Supreme Court dismisses appeal against public works court decision rejecting claim for lack of administrative pre-trial procedure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a construction company against a second-instance judgment that rejected its lawsuit due to the absence of required administrative pre-trial steps. The appellant argued for the validity of its claim regarding unpaid construction costs and damages, while the respondent maintained the lower court correctly applied procedural rules. The court ruled that the lower court properly interpreted the law and rejected the appeal as unfounded, ordering the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 13 of Law 3852/2010; Art. 176 of the Code of Civil Procedure: The requirement for administrative pre-trial procedure in public works disputes is mandatory; failure to comply renders the claim inadmissible, and an appeal against a decision rejecting it on this ground is dismissed as unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 570 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 570/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο - Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ομάδα Κατασκευών Ανώνυμος Τεχνική Ναυτιλιακή και Τουριστική Εταιρεία" και διακριτικό τίτλο "Ομάδα Κατασκευών ΑΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανήκουσας στο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑΧΔΙΚ)" και εποπτευομένης από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και ήδη τελούσας υπό συγχώνευση διά απορρόφησης από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων ΑΕ" ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Θέμις Κατασκευαστική ΑΕ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αντωνίου, που ανακάλεσε την από 19-11-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2009 αγωγή - προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 4005/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-12-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος - Στέφανος Βόσκας διάβασε την από 3-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία εκδίκασης διαφορών από δημόσια έργα με αριθμό 4005/12 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη την από 30-9-2009 προσφυγή-αγωγή της αναδόχου του έργου "Εκτέλεση των οικοδομικών και Η/Μ εργασιών αποπεράτωσης του Εφετείου και της αίθουσας εορτών Δ.Μ.Α" λόγω μη τήρησης εκ μέρους αυτής, της προβλεπόμενης στο νόμο διοικητικής προδικασίας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από την ηττηθείσα διάδικο και παραδεκτά στρέφεται κατά της ΑΕ με την επωνυμία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ",που ήταν διάδικος στη δευτεροβάθμια δίκη και η οποία συνεχίζει να διατηρεί τη νομική προσωπικότητά της και να εκπληρώνει τους σκοπούς της μέχρι την 31-7-2015,από την επομένη της οποίας επέρχονται γι'αυτήν αυτοδίκαια τα αποτελέσματα της συγχώνευσής της με τις εταιρίες "ΔΕΠΑΝΟΜ ΑΕ" και "ΟΣΚ ΑΕ",στην νέα εταιρία με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΑΕ" [άρθρο 132 ν. 4199/2013,ΦΕΚ Α/216 και ΥΑ Δ16/2013 διαπιστωτική πράξη συγχώνευσης, ΦΕΚ Β 2856/11-11-2013].
Συνεπώς η αίτηση είναι παραδεκτή [άρθρα 552,553, 556 ,558, 564,566 παρ.1 ΚΠολΔικ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολ Δικ].
2.Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.1 του ν.1418/1984 όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 3 του ν.2940/2001: "Κατά των πράξεων ή παραλείψεων της διευθύνου σας υπηρεσίας που προσβάλλουν έννομο συμφέρον του αναδόχου χωρεί ένσταση, που ασκείται με κατάθεση στη διευθύνουσα υπηρεσία. Η ένσταση κατά των πράξεων ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δεκαπέντε ημερών από την κοινοποίηση της πράξης, εκτός αν σε ειδικές περιπτώσεις ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτόν ή στα προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με εξουσιοδότησή του.
Η ένσταση κατά των παραλείψεων ασκείται το αργότερο μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δεκαπέντε ημερών από την απόρριψη εκ μέρους της διευθύνουσας υπηρεσίας των αιτημάτων του αναδόχου που υποβάλλονται μαζί με την τελική επιμέτρηση, που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 11." Εξ άλλου από το άρθρου 13 του ίδιου νόμου όπως αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 3 παρ.3 του ν.2940/2001 και πριν από την αντικατάστασή της παρ.1 με το άρθρο 4 του ν.3481/2006,οριζόταν τα εξής: "1.Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου επιλύεται με προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. 2.Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο.
