 δικόγραφο πρόσθετων λόγων για αναίρεση της 160/2013 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, καθόσον διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1, 569). Επομένως, πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 ΑΚ, για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, χωρίς να έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκε η νομή αυτού.

Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοσή της από τον προηγούμενο νομέα με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 ΑΚ τρόπους. Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι τούτο βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.

Υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ συνάγεται ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών συγκληρονόμων, κατά την ιδανική μερίδα που τους ανήκει, οι οποίοι έτσι θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου συννομείς ασκώντας τη συννομή δια του συγκληρονόμου συννομέα, στους οποίους αυτοδικαίως και χωρίς να ενεργήσουν υλικές πράξεις σε αυτό περιέρχεται η συννομή, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, που είχε τη νομή του.

Δεν μπορεί δε ο συγκληρονόμος να αντιτάξει κατά των λοιπών συγκληρονόμων κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), πριν καταστήσει γνωστό σε αυτούς, ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτή παρέλθει η απαιτούμενη για τη χρησικτησία εικοσαετία, διότι σε περίπτωση αντιποίησης της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέα αυτή δεν απόλλυται για τον τελευταίο πριν λάβε γνώση της αντιποίησης.

Η γνωστοποίηση αυτή δεν απαιτείται, όταν οι λοιποί συγκύριοι-συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό και ότι εφεξής νέμεται αυτό ως αποκλειστικός κύριος και περάσει από τη γνώση αυτή η προθεσμία της αποσβεστικής ή κτητικής παραγραφής, καθώς και όταν κάποιος από τους συγκοινωνούς εξωτερίκευσε τη βούλησή του να μην είναι συννομέας του επικοίνου .

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 9/2013 ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων , που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

« Ο Α. Λ. του Α., ο οποίος απεβίωσε στις 22-2- 1980, είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του τα ακόλουθα ακίνητα: 1) Έναν αγρό στη θέση "..." στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου Ιθώμης, εμβαδού 1.374,00 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με υδραύλακα, δυτικά με ποτάμι, βόρεια με ιδιοκτησία Θ.Σ.

και νότια με ιδιοκτησία Β.Ζ., 2) έναν αγρό στη θέση "..." στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου Ιθώμης, εμβαδού 1.886,56 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με αγροτικό δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία Κ., βόρεια με αγροτικό δρόμο και νότια με ιδιοκτησία Γ.Μ., 3) έναν αγρό στη θέση "..." στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ...

του δήμου Ιθώμης, εμβαδού 500,00 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με υδραύλακα, δυτικά με αγροτικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία Θ.Μ. και νότια με ιδιοκτησία Μ., 4) έναν αγρό στη θέση "Θεοδωριά" στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου Ιθώμης, εμβαδού 1.575,02 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με αγροτικό δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία Β.Γ., βόρεια με υδραύλακα και νότια με ιδιοκτησία Η.

Α., 5) έναν αγρό στη θέση "..." στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου Ιθώμης, εμβαδού 1.762,96 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με αγροτικό δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία Σ. Λ., βόρεια με ιδιοκτησία Σ. Ζ. και νότια με ιδιοκτησία Κ. Μ., 6) έναν αγρό στη θέση "..." στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ...

του δήμου Ιθώμης, εμβαδού 500,29 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με ποτάμι, δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Λ., βόρεια με ιδιοκτησία Α.Λ. και νότια με ιδιοκτησία Σ.Ζ., 7) έναν αγρό στη θέση "..." στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου Ιθώμης, εμβαδού 2.004,03 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με ποτάμι, δυτικά με αγροτικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Β.

και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Λ., 8) έναν αγρό στη θέση «"..." στην κτηματική περιφερεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου Ιθώμης, εμβαδού 250,00 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Γ.Λ., δυτικά με ιδιοκτησία Λ.Λ., βόρεια με ιδιοκτησία Ψ. και νότια με ιδιοκτησία Α.Κ., 9) έναν αγρό στη θέση "..." στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ...

του δήμου Ιθώμης, εμβαδού 1.500,00 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με ποτάμι, δυτικά με ιδιοκτησία Θ.Α., βόρεια με ιδιοκτησία Μ. και νότια με ιδιοκτησία Ε.Μ., 10) έναν αγρό στη θέση "..." στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου Ιθώμης, εμβαδού 1.500,00 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με ποτάμι, δυτικά με ιδιοκτησία Π.Ψ., βόρεια με ιδιοκτησία Απ.Β.

