Legislator Case Law & Legislation
570/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on public works contract subcontracting validity and procedural errors.

Case Number 570/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding a public works contract dispute. The appellants argued for a penalty due to alleged unauthorized subcontracting, but the lower court found the agreement constituted a partial substitution of the main contractor rather than a valid subcontract. The Court upheld this finding, ruling that such substitutions require approval at the execution stage, which was not met here, and rejected procedural complaints as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 5(6) of Law 1418/1984, Article 51(1) and (2) of Decree-Law 609/1985, Article 1 of Law 2940/2001, Articles 174 and 408 of the Civil Code; An agreement where a contractor assigns a percentage of work to others before contract award constitutes a partial substitution of the contractor, which is invalid without subsequent approval by the project owner.

Keywords

AI generated
public works contract subcontracting validity partial substitution contractual penalty procedural error contract execution stage project owner approval

Cited Legislation

AI generated
Article 5(6) of Law 1418/1984
Article 2(5) of Law 2229/1994
Article 51(1) and (2) of Decree-Law 609/1985
Article 1 of Law 2940/2001
Articles 174 and 408 of the Civil Code
Article 13(1) of Decree-Law 23/1993

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 570 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 570/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας - καλούσας : Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Α.ΤΕ.Β.Ε.", η οποία εδρεύει στην Κομοτηνή και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Ευθυμιάδη.

Των αναιρεσειουσών - καθ'ών η κλήση : 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ Α.Τ.Ε.", η οποία εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εδρεύουσας στην Καβάλα ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΣΤΟΣ ΑΤΕ", την οποία συγχώνευσε με απορρόφηση και 2) Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εδρεύουσας στην Αλεξανδρούπολη ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΜΕΛΙΟ 79 Α.Ε.", την οποία συγχώνευσε με απορρόφηση. Η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Ευθυμιάδη, ο οποίος δήλωσε ότι ως προς την 1η καταργήθηκε η δίκης με την υπ' αριθμ. 1017/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, επειδή παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ'ών η κλήση : 1) Κοινοπραξίας (τεχνικών εταιριών) με την επωνυμία "ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΤΕ, ΕΤΕΟ ΑΕ. Κ. ΜΕΣΑΙΚΟΣ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΜΕΣΑΙΚΟΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΤΕ", η οποία εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΕΟ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Ορεστιάδα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Γαλετζά, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή και με την υπ' αριθ. καταθ. 726/ΤΠ/59/2000 προσεπίκληση με παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 41/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 570/2002 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείουσες, με την από 11 Ιουνίου 2003 αίτησή τους και τους από 30 Οκτωβρίου 2003 πρόσθετους λόγους αυτής και εκδόθηκε η 1017/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 22 Μαϊου 2006 κλήση της Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 1η Φεβρουαρίου 2005 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Βερέτσου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την παρ.6 του άρθρου 5 του ν.1418/1984 "περί δημοσίων έργων και ρυθμίσεων συναφών θεμάτων όπως η παρ. 6 συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν.2229/1994, ορίζονται τα ακόλουθα: "Η υποκατάσταση τρίτου στην κατασκευή μέρους ή όλου του δημοσίου έργου απαγορεύεται χωρίς την έγκριση του φορέα της κατασκευής του έργου.

Αν διαπιστωθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι έχει γίνει άμεση ή έμμεση υποκαταστάση του αναδόχου από άλλη εργοληπτική επιχείρηση, ο κύριος του έργου-φορέας κατασκευής κηρύσσει έκπτωτο τον ανάδοχο, μετά από γνώμη του αρμοδίου τεχνικού Συμβουλίου Δημοσίων 'Εργων. Σε κάθε περίπτωση υποκατάστασης ο ανάδοχος ευθύνεται μαζί με τον υποκατάστατο εις ολόκληρον προς τον κύριο του έργου, το προσωπικό του έργου και οποιονδήποτε τρίτο.

Κατ΄εξαίρεση μπορεί να εγκριθεί η υποκατάσταση με απαλλαγή του αναδόχου από την ευθύνη του προς τον κύριο του έργου, αν αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του έργου και ο ανάδοχος βρίσκεται σε προφανή αδυναμία να περατώσει το έργο. Με προεδρικό διάταγμα καθορίζονται τα προσόντα του υποκατάστατου, οι συνέπειες για τον ανάδοχο, η διαδικασία έγκρισης της υποκατάστασης, τα θέματα που σχετίζονται με την υποκατάσταση μέλους αναδόχου κοινοπραξίας και κάθε σχετική λεπτομέρεια".