Παρέκταση αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται........3.Της προσφυγής στο εφετείο προηγείται υποχρεωτικά αίτηση θεραπείας σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, διαφορετικά η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη. Η προσφυγή στο εφετείο ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 7 του προηγούμενου άρθρου......".Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 5 § 8 του ν. 1418/1984 και 40 § 7 του π.δ. 609/1985 προ κύπτει, ότι προϋπόθεση για την τμηματική πληρωμή του αναδόχου αποτελεί κατά τα άρθρα 5 § 8 του ν. 14 18/19 84 και 40 § 7 του π.δ. 609/1985 η εκτέλεση των αντίστοιχων εργασιών από τον ανάδοχο και η νομότυπη υποβολή από αυτόν του οικείου λογαριασμού προς έλεγχο, ενδεχομένως διόρθωση και έγκριση από τη διευθύνουσα υπηρεσία, ο εγκεκριμένος δε λογαριασμός αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου.
Αν η διευθύνουσα υπηρεσία δεν επιστρέψει τους λογαριασμούς προς διόρθωση αλλά και δεν τους εγκρίνει, δεν στερείται ο ανάδοχος του δικαιώματος να πληρωθεί για τις εργασίες που εξετέλεσε. Πρέπει προς τούτο να υποβάλει ένσταση κατά της παραλείψεως της διευθύνουσας υπηρεσίας να εγκρίνει τους λογαριασμούς και σε περίπτωση απορρίψεως της ενστάσεως, να ασκήσει αίτηση θεραπείας, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 12 του ν. 1418/1984 [βλ.ΑΠ 1107/1997].
Ειδικότερα από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι όταν εκδίδεται από τη διοίκηση πράξη βλαπτική για τον ανάδοχο δημοσίου έργου, αυτός οφείλει, επί ποινή απαραδέκτου, πρώτα να ακολουθήσει την προβλεπόμενη διαδικασία διοικητικής επιλύσεως της διαφοράς και μόνο κατόπιν να ασκήσει προσφυγή στο αρμόδιο εφετείο, είτε κατά της πράξεως στην οποία η διαδικασία αυτή κατέληξε είτε κατά της παραλείψεως εκδόσεώς της, αφού έτσι ανακύπτει διαφωνία.
Η ίδια διαδικασία πρέπει να προηγείται και στην περίπτωση της αποζημιωτικής αγωγής, εφόσον με αυτήν επιδιώκεται η αποκατάσταση ζημίας του αναδόχου, ως συνέπεια της βλαπτικής γι'αυτόν πράξης ή παράλειψης της διοίκησης, αφού και στη περίπτωση αυτή πρέπει να προηγηθεί η ακύρωση [με προσφυγή] της υπαρκτής ατομικής διοικητικής πράξης.
Όταν όμως δεν πρόκειται περί βλαπτικής για τον ανάδοχο πράξεως της διοικήσεως αλλά αντίθετα περί πράξεως της οποίας αυτός επιδιώκει την υλοποίηση, όπως επί πράξεως της Διευθύνουσας Υπηρεσίας εγκριτικής του τελικού ή ενδιάμεσου λογαριασμού του έργου, η οποία αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του, τότε, στη περίπτωση που στη συνέχεια η Διοίκηση αρνείται να ικανοποιήσει την απορρέουσα από την εν λόγω πράξη, απαίτησή του, το ένδικο βοήθημα με το οποίο ο ανάδοχος μπορεί να διεκδικήσει δικαστικά την καταβολή του σχετικού ποσού, είναι η ευθεία αγωγή για αποζημίωση, η οποία εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο.