και νότια με ιδιοκτησία Ν. Β., 11) έναν αγρό στη θέση "..." στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου Ιθώμης, εμβαδού 250,00 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Ζ., δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου, βόρεια με αγροτικό δρόμο και νότια με ιδιοκτησία Λ.Λ., 12) έναν αγρό στη θέση "... στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ...

του δήμου Ιθώμης, εμβαδού 250,00 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Λ., δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Λ., βόρεια και νότια με ιδιοκτησίες αγνώστων, 13) έναν αγρό στη θέση "..." στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου Ιθώμης, εμβαδού 500,00 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία [".Β., δυτικά με ιδιοκτησία Γ.Μ., βόρεια με αγροτικό δρόμο και νότια με ιδιοκτησία Θ.

Ψ., 14) έναν αγρό στη θέση "..." στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου Ιθώμης, εμβαδού 586,42 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με αγροτικό δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Λ., βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Κ. και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Ψ., 15) ένα οικόπεδο εντός οικισμού στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ...

του δήμου Ιθώμης, εμβαδού 682,92 τ.μ., εντός του οποίου υπάρχει μία παλαιά διώροφη οικία εμβαδού 55,12 τ.μ. ο κάθε όροφος, καθώς και μία αποθήκη εμβαδού 27.43, που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Ν., δυτικά με ιδιωτική οδό, βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Λ. και νότια με δημοτικό δρόμο και 16) ένα οικόπεδο εντός οικισμού στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ...

του Δήμου Ιθώμης, εμβαδού 331 τ.μ., εντός του οποίου υπάρχει παλαιό αποθήκη, εμβαδού 62,28 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Ν., δυτικά με δημοτικό δρόμο, βόρεια με δημοτικό δρόμο και νότια με ιδιοκτησία Γ. και Σ. Λ.. Ο ανωτέρω Α. Λ. δεν άφησε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Κ.

Λ. κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα του Β., Γ. (πατέρα των εναγουσών), Ν. Λ. (πρώτο των εναγομένων), Α. και Λ. κατά ποσοστό 2/16 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα. Η ανωτέρω Κ. Λ. απεβίωσε στις 25-12-1989 δεν άφησε διαθήκη καί κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της Β., Γ. (πατέρα των εναγουσών), Ν. Λ. (πρώτο των εναγομένων), Α.

και Λ. κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα. Ο πατέρας των εναγουσών Γ. Λ. καθώς και οι ανωτέρω αδελφές του Β., Ν., Α. και Λ. αμέσως μετά το θάνατο των γονέων τους παραιτήθηκαν ρητώς από τα δικαιώματά τους επί των ως άνω κληρονομιών του πατέρα και της μητέρας τους υπέρ του αδελφού τους πρώτου των εναγομένων παραχωρώντας σ’ αυτόν ατύπως τα κληρονομικά τους μερίδια επί των ανωτέρω επιδίκων ακινήτων.

Τούτο έπραξαν, διότι ο τελευταίος είχε συμβάλει στην προικοδότηση των αδελφών του Ν., Α. και Λ.. Συγκεκριμένα ο πρώτος των εναγομένων με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ1 αρ. .../1962 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Κ., μεταβίβασε στην αδελφή του Α. ένα ισόγειο διαμέρισμα, εμβαδού 64,16 τ.μ. της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην … στην οδό ...

και με το επίσης νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ’ αρ. ...1975 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Ρ. μεταβίβασε στην αδελφή του Λ. ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Αθήνα, στην οδό ..., εμβαδού 70 τ.μ. Ο πατέρας των εναγουσών με το υπ’ αρ. .../27-11-1973 προικοσύμφωνο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, μεταβίβασε στην ανωτέρω αδελφή του Λ.

ένα διαμέρισμα, εμβαδού 52,30 τ.μ. της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Αθήνα, επί των οδών ... αξίας 300.000 δραχμών, το οποίο αγοράσθηκε με χρήματα που του έδωσε αιτία δανείου ο πρώτος των εναγομένων αδελφός του, όπως αποδεικνύεται και από την από 30-10-1973 απόδειξη που συνέταξε ο πατέρας των εναγουσών, με την οποία δηλώνει ότι κατά την ανωτέρω χρονολογία έλαβε από τον ως άνω αδελφό του το ποσό των 350.000 δραχμών, το οποίο ανέλαβε να επιστρέφει την 31-12-1976 και το οποίο (δάνειο) δεν επέστρεψε.

