Legislator Case Law & Legislation
570/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding lack of specific reasoning for evidence evaluation.

Case Number 570/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four heirs against a second-instance court decision regarding inheritance. The appellants argued the lower court failed to provide specific reasoning for declaring prior wills invalid and for finding the testator unaware of his assets. The court rejected these claims as inadmissible because they essentially challenged the court's discretionary evaluation of evidence rather than pointing to a specific legal error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 498(1), 568(1), 4, 576(1)-(3) and 226(4) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines ex officio the presence of parties when one is absent, and appeals based on lack of reasoning are inadmissible if they merely challenge the court's evaluation of evidence without citing specific legal errors.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of reasoning evaluation of evidence discretionary assessment Code of Civil Procedure heir rights will validity

Cited Legislation

AI generated
Article 498(1) of the Code of Civil Procedure
Article 568(1), 4, 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 570 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 570/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Κ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Θεοδοσίου, 2) Γ. Μ. του Κ., 3) Κ. Μ. του Γ. και 4) Ά.-Μ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ι. Γ. του Β. και 2) Α. Γ. του Β., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Κατσαντωνοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5965/2013 του ιδίου Δικαστηρίου και 1426/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 23-6-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 4-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 ΚΠολΔ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη (αρχική).

Αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, από το οικείο πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι τρεις τελευταίοι αναιρεσείοντες Γ. Μ. του Κ., Κ. Μ. του Γ.

και Ά.-Μ. Μ. του Γ. τόσο κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως δικάσιμο της 17-2-2016, όσο και κατά την προκείμενη νέα, μετ’ αναβολή από εκείνη, δικάσιμο της 21-9-2016, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας προκύπτει ότι την αρχική συζήτηση είχαν επισπεύσει οι αναιρεσίβλητες και ότι οι απολιπόμενοι ως άνω αναιρεσείοντες είχαν κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο (17-2-2016) νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Συγκεκριμένα, από την υπ’ αριθμ. ... /24-11-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Γ. Κ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητες, οι οποίες επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 23-6-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1426/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα της 17-2-2016 και κλήση προς τους αναιρεσείοντες για να παραστούν κατά τη συζήτησή της στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Ι.

Θ. του Σ., ο οποίος είχε υπογράψει το ένδικο μέσο της αναίρεσης ως πληρεξούσιος. Επομένως, αφού οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ.

α’ και γ’ ΚΠολΔ).- Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Για να είναι ορισμένος ο, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτόν και τα εξής: α) ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχει εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή του σχετικού αποδεικτικού μέσου καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ’ αυτό ο νόμος και δ) που έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 491/2014, Α.Π. 2034/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ., αιτίαση της παραβίασης του ορισμού του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των με αριθμ. .../11-9-1986 και ...15-2-1988 δημόσιων διαθηκών του διαθέτη Θ. Μ. ενώπιον των συμβολαιογράφων Αθηνών Αικατερίνης Ανδρικοπούλου και Άλκηστης Χριστοδούλου-Ανδρικοπούλου, αντίστοιχα, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο διαθέτης βρισκόταν σε πλάνη σχετικά με τη σημασία της λέξης ‘ ανακαλώ’ , που περιλαμβάνεται στις δύο προαναφερόμενες διαθήκες, ενώ "έπρεπε να κάνει δεκτό ότι οι δηλώσεις, που έγιναν ενώπιον συμβολαιογράφου, αρμόδιου για τη σύνταξη δημόσιων διαθηκών, έχουν πλήρη ισχύ έναντι όλων και δεν επιτρέπεται η ανατροπή τους με μαρτυρικές καταθέσεις, γιατί ακυρώνεται η πραγματική βούληση του διαθέτη, που ήταν αποτυπωμένη σ’ αυτές", προσδίδοντας έτσι στα ως άνω δημόσια έγγραφα δύναμη μικρότερη από εκείνη, την οποία ο νόμος τους απονέμει.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, με το ως άνω περιεχόμενο, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν περιέχει τα προαναφερθέντα αναγκαία κατά νόμο για την πληρότητά του στοιχεία.- Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τέλος, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 149/2015, Α.Π. 1371/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες διατείνονται, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη και κατ’ ουσία την έφεση των ήδη αναιρεσίβλητων - εναγουσών κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε κατ’ ουσία, δέχθηκε την ένδικη από 26-7-2012 αγωγή τους, κήρυξε άκυρες τις δηλώσεις ανάκλησης κάθε προηγούμενης διαθήκης, που έγιναν από το διαθέτη με τις υπ’ αριθμ. .../11-9-1986 και .../15-2-1988 δημόσιες διαθήκες του ενώπιον των συμβολαιογράφων Αθηνών Αικατερίνης Ανδρικοπούλου και Άλκηστης Χριστοδούλου - Ανδρικοπούλου, αντίστοιχα, και αναγνώρισε το κληρονομικό εκ διαθήκης δικαίωμα αυτών επί των κληρονομιαίων ακινήτων, χωρίς να αιτιολογεί για ποιο λόγο α) οι έγκυρες ως προς τις δωρήτριες διαθήκες είναι μη έγκυρες ως προς τους αναιρεσείοντες αλλά και ως προς αυτές (ενάγουσες-δωρεοδόχους), ενώ υπάρχει έμμεση ομολογία αυτών ως προς την αποδοχή των διαθηκών και του περιεχομένου τους και β) ο διαθέτης δεν είχε επίγνωση του τι άφηνε και σε ποιόν, και έτσι στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.

Με το περιεχόμενο όμως αυτό, οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και πρέπει ως τέτοιοι να απορριφθούν, γιατί υπό την επίκληση πλημμελειών εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήσσουν κατά βάση την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, αναφορικώς προς την παραδοχή του ότι ο διαθέτης βρισκόταν σε πλάνη σχετικά με τη σημασία της λέξης " ανακαλώ", που περιλαμβάνεται στις ως άνω δύο δημόσιες διαθήκες του, και επιπλέον αφορούν ελλείψεις ως προς την ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί απ’ αυτές (αποδείξεις).

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-6-2015 αίτηση των: 1) Κ. Χ. του Γ., 2) Γ. Μ. του Κ., 3) Κ. Μ. του Γ. και 4) Ά.-Μ. Μ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1426/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