Με τη διάταξη δε της παρ.14 του άρθρου 41 του Ν.3316/05, ορίσθηκε ότι για τη δικαστική επίλυση των διαφορών που προκύπτουν μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, κατά την εκτέλεση των συμβάσεων του άρθρου 1 εφαρμόζονται ανάλογα οι δια τάξεις του άρθρου 13 του Ν.1418 /1984 όπως ισχύουν κάθε φορά. Στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.3 του ν.3481/2006 προστέθηκε στην παρ.1 του άρθρου 13 του ν.1418/84 εδάφιο στο οποίο ορίζεται ότι "η κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις δια φορές του παρόντος νόμου.", ενώ στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 13 του ν. 1418/19 84 προστέθηκε εδάφιο ως ακολούθως: "Δεν απαιτείται η τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας στις περιπτώσεις που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης".Με την μεταβατικού δε χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 10 παρ.5 του ίδιου νόμου, ορίσθηκε ότι "οι δια τάξεις της παρ.3 του άρθρου 4 εφαρμόζονται και στις ήδη εκτελούμενες συμβάσεις έργων.
Αγωγές που έχουν ασκηθεί ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων χωρίς την τήρηση της ενδικοφανούς προδικασίας, δεν θεωρούνται απαράδεκτες για το λόγο αυτόν".Με τη θέσπιση των ανωτέρω διατάξεων [αρχικών και μεταγενέστερων] που έχουν εφαρμογή σε κάθε σύμβαση δημόσιου έργου που καταρτίζεται και εκτελείται ή εκτελέσθηκε μετά την έναρξη εφαρμογής του [28-2-1984], ο νομοθέτης δεν θέλησε να ανατρέψει τα μέχρι τότε ισχύοντα, ότι δηλαδή απαιτείται η τήρηση της διοικητικής προδικασίας σε κάθε περίπτωση, εφόσον προσβάλλεται με προσφυγή βλαπτική για τον ανάδοχο πράξη ή παράλειψη της διευθύνουσας το έργο αρχής στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτά σωρεύεται και αγωγή [καταψηφιστική ή αναγνωριστική] αλλά να καλύψει το απαράδεκτο των αγωγών που δεν περιείχαν ακυρωτικό αίτημα και για τις συμβάσεις που ήδη εκτελούνταν κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος των τροποποιητικών πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 13 του ν.1418/84,ιδιαίτερα όταν με αυτές επιδιώκονταν η υλοποίηση εγκριτικής πράξη της διοίκησης, αφού πρόκειται για γεγονός που δεν δημιουργεί διαφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, ούτε υπάρχει πράξη ή παράλειψη βλαπτική των συμφερόντων του αναδόχου.
Τέλος σε περίπτωση απόρριψης της προσφυγής -αγωγής λόγω μη τήρησης της ανωτέρω προδικασίας, η απόφαση του Εφετείου υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο κατά το άρθρο 559 περ.1 ΚΠολΔικ, [που περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων λόγων αναίρεσης στη παρ. 6 του άρθρου 13 του ν.1418/1984] αφού οι ανωτέρω διατάξεις, παρά την προβλεπόμενη κύρωση του "απαραδέκτου", αν δεν τηρήθηκε η διοικητική διαδικασία είναι και ουσιαστικού δικαίου, καθόσον η μη τήρηση αυτών συνεπάγεται την ουσιαστική απώλεια του άξιου δικαστικής προστασίας με προσφυγή-αγωγή ιδιωτικού δικαιώματος [ΑΠ 653/2010].
Εξ άλλου το μεν άρθρον 559 ΚΠολΔ, περιοριστικώς καθορίζει τους λόγους αναιρέσεως, χωρίς να περιλαμβάνει και την υπό του δικαστηρίου εσφαλμένη εκτίμηση διαδικαστικών εγγράφων το δε άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔικ, με το οποίο ορίζεται, ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της αυτής ή άλλης δίκης υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσης, αλλά επιτρέπει την εξέταση, εάν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους διαλαμβανόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔικ.