Επίσης ο πρώτος των εναγομένων συνέβαλε στην προίκηση της αδελφής του Ν. με μετρητά, ενώ την άλλη αδελφή τη Β. την προίκησε ο πατέρας της με τη μεταβίβαση αγρών, που διέθετε πέραν των προαναφερομένων. Περαιτέρω ο πρώτος των εναγομένων από τους ως άνω χρόνους θανάτου των γονέων του, νεμόταν, με διάνοια κυρίου, αποκλειστικά για τον εαυτό του, τα κληρονομικά μερίδια των ως άνω αδελφών του στα επίδικα ακίνητα, εν γνώσει κα\ με τη συγκατάθεση αυτών, ασκώντας σ’ αυτά φανερά τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό τους, συνεχώς, όσον αφορά τα ανωτέρω με αρ. ...

επίδικα ακίνητα, έως το έτος 2005, οπότε μεταβίβασε με το υπ’ αρ. .../2005 συμβόλαιο και παρέδωσε τη νομή αυτών στον δεύτερο εναγόμενο παρακρατώντας για τον εαυτό του και τη σύζυγό του τέταρτη των εναγομένων την οιονεί νομή επικαρπίας και όσον αφορά τα λοιπά επίδικα ακίνητα, έως το έτος 2007, οπότε μεταβίβασε με το υπ’ αρ. .../2007 συμβόλαιο και παρέδωσε τη νομή στους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, παρακρατώντας για τον εαυτό του και τη σύζυγό του τέταρτη των εναγομένων την οιονεί νομή επικαρπίας.

Οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων συνέχισαν, δια του πρώτου των εναγομένων, έκτοτε, να νέμονται τα επίδικα με διάνοια κυρίου έως την άσκηση της ένδικης αγωγής (4-5-2010) ασκώντας φανερά τις ανωτέρω πράξεις νομής και κατοχής. Συγκεκριμένα ο πρώτος των εναγομένων καθόλο το ανωτέρω διάστημα καλλιεργούσε τα ανωτέρω υπ’ αρ. 1, 3 και 8 επίδικα ακίνητα με κηπευτικά, ενώ τα λοιπά, τα οποία ήταν χέρσα, τα επισκεπτόταν, τα επέβλεπε και τα προστάτευε από αυθαίρετες επεμβάσεις τρίτων.

Επίσης διέμενε με την οικογένειά του στην οικία, που βρίσκεται μέσα στο ανωτέρω με αριθ. 15 οικόπεδο, κατά τους θερινούς μήνες καθώς και κατά τη περίοδο των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, την οποία αυτός (πρώτος εναγόμενος) με δικές του αποκλειστικά δαπάνες συντηρούσε και επισκεύαζε. Το γεγονός ότι ο πατέρας των εναγουσών παραιτήθηκε ατύπως τόσο από την πατρική όσο και από τη μητρική κληρονομιά και ότι ο πρώτος εναγόμενος από το χρόνο θανάτου του πατέρα και της μητέρας του (22-2-1980 και 25-12-1989 αντίστοιχα) επιλήφθηκε της νομής και κατοχής των επιδίκων ακινήτων και νεμήθηκε αυτά με διάνοια κυρίου αποκλειστικά για τον εαυτό του εν γνώσει και με τη συγκατάθεση του πατέρα των εναγουσών Γ.

Λ. και των λοιπών αδελφών του συγκληρονόμων, αποδεικνύεται και από την προσκομιζόμενη με επίκληση από 1-11-2004 υπεύθυνη δήλωση του ανωτέρω Γ. Λ., που φέρει την υπογραφή του και στην οποία δηλώνει ότι τα προαναφερόμενα υπ1 αρ. ... επίδικα ακίνητα "τα καλλιεργούσε και εκμεταλλευόταν ως αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος με καλή πίστη και πέραν της 25ετίας ο Λ.

Λ." (πρώτος εναγόμενος) και την από την 23-10-2006 δήλωση του ίδιου (Γ. Λ.), την οποία υπέγραψε αυτός την ίδια χρονολογία (23-10-2006) ενώπιον του αρμόδιου αξιωματικού του Αστυνομικού Τμήματος Χολαργού, ο οποίος θεώρησε και βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής και στην οποία δηλώνει ότι οι Ε. Π. και Β. Π., οι οποίοι είχαν βεβαιώσει ενόρκως με την υπ’ αρ. 133/2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καρδίτσας ότι ο πρώτος των εναγομένων νέμεται τα ως άνω υπ’ αρ. ...

