Supreme Court dismisses appeal against football club's refusal to pay coach damages for false rumors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting his claim for damages. The appellant, a former coach, alleged that the club's new administration spread false rumors about his absence and lack of love for the team, causing moral harm. The court upheld the lower court's finding that these statements did not expose the appellant to a real risk of damage to his reputation or profession given the club's poor financial state and lack of management. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and no costs were assigned due to the absent respondent.
Legislator headnote
AI generatedArt. 31 para. 6 of Law 2725/1999; Art. 920 of the Civil Code: The court may award monetary compensation for moral damage for the support or dissemination of false news endangering a person's assets, provided the statements expose the individual to a real risk of damage to their reputation or profession.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 570 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 570/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τουτζιαράκη. Της αναιρεσίβλητης: Ποδοσφαιρικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΕ ο Άρης Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2481/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1139/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-3-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 16-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό, του πρώτου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως αποδεικνύεται από την .... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ...., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της σημερινής δικασίμου και ορισμού εισηγητή καθώς και κλήση προς παράσταση κατά την συζήτηση αυτή εκδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη, η οποία, όμως δεν παραστάθηκε καθοιονδήποτε τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο και επομένως το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της (αρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με το αρ. 31 παρ. 6 ν2725/1999 "ερασιτεχνικός και επαγγελματικός αθλητισμός και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "κάθε προπονητής συμβάλλεται υποχρεωτικά εγγράφως με τον αθλητικό φορέα, στον οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του με πλήρη, μερική, περιοδική απασχόληση εξαρτημένης εργασίας ή παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Η σχετική σύμβαση για να είναι έγκυρη απαιτείται να κατατεθεί και να θεωρηθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.". Κατά την σαφή διατύπωση της ως άνω διάταξης απαραίτητος όρος για την εγκυρότητα, και μεταξύ των συμβαλλομένων, της σύμβασης παροχής αθλητικών υπηρεσιών από προπονητή προς αθλητικό φορέα, για την οποία με την διάταξη αυτή καθιερώνεται συστατικός έγγραφος τύπος, είναι η κατάθεσή της στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
και η θεώρησή της απ' αυτήν, διαφορετικά είναι άκυρη, θεωρείται, επομένως, ως μη γενομένη (αρ. 3174, 180 ΑΚ) και συνακόλουθα μεταξύ των συμβληθέντων υπάρχει απλή σχέση εργασίας, ο εργοδότης μπορεί να παύσει να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και χωρίς έγκυρη καταγγελία και δεν καθίσταται υπερήμερος και υπόχρεος για την καταβολή μισθών υπερημερίας για τον εφεξής χρόνο, ο δε μισθωτός για την παρασχεθείσα εργασία του μπορεί ν' αξιώσει την ωφέλεια που αποκόμισε απ' αυτήν ο εργοδότης μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η ως άνω διάταξη του αρ. 31 παρ. 6 ν. 2725/1999 και η προαναφερθείσα ερμηνεία της, αναμφίβολα προκύπτουσα και από την γραμματική διατύπωσή της, δεν βρίσκονται σε αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων του Συντάγματος 4 που καθιερώνει την ισότητα των Ελλήνων πολιτών απέναντι στο νόμο, 5 παρ.1 που ορίζει ότι κάθε ένας έχει το δικαίωμα ν' αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας κλπ, 25 παρ.1 που καθιερώνει την αρχή της αναλογικότητας και 106 παρ.2 που ορίζει ότι η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται ν' αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας, καθόσον η τήρηση της διατύπωσης αυτής, δηλ.
η κατάθεση της σχετικής σύμβασης παροχής αθλητικών υπηρεσιών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και η θεώρησή της από την ως άνω υπηρεσία, καθώς και η εξάρτηση της εγκυρότητας της απ' αυτήν, ουδόλως ματαιώνει, εμποδίζει ή δυσχεραίνει την άσκηση των προαναφερθέντων συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων ούτε παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον αναφέρεται γενικά και χωρίς την εισαγωγή διακρίσεων και εξαιρέσεων σε όλες τις συμβάσεις παροχής προπονητικών υπηρεσιών προς αθλητικούς φορείς και μπορεί να πραγματοποιηθεί ευχερώς και χωρίς σημαντική δαπάνη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης κρίνοντας, ύστερα από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος επί αγωγής αυτού κατά της τώρα αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την οποία ζητούσε τ' αναφερόμενα εκεί ποσά με βάση σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ως προπονητή ποδοσφαίρου, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 1139/2006 απόφασή του, ότι ο ενάγων, γερμανός υπήκοος, είναι επαγγελματίας προπονητής ποδοσφαίρου εφοδιασμένος με το νόμιμο πτυχίο για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, ότι την 1-2-2002 η εναγομένη ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία ΠΑΕ ΑΡΗΣ προσέλαβε τον ενάγοντα με έγγραφη σύμβαση, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως προπονητής ποδοσφαίρου στην επαγγελματική ομάδα της, ότι η διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε σε 18 μήνες και ως αμοιβή του το ποσό των 25.000 Ευρώ μηνιαίως με επιπλέον έκτακτες παροχές και παροχές σε είδος, ότι η σύμβαση αυτή δεν κατατέθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ και δεν θεωρήθηκε απ' αυτήν και επομένως σύμφωνα με το αρ. 31 παρ. 6ν. 2725/1999 είναι άκυρη και ο ενάγων δεν μπορεί να επικαλεσθεί δικαιώματα και ν' ασκήσει αξιώσεις απ' αυτήν, ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση που αποτελεί ανεξάρτητα από τον δοθέντα από τα μέρη χαρακτηρισμό της, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατέστη απλή εργασιακή σχέση, ότι σε εκτέλεση αυτής ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και τον Ιούνιο του 2002, ότι στις αρχές Ιουλίου 2002 η εναγόμενη κατήγγειλε την σύμβαση και από τότε δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του, μη περιελθούσα λόγω της ακυρότητας της σύμβασης σε υπερημερία και μη υποχρεουμένη να καταβάλλει τους μισθούς μέχρι την λήξη της συμφωνημένης διάρκειας της σύμβασης, με βάση δε τις παραδοχές αυτές και κατ' επικύρωση της ομοίως αποφανθείσης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έκρινε ότι ο ενάγων δεν μπορεί ν' αναζητήσει παροχές και ν' ασκήσει και ν' ασκήσει αξιώσεις που έχουν ως προϋπόθεση την ύπαρξη και λειτουργία έγκυρης σύμβασης, αλλά μόνο δεδουλευμένες αποδοχές (των μηνών Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2002), τις οποίες είχε πραγματικά επιδικάσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρ. 31 παρ. 6ν. 2725/1999 και 5 παρ. 1, 25 παρ.1 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος(ενώ δεν τίθεται σε κάθε περίπτωση θέμα παραβίασης και του αρ. 4 του Συντάγματος που καθιερώνει την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, καθόσον ο ενάγων είναι αλλοδαπός υπήκοος).