με συνέπεια το ακυρωτικόν, να εκτιμά το περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής για να διακριβώσει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς μη διαλαμβανόμενους σ'αυτήν που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ή αντίθετα δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς καίτοι αναφέρονταν σ'αυτήν [οπότε ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔικ, λόγος αναιρέσεως, που δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων λόγων αναίρεσης στη παρ.6 του άρθρου 13 του ν.1418/1984] ή αξίωσε για την εφαρμογή της εφαρμοστέας διατάξεως στοιχεία πλείονα ή διάφορα από αυτά που απαιτεί η ίδια διάταξη ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, οπότε ιδρύεται ο εκ του αριθμού 1 του αυτού άρθρου λόγος αναιρέσεως [ΑΠ 1385/2005, ΑΠ 1365/1982].
Στη προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 30-9-2009 προσφυγής - αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα -ανάδοχος εταιρία- είχε ισχυρισθεί ότι το έργο που αυτή ανέλαβε να εκτελέσει δυνάμει της αρχικής από 12-7-1993 σύμβασης και των μεταγενεστέρως εκπονηθέντων σταδιακά τροποποιητικών μελετών και μεταβολής του αρχικού συμβατικού ποσού, παραδόθηκε σταδιακά κατά τμήματα με τελευταίο εκείνο του υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων και του περιβάλλοντα χώρου που παραδόθηκε προς χρήση στις 30-11-2005,ότι για τη συντήρηση και λειτουργική υποστήριξη του ΔΜΑ που αυτή εξωσυμβατικά ανέλαβε και εκτελεί από τον Μάρτιο του 2000 μέχρι και του χρόνου άσκησης της προσφυγής-αγωγής, προσέλαβε πρόσθετο προσωπικό και συγκρότησε τεχνική ομάδα υποστήριξης [η οποία λειτούργησε με πλήρη σύνθεση 18 ατόμων διαρκώς μέχρι το τέλος του 2007 και με στοιχειώδη σύνθεση 6 ατόμων μέχρι το έτος 2008],το οποίο αυτή μισθοδοτεί και ότι η καθής η προσφυγή παράνομα και αντισυµβατικά:
α]αρνείται να καταβάλει στην εκδοχέα Τράπεζα Κύπρου µέρος των εκχωρηθέντων από αυτήν εγκεκριµένων λογαριασµών (42°έως 54°),εκδοθέντων από 5-12-2001 και εφεξής για τους οποίους εκκρεμεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου αγωγή της Τράπεζας κατά της αναιρεσίβλητης, β]αρνείται να συντάξει και εγκρίνει τον τελικό 22° (τακτοποιητικό) Συγκριτικό Πίνακα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής της από εκτελεσθείσες πρόσθετες εργασίες κατασκευής, γ] αρνείται να της καταβάλει την οφειλόµενη για τις παραπάνω πρόσθετες εργασίες αμοιβή, που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 14.236.515,63 €, δ]αρνείται να εγκρίνει την απόδοση των δαπανών που έχει καταβάλει και συνεχίζει να καταβάλει για απολογιστικές εργασίες εξωσυµβατικής συντήρησης και υποστήριξης της λειτουργίας του Δ.Μ.Α.
από το έτος 2000 μέχρι σήμερα, ε]αρνείται να αποδώσει στην αναιρεσείουσα την οφειλόµενη για τις παραπάνω απολογιστικές εργασίες δαπάνη, η οποία ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 4.913.234,34 € για το διάστημα μέχρι τέλους 2007,πλέον των ποσών που θέλει προσδιορισθούν αφενός µεν για το εφεξής και μέχρι σήμερα διάστημα και αφετέρου για το κονδύλιο της τακτικής συντήρησης των Η/Μ εγκαταστάσεων, για όλα δε τα παραπάνω ποσά επί πλέον του νόμιμου ποσοστού 18% για γενικά έξοδα και όφελος εργολάβου(Γ.Ε.+Ο.Ε.)µε τη νόμιμη έκπτωση µόνον επί του εργολαβικού οφέλους.