επίδικα ακίνητα από 25ετίας και πλέον ως αποκλειστικός κύριος, κατέθεσαν την αλήθεια καθώς "έλαβαν υπόψη τους τη δήλωσή μου προς τον αδελφό μου Λ. με την οποία είχα συμφωνήσει προφορικά να λάβει ο τελευταίος τα ακίνητα που αναφέρονται στην ένορκη βεβαίωση" και προσθέτει ότι οι ανωτέρω κατέθεσαν τα παραπάνω "....

βασιζόμενοι σε δική μου δήλωση και εν γένει συμπεριφορά". Ο λόγος της έφεσης σύμφωνα με τον οποίο εσφαλμένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη την ανωτέρω από 1-11-2004 υπεύθυνη δήλωση του Γ. Λ., καθώς αυτή δεν φέρει βέβαιη χρονολογία και "δεν γνωρίζουμε αν υπεγράφη από τον πατέρα μας Γ. Λ. πότε και υπό ποιές συνθήκες υπεγράφη» είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συνιστά σαφή και ειδική αμφισβήτηση της γνησιότητας υπογραφής και της χρονολογίας του εν λόγω εγγράφου και ως εκ τούτου θεωρείται ότι έχει αναγνωρισθεί η γνησιότητα αυτού (Μ.

Μαργαρίτη ό.π. άρθρο 457 αρ. 6 και άρθρ.446 αρ.2 με εκεί παραπ. στη νομολογία). Ο πατέρας των εναγουσών για πρώτη φορά ήγειρε αξιώσεις για τα με αριθ. 15 και 16 ακίνητα (οικόπεδα) με την υπ’ αρ. 144/2006 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί συννομέας των ως άνω δύο ακινήτων και από την οποία όμως παραιτήθηκε όπως συνομολογούν οι ενάγουσες και προκύπτει και από την από 17-7-2006 δήλωση παραίτησης αυτού, την οποία υπέγραψε αυτός την ίδια χρονολογία (17-7-2006) ενώπιον του αρμόδιου αξιωματικού του Αστυνομικού Τμήματος …, ο οποίος θεώρησε και βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής και στην οποία δηλώνει ότι παραιτείται από την ανωτέρω αίτηση και των δικαιωμάτων του από αυτήν.

Αντίθετη προς την παραπάνω κρίση δεν μπορεί να στηριχθεί στην κατάθεση του μάρτυρα των εναγουσών και τις ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Κ., Δ. Σ. και Κ. Π. (από τις οποίες οι δύο τελευταίες δεν κρίνονται αξιόπιστες και για το λόγο ότι αποτελούν αντιγραφή, κατά γράμμα, της αγωγής), κυρίως διότι αναιρούνται από τις προαναφερθείσες σαφείς και ρητές δηλώσεις του πατέρα των εναγουσών Γ.

Λ.. Με τα δεδομένα αυτά των αποδείξεων πλήρως αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των εναγομένων νεμόταν με διάνοια κυρίου, για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, τα κληρονομικά μερίδια των ως άνω αδελφών του στην πατρική κληρονομιά, εν γνώσει και με τη συγκατάθεση αυτών, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας από το θάνατο του πατέρα του (22-2- 1980) και έτσι έγινε συγκύριος των επιδίκων κατά ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία.

Επίσης ο ίδιος (πρώτος των εναγομένων) νεμήθηκε με διάνοια κυρίου, από το χρόνο θανάτου της μητέρας του (25-12-1989), αποκλειστικά για τον εαυτό του, τα κληρονομικά μερίδια των ως άνω αδελφών του στην κληρονομιά της μητέρας του, εν γνώσει και με τη συγκατάθεση αυτών, όσον αφορά τα ανωτέρω με αρ. ... επίδικα ακίνητα συνεχώς έως το έτος 2005, οπότε μεταβίβασε με το υπ’ αρ. .../2005 συμβόλαιο και παρέδωσε τη νομή αυτών στον δεύτερο εναγόμενο παρακρατώντας για τον εαυτό του και για τη σύζυγό του τέταρτη των εναγομένων την οιονεί νομή επικαρπίας όσον αφορά τα λοιπά επίδικα ακίνητα έως το έτος 2007, οπότε μεταβίβασε με το υπ’ αρ. .../2007 συμβόλαιό και παρέδωσε τη νομή στους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, παρακρατώντας για τον εαυτό του και τη σύζυγό του τέταρτη των εναγομένων την οιονεί νομή επικαρπίας.