Εξάλλου η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του αρ. 31 παρ. 6ν. 2725/1999. Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατ' αμφότερα τα σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 19 του αρ. 559 ΚΠολΔ.
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του αρ. 920 ΑΚ όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιοδήποτε περιστατικό, σχέσεις ή καταστάσεις που ανάγονται στο παρελθόν ή παρόν και εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά τον χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικά αναφερόμενα στην ως άνω διάταξη αγαθά, δηλ.
την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου. Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι αναληθείς. Εξάλλου, ως πίστη του προσώπου νοείται η γνώμη και υπόληψη που έχουν οι τρίτοι γι' αυτό σχετικά με την οικονομική και επαγγελματική κατάστασή του, ως μέλλον του η οικονομική και επαγγελματική βελτίωσή του, η πίστη δε, το μέλλον ή το επάγγελμα κάποιου προσώπου θεωρείται ότι βρίσκεται σε κίνδυνο, όταν δημιουργούνται δυσμενείς εντυπώσεις σε τρίτους και ειδικότερα σε εκείνους, με τους οποίους σχετίζεται κοινωνικά, οικονομικά ή επαγγελματικά.
Επίσης για την εφαρμογή της διάταξης αυτής απαιτείται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υποστήριξης ή διάδοσης αναληθών ειδήσεων και της δημιουργίας κινδύνου για τα ως άνω αγαθά κάποιου προσώπου. Τέλος, κατ' αρ. 932 Α.Κ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ειδική μορφή και περίπτωση της οποίας αποτελεί η κατά την προαναφερθείσα διάταξη του αρ. 920 Α.Κ υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων που εκθέτουν σε κίνδυνο τα ως άνω αγαθά κάποιου προσώπου, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει, πέρα και ανεξάρτητ' από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι μετά την καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης κατά της συναντήσεις του ενάγοντος στο τέλος Ιουνίου 2002 με τη νέα διοίκηση της εναγομένης τα μέλη αυτής του γνωστοποίησαν ότι η οικονομική κατάστασή της δε επέτρεπε πλέον την μεταξύ τους συνεργασία, ότι η νέα διοίκηση της εναγομένης και δη ο πρόεδρός της σε συνέντευξή του στις εφημερίδες αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι α) ο ενάγων προπονητής απουσίαζε αδικαιολόγητα επί πολλές ημέρες από την ομάδα β) είναι ξένος και δεν αγαπούσε την ομάδα και γ) το συμβόλαιό του περιέχει οικονομικούς όρους σε βάρος της ομάδας κλπ, περαιτέρω δε (δέχθηκε το Εφετείο) ότι λαμβάνοντας υπόψη τις ως άνω ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (κακή οικονομική κατάσταση της εναγομένης, έλλειψη διοίκησης, μη προσέλευση των ποδοσφαιριστών στην ομάδα) η υποστήριξη ή διάδοση των αναληθών, έστω, ειδήσεων δεν μπορούσαν να εκθέσουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του ενάγοντος και ειδικότερα δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν δυσμενείς εντυπώσεις σε τρίτους, με τους οποίους σχετίζεται οικονομικά, επαγγελματικά ή κοινωνικά, ότι με τις παραπάνω δηλώσεις της τότε διοίκησης της εναγομένης δεν αποδεικνύεται μείωση της επαγγελματικής αξίας και της υπόληψης του ενάγοντος και προσβολή της προσωπικότητάς του και ότι επομένως δεν υπέστη ηθική βλάβη, με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το αίτημα του ενάγοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ως ουσιαστικά αβάσιμο, όπως και τον σχετικό λόγο της έφεσής του, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες απορρίπτοντας άνευ αμφιβολίας κατ' ουσίαν το ως άνω αίτημα και τον αντίστοιχο λόγο έφεσης. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με ανεπαρκείς, αντιφατικές ή ανύπαρκτες αιτιολογίες απέρριψε το αίτημα του ενάγοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και τον σχετικό τρίτιο λόγο της έφεσής του ως ουσιαστικά αβάσιμο και ειδικότερα ότι ενώ με το διατακτικό το αίτημα απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμο στο σκεπτικό προβάλλεται αιτιολογία που αφορά τη νομική βασιμότητα.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, μη τεθεί όμως διάταξη για δικαστικά έξοδα λόγω της απουσίας της νικούσης αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπει την από 28-3-2006 αίτηση του .... για αναίρεση της 1139/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