Ισχυρίσθηκε επίσης τα ακόλουθα: "Επειδή παρά την ως άνω κατάφωρα αντισυµβατική συµπεριφορά της αντιδίκου, αυτή παρά ταύτα κατέβαλλε κατά διαστήματα ελάχιστο μέρος των οφειλών της, το οποίο η εταιρία µας είχε απόλυτη ανάγκη, προκειµένου να εξοφλούµε τουλάχιστον τους τόκους προς την Τράπεζα, ειδάλλως κινδύνευε άμεσα µε πτώχευση, κατ'αποτέλεσµα βρίσκεται όλο αυτό το διάστημα σε ομηρία, εγκλωβισμένη στη συμβατική αυτή σχέση, απ'την οποία επάγεται τεράστιες ζηµίες, µε άμεσα πλέον απειλούμενο κίνδυνο την επί θύραις πτώχευση της εταιρίας, καθώ και ότι το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής της καθής είναι ότι παρόλο που το επίδικο έργο έχει αποπερατωθεί και έχει από μακρού αποδοθεί στους χρήστες και λειτουργεί απρόσκοπτα, κάτι οποίο φυσικά δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, έχουν δε νομίμως διενεργηθεί οι απαιτούμενες επιμετρήσεις και αυτοδίκαιες παραλαβές, εν τούτοις οφείλεται ακόμη σημαντικό μέρος του εργολαβικού ανταλλάγματος για πρόσθετες εργασίες κατασκευής καθώς και η απόδοση δαπανών τις ο ποίες αυτή εξακολουθεί να καταβάλει για απολογιστικές εργασίες συντήρησης και λειτουργικής υποστήριξης του ΔΜΑ".
Τέλος ισχυρίσθηκε, ότι αυτή είχε ζητήσει προ πολλού την εκπλήρωση των παραπάνω υποχρεώσεών της και ότι µε επανειλημμένες οχλήσεις είχε ζητήσει από την αντίδικο, τελευταία δε µε το υπ' αρ. πρωτ. 51 358/14-9-2009 έγγραφό προς αυτήν, με το οποίο υπέβαλε και επισήμως πλέον, προκειμένου να προωθηθεί προς έγκριση, αφενός µεν σχέδιο του απαιτούμενου 22ου τελικού (τακτοποιητικού) Σ.Π., τον οποίον, ενόψει της αδράνειας της αντιδίκου, συνέταξε βάσει των δεδομένων και µη αµφισβητούµενων, εγκεκριµένων ποσοτήτων και τιμών και στον οποίο εμφανίζονται αναλυτικά και ανακεφαλαιωτικά οι εκ του εργολαβικού ανταλλάγματος οφειλές, την εκπλήρωση των οποί ων αρνείται η αντίδικος, αφετέρου δε συγκεντρωτικές και αναλυτικές καταστάσεις µισθοδοσίας στις οποίες εµφανίζονται οι δαπάνες µισθών τις οποίες έχει καταβάλει για την εξωσυµβατική συντήρηση και λειτουργική υποστήριξη του έργου μέχρι και του τέλους 2007.
Καταλήγει δε ότι περαιτέρω πρόδηλο είναι ότι η εκ µέρους της αντιδίκου παράνοµη άρνηση εκπλήρωσης των συµβατικών υποχρεώσεών της τόσο μεγάλου ύψους και για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, έχει επιφέρει σ'αυτήν [αναιρεσείουσα] βαρύτατη ζημία, θετική και αποθετική, κάτι που αποτυπώνεται στα δυσµενέστατα οικονομικά της αποτελέσματα, την αποκατάσταση της οποίας διεκδικεί επίσης κατ'ελάχιστο µε την αγωγή της.
Ενόψει αυτών είχε ζητήσει να υποχρεωθεί η καθής η προσφυγή-εναγομένη: 1] να εγκρίνει τον 22ο ΣΠ και τον 550 λογαριασμό ύψους 14.236.516,63 ευρώ πλέον των νομίμων τόκων για την καταβολή του υπολοίπου του εργολαβικού ανταλλάγματος για εκτελεσθείσες πρόσθετες εργασίες κατασκευής στο έργο "Εκτέλεση των οικοδομικών και Η/Μ εργασιών αποπεράτωσης του Εφετείου και της Αίθουσας Εορτών Δ.Μ.