Έκτοτε οι ανωτέρω δεύτερος και τρίτη των εναγομένων συνέχισαν να νέμονται, δια του πρώτου των εναγομένων, τα επίδικα ακίνητα (ο δεύτερος τα υπ’ αρ. ... και οι δύο μαζί τα λοιπά) με διάνοια κυρίων έως την άσκηση της αγωγής (4- 5-2010) και έτσι κατέστησαν α) ο δεύτερος των εναγομένων ψιλός κύριος κατά ποσοστό 5/24 εξ αδιαιρέτου των υπ’ αρ. ...

επιδίκων ακινήτων και β) ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων ψιλοί συγκύριοι των λοιπών ακινήτων κατά το ιδανικό μερίδιο των 5/24 εξ αδιαιρέτου και οι δύο, με έκτακτη χρησικτησία, με προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους πρώτου των εναγομένων. Επομένως η προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση περί κτήσεως ιδίας κυριότητας είναι ουσιαστικά βάσιμη και άρα η ένδικη διεκδικητική αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη».

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών [εναγουσών] και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις α) των άρθρων 785-787, 1033, 1094, 1113, 1192, 1710, 1813, 1846, 1884 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών Γ.

Λ. δεν είχε αποκτήσει συγκυριότητα επί των επίδικων ακινήτων με κληρονομική διαδοχή, ώστε να περιέλθουν αυτά κατά το αναφερόμενο ποσοστό στη συγκυριότητα αυτών [αναιρεσειουσών], επίσης, με κληρονομική διαδοχή ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, β) των άρθρων 787 , 1945 και 1051 ΑΚ , ως προς την κτήση της κυριότητας των ίδιων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία από τους εναγομένους , τις οποίες ορθά εφάρμοσε, αφού δέχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος α) από τον χρόνο του θανάτου του πατέρα του Α., στις 22-2-1980 και από τον χρόνο θανάτου της μητέρας του Κ.

στις 25-12-1989, κατείχε και νεμόταν τα ως άνω ακίνητα αποκλειστικά στο όνομά του ως κύριος αυτών και είχε γνωστοποιήσει την απόφασή του αυτή στους συγκληρονόμους του , ενώ ο δικαιοπάροχος των εναγουσών , ειδικότερα , είχε εξωτερικεύσει τη βούληση να μην είναι συννομέας αυτών των ακινήτων, β) κατά δε τον χρόνο άσκησης της αγωγής [4-5-2010] είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας σε σχέση με το κληρονομικό μερίδιο του Α.

Λ., αλλά και σε σχέση με το κληρονομικό μερίδιο της Κ. Λ. , με το συνυπολογισμό στο δικό του χρόνο νομής και του χρόνου νομής των δεύτερου και τρίτης από τους εναγομένους , στους οποίους παραδόθηκε η νομή στις 6-6-2005 και 16-5-2007. Δεν στέρησε δε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε σε αυτή επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή ή μη των παραπάνω διατάξεων, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια ότι οι ενάγουσες-αναιρεσείουσες δεν απέκτησαν με παράγωγο τρόπο την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων, αλλά ότι αυτή [κυριότητα], ανήκει στους αναιρεσίβλητους, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης αυτών.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο , κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ σε σχέση με τις παραδοχές ότι απέκτησαν οι εναγόμενοι αποκλειστική κυριότητα στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία , καθώς και με τον τέταρτο λόγο του κύριου δικογράφου και τον πρόσθετο λόγος αναίρεσης αποδίδοντας , επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας των εν λόγω ακινήτων , είναι αβάσιμα και οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στους ίδιους λόγους είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον αφορούν σε επιχειρήματα αυτών προς στήριξη των απόψεών τους ότι απέκτησαν παραγώγως την κυριότητα των επίδικων ακινήτων, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔικ 561 παρ. 1).

Λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφ. β ΚΠολΔικ δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας , προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου με τη βοήθεια των γενικών ή τεχνικών γνώσεων. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στην αίτηση να αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας και ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα αυτά, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης απορρίπτεται ως αόριστος. [ολΑΠ 8/2005].

