Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and procedural errors regarding pending third-instance litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision, ruling that the appeal petition failed to meet statutory requirements. The appellants argued for a reversal based on vague legal claims and alleged procedural errors, but the court found the petition lacked specific factual premises and substantive legal violations. Consequently, the court held that the appeal was inadmissible due to its lack of clarity and the lower court's decision was legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 562(2), 566(1), 578, 559(1), 19, and 249 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must explicitly state the factual premises of the lower court's decision to allow the formulation of specific grounds for cassation, and procedural rulings on pending third-instance litigation do not constitute grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 570 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 570/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Σ. του Ε., κατοίκου ... και 2. Α. Κ. συζ. Δ. Ζ., (πρώην συζ. Π. Σ.), κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χαρίτο.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Σ. Χ., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Καντιδενό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-1988 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου και εκδόθηκε η 424/1989 απόφαση. Στη συνέχεια η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 5-3-2001 αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκε η 191/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-7-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 16-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1 και 578 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι όταν η αγωγή ή ο ισχυρισμός κρίθηκαν κατ' ουσία βάσιμοι ή αβάσιμοι, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως ή ισχυρισμού), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση των σχετικών λόγων αναιρέσεως, διότι η τύχη της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα της ορθότητας του διατακτικού.
Εξάλλου, δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλομένη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών.
Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως. Εξάλλου, δεν ανακύπτει η πλημμέλεια αυτή, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο από τους λόγους αναίρεσης, που κρίνονται ενιαίως, αποδίδουν κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις, κατά μεν το πρώτο μέρος τους, υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι με το να απορρίψει κατ' ουσία την έφεση που άσκησαν αυτοί κατά της 191/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία δέχθηκε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνώρισε αυτή συγκυρία του επιδίκου ακινήτου σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και υποχρέωσε αυτούς να το αποδώσουν σ' εκείνη, παραβίασε ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατά δε το δεύτερο μέρος τους και με την επίκληση του αριθμού 8β του ως άνω άρθρου (559 Κ.Πολ.Δ.), ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, που είχαν προτείνει πρωτοδίκως και κατ' έφεση, ότι η απόφαση 424/1989 του Ειρηνοδικείου Ρόδου, που απετέλεσε τον τίτλο κτήσης του επιδίκου από την αναιρεσίβλητη, είχε εκδοθεί κατά συμπαιγνία αυτής (αναιρεσίβλητης) και των αντιδίκων της στη δίκη εκείνη και ήταν προϊόν απάτης της πρώτης, και τέλος κατά το τρίτο μέρος τους και με την επίκληση του αριθμού 10 του ιδίου ως άνω άρθρου, ότι κατέληξε στην κρίση αυτή περί αποδοχής της ένδικης αγωγής, χωρίς απόδειξη.
Πλην και αναφορικά με το πρώτο μέρος των λόγων αυτών, πέραν του ότι δεν αναφέρονται ενάριθμα οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, ενώ στο αναιρετήριο εκτίθενται ελάχιστα στοιχεία του πραγματικού μέρους της υποθέσεως, καθώς και διάφορες νομικές σκέψεις και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, δεν παρατίθεται καμία απολύτως ουσιαστική παραδοχή του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτό ως αποδειχθέντα για να στηρίξει την φερομένη ως λανθασμένη κρίση του, ούτε εκτίθεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου δηλαδή η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων.
Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση, και οι τρεις αυτοί λόγοι της αίτησης αναίρεσης και κατά το μέρος τους αυτό, πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι. Περαιτέρω, και αναφορικά με το δεύτερο μέρος τους, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθ' όσον το Εφετείο, με το να απορρίψει την έφεση που άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία, όπως ήδη εκτέθηκε, έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή, στο σύνολό της, αναγνωρίσθηκε η συγκυριότητα της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου και υποχρεώθηκαν οι τελευταίοι αν αποδώσουν αυτό στην πρώτη, εξέτασε τον ανωτέρω ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος.
Τέλος, και σε σχέση με το τρίτο μέρος των προεκτεθέντων λόγων αναίρεσης, αυτοί πρέπει να απορριφθούν επίσης, ως αβάσιμοι, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, το Εφετείο στην επί ουσίας της υποθέσεως κρίση του, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης ενάγουσας και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν ύστερα από επίκληση οι διάδικοι και επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς απόδειξη.
Η κατ' άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ. αναστολή της δίκης, για το λόγο ότι η διάγνωση της διαφοράς, ολικά ή εν μέρει, εξαρτάται από την ύπαρξη μίας έννομης σχέσης, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς, αφήνεται στην κυριαρχική και γι' αυτό αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστή. Επομένως, η απόρριψη από το Εφετείο σχετικού αιτήματος διαδίκου, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η πλημμέλεια ότι δεν διέταξε την αναστολή της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μέχρι να τελεσιδικήσει η τριτανακοπή που άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της 424/1989 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου, η οποία και αποτελεί τον τίτλο κτήσης επί του επιδίκου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ενόψει του ότι η απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος των αναιρεσειόντων δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Ιουλίου 2008 αίτηση των Π. Σ. του Ε. κ.λ.π., για αναίρεση της 77/2008 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700,00) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