Α.",2] να εγκρίνει την απόδοση δαπανών µε την έκδοση σχετικού εντάλματος πληρωμής, ύψους 5.717.696,5 ευρώ, πλέον των νοµίµων τόκων, για δαπάνες µισθοδοσίας Μαρτίου 2000- Δεκεμβρίου 2007 από την εκτέλεση απολογιστικών εργασιών στο ίδιο έργο, πλέον των ποσών που θα προσδιορισθούν για μισθούς κατά το εφεξής διάστημα και για λοιπές αμοιβές απολογιστικών εργασιών προσαυξηµένων µε το νόμιμο ποσοστό για Γ.Ε.
και Ο.Ε .και πλέον των νομίμων τόκων και 3]να της καταβάλει: α) το ποσό των δεκατεσσάρων εκατομμυρίων διακοσίων τριάντα έξι χιλιάδων πεντακοσίων δεκαπέντε ευρώ και εξήντα τριών λεπτών [14.236.515,63€] προς εξόφληση του υπολοίπου του εργολαβικού ανταλλάγματος για εκτελεσθείσες πρόσθετες εργασίες κατασκευής στο ίδιο ως άνω έργο, νοµιμοτόκως από τότε που κατέστη απαιτητό, ήτοι από την πάροδο τριμήνου από την εκτέλεση των εργασιών άλλως από την πάροδο τριμήνου από την προς τούτο όχλησή άλλως από την επίδοση της παρούσας, β) το ποσό των πέντε εκατομμυρίων εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδων εξακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ και πέντε λεπτών (5.185.624,05 ευρώ), προς απόδοση δαπανών που κατέβαλε για την εκτέλεση απολογιστικών εργασιών στο ίδιο ως άνω έργο, νοµιµοτόκως από τότε που κατέστη απαιτητό ήτοι από την πάροδο τριμήνου από την καταβολή των δαπανών, άλλως από τη πάροδο τριμήνου από την προς τούτο όχλησή άλλως από την επίδοση της αγωγής γ) το ποσό των εκατόν εβδομήντα εκατομμυρίων πεντακοσίων εβδομήντα τριών χιλιάδων εκατόν ογδόντα ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (170.573.180,29 ευρώ), για αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας που αυτή υπέστη από τη παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της αντιδίκου (νομιμοτόκως).
Ενόψει του παραπάνω περιεχομένου και των αιτημάτων αυτής το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εκτιμώντας ότι πρόκειται περί προσφυγής με την οποία ζητείται η ακύρωση βλαπτικής για τον ανάδοχο παραλείψεως της καθής η προσφυγή στην οποία παραδεκτά σωρεύεται αγωγή καταβολής των προαναφερθέντων χρηματικών ποσών από τις ίδιες αιτίες καθώς και αποζημιωτική αγωγή, όπως και η ίδια η αναιρεσείουσα αναφέρει στην αίτηση αναίρεσης [βλ.αρχή της σελ.4] και ακολούθως απόρριψαν την προσφυγή ως απαράδεκτη λόγω μη τήρησης της διοικητικής προδικασίας, ανεξάρτητα εάν είχε εκτελεσθεί ή όχι η σύμβαση [κατά την κύρια αιτιολογία της],ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε της προπαρατεθείσες διατάξεις, χωρίς να αξιώσει στοιχεία πλείονα ή διάφορα από εκείνα που με αυτές προβλέπονται ή να αρκεσθεί σε λιγότερα.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η αναφερόμενη ως εκ περισσού αιτιολογία ότι ακόμη και αν επρόκειτο περί αυτοτελούς [ευθείας] αγωγής και πάλιν έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω μη τήρησης της διοικητικής προδικασίας επειδή το έργο είχε εκτελεσθεί και παραδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του προδιαληφθέντος τροποποιητικού του άρθρου 13 νόμου, αλυσιτελώς προσβάλλεται αφού η ήδη αμέσως πιο πάνω αναφερθείσα στηρίζει επαρκώ το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης [άρθρο 176 ΚΠολ Δικ] όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση της εταιρίας "Ομάδα Κατασκευών ΑΕ" για αναίρεση της 4005/2012 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