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας διότι, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο « με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη περί των ως άνω προικών και δανείων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, του κόστους ζωής αυτού και της οικογενείας του και των χαμηλών μισθών του κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στον κανόνα δικαίου καθιστούν την απόφαση αναιρετέα κατά το 559 αρ. 1 ΚΠολΔ , καθώς είναι υπερβολικά και εξωπραγματικά σε σχέση με τον μισθό του και την ηλικία του και σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει λογική και νομική εξήγηση...» και «....μετά τη δημοσίευση της από 5.9.2001 διαθήκης μοναδικοί κληρονόμοι του θανόντος πατρός μας Γ.

Λ. είμαστε κατά 50% εκάστη εξ ημών ενάγουσες-εκκαλούσες-αναιρεσείουσες. Η αναιρεσιβαλλομένη δεν έλαβε υπ’ όψιν την ως νομίμως και εμπροθέσμως προσκομισθείσα από 5.9.2001 διαθήκη και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ...». Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω εκτιθέμενα δεν αποτελούν, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, διδάγματα κοινής πείρας , αλλά πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν αντικείμενο απόδειξης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ’ ΚΠολΔικ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005].

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο , κατά το δεύτερο σκέλος αυτού , το δεύτερο και τρίτο από τους λόγους της αναίρεσης , υπό την επίκληση, κατ’ ορθή εκτίμηση αυτών , του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και όχι των αριθμών 1 και 8 του ίδιου άρθρου κατά τις αναιρεσείουσες, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος αυτής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και 1) την .../29-9-2010, την .../29-9-2010 και την .../4-10-2010 ένορκες βεβαιώσεις των Δ.

Σ., Κ. Π. και Κ. Κ. αντιστοίχως ενώπιον των συμβολαιογράφων Γ. Σ. οι δύο πρώτες και Ε. Γ.-Κ. η τρίτη, 2) την ...-5-2005 ένορκη βεβαίωση των Ε. Π. και Β. Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Καρδίτσας Ε. Π., που δόθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης, 3) τις με αριθμούς .../2005 ένορκες βεβαιώσεις των ίδιων ως άνω Ε. Π. και Β. Π. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καρδίτσας Δ.

Κ. με τις οποίες ανακαλούσαν κατά το περιεχόμενό της την προηγούμενη ένορκη βεβαίωσή τους, 4) την ένορκη κατάθεση του πρώτου εναγομένου ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, που δόθηκε στα πλαίσια ποινικής διαφοράς του δικαιοπαρόχου των εναγουσών με τη σύζυγό του και μητέρα τους, 5) τη ...7-7-2005 βεβαίωση του Δημάρχου Ιθώμης, 6) την από 5-9-2001 ιδιόγραφη διαθήκη του δικαιοπαρόχου τους , με την οποία ανακαλούσε «προγενέστερες διαθήκης , τις οποίες απηύθυνα προς τον αδελφόν μου Λ.

Λ. και τον υιό αυτού Α....» και 7) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης Ε. Λ., που περιλαμβανόταν στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Τα έγγραφα αυτά τα είχαν επικαλεστεί με τις έγγραφες προτάσεις τους τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και στο Εφετείο, αλλά και με την έφεσή τους και τα είχαν προσκομίσει προς απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής και προς ανταπόδειξη κατά της ένστασης ίδιας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων.

Οι ερευνώμενοι αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από τη βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση , κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν « από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων , που περιέχονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις προσκομιζόμενες από τους εκκαλούντες ένορκες βεβαιώσεις των Δ.

Σ., Κ. Π. και Κ. Κ. που δόθηκαν οι δύο πρώτες ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Σ. και περιέχονται στις υπ’ αρ. ... και .../29-9-2010 πράξεις αυτής και η τρίτη ενώπιον της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ε. Γ.-Κ. και περιέχεται στην υπ’ αρ. .../4-10-2010 πράξη αυτής μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων.........και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται οι διάδικοι», δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης , τις ένορκες βεβαιώσεις και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει χωριστά το καθένα από αυτά τα αποδεικτικά μέσα.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, να διαταχθεί , κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα αυτών [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-4-2014 αίτηση και το από 19-12-2016 δικόγραφο πρόσθετων λόγων για αναίρεση της 160/2013 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3.000] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