Σε εκτέλεση της διάταξης αυτής εκδόθηκε το Π.Δ. 609/1985, στο άρθρο 51 του οποίου ορίζεται: "1.Η υποκατάσταση άλλης εργοληπτικής επιχείρησης στην κατασκευή του έργου σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 5 του Ν.1418/1984 προτείνεται από την Διευθύνουσα υπηρεσία και εγκρίνεται από την Προϊσταμένη Αρχή. Για να εγκριθεί η υποκατάσταση πρέπει η εργοληπτική επιχείρηση, που θα υποκαταστήσει τον ανάδοχο να έχει τα ίδια προσόντα που απαιτήθηκαν για την ανάληψη του έργου από τον ανάδοχο και να παρέχει τα απαραίτητα εχέγγυα για την κατασκευή του έργου κατά την κρίση της προϊσταμένης Αρχής που λαμβάνει υπόψη της και τα σχετικά στοιχεία του Μ.Ε.Ε.Π. 2.

Για να εγκριθεί η υποκατάσταση με απαλλαγή από την ευθύνη του αρχικού αναδόχου, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ.6 του άρθρου 5 Ν.1418/1984, στην αίτηση του αναδόχου προσδιορίζεται το τμήμα της εργολαβίας για το οποίο ζητείται η υποκατάσταση με απαλλαγή από την ευθύνη και η πιστοποίηση, μετά την οποία όλες οι πληρωμές θα διενεργούνται απ' ευθείας στο νέο ανάδοχο....

Με την απόφαση έγκρισης της υποκατάστασης με απαλλαγή καθορίζεται το τμήμα της εργολαβίας για το οποίο καθορίζεται η υποκατάσταση, αν η υποκατάσταση δεν γίνεται για το σύνολο του έργου, η πιστοποίηση μετά την οποία όλες οι πληρωμές θα διενεργούνται στο νέο ανάδοχο, οι εγγυήσεις του νέου αναδόχου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

Στις περιπτώσεις της παραγράφου αυτής ο υποκατάστατος του αναδόχου επέχει στο εξής θέση αναδόχου και αναλαμβάνει όλες τις ευθύνες για το σύνολο του έργου ή για τα τμήματα του έργου που προσδιορίζονται στην απόφαση έγκρισης της υποκατάστασης με απαλλαγή του αρχικού αναδόχου. Επίσης, αναλαμβάνει και τις υποχρεώσεις του αρχικού αναδόχου προς το προσωπικό που εργάστηκε στο έργο τους τελευταίους τρεις μήνες.

Οι εγγυήσεις επ'ονόματι του αρχικού αναδόχου ή το μέρος τους που ορίζεται με την εγκριτική απόφαση, αποδίδονται αφού προηγουμένως κατατεθούν νέες ισόποσες εγγυήσεις από το νέο ανάδοχο. Μόνο με την κατάθεση αυτή επέρχεται η απαλλαγή του αρχικού αναδόχου από την ευθύνη του. 3. Σε περίπτωση αναδόχου κοινοπραξίας, που την υποκατάσταση ζητεί μέλος της, απαιτείται η συναίνεση όλων των μελών της κοινοπραξίας και κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα οι προηγούμενες παράγραφοι".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι προβλέπεται υποκατάσταση του αναδόχου από άλλη εργοληπτική επιχείρηση στην εκτέλεση δημοσίου έργου, μόνο ύστερα από την τήρηση των προαναφερόμενων προϋποθέσεων και εφόσον εγκριθεί η υποκατάσταση από τον φορέα κατασκευής του έργου, διαφορετικά ο τελευταίος κηρύσσει έκπτωτο τον ανάδοχο, μετά από γνώμη του αρμοδίου Τεχνικού Συμβουλίου Δημοσίων ΄Εργων.

Σε κάθε περίπτωση η υποκατάσταση προβλέπεται μόνο κατά το στάδιο εκτέλεσης του έργου, δηλαδή στο στάδιο που ακολουθεί την υπογραφή της σύμβασης μεταξύ του αναδόχου και του κυρίου του έργου, όχι, όμως, και κατά το στάδιο που προηγείται της κατακύρωσης του διαγωνισμού (Ολ.Στ.Ε 971/1998 Αρμενόπουλος 52 (1998) σελ. 870).

Εξ άλλου, με τον όρο "υποκατάσταση τρίτων" νοείται η μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του εργολάβου από την εργολαβική σύμβαση σε τρίτον, όσον αφορά το όλον ή μέρος του αναληφθέντος έργου, κατά τρόπον ώστε να υπεισέρχεται ο τρίτος στην μεταξύ φορέα του έργου και εργολάβου σχέση.

Συνεπώς, ως υποκατάσταση τρίτου, κατά την έννοια του άνω νόμου, δεν νοείται η υπεργολαβία, δηλαδή η σύμβαση με την οποία ο εργολάβος αναθέτει με αμοιβή την εκτέλεση ορισμένων εργασιών σ τρίτον, ο οποίος δεν συνδέεται με νομικό δεσμό με τον εργοδότη (φορέα του έργου), έναντι του οποίου μόνος υπεύθυνος για τις εκτελούμενες από τον εργολάβο εργασίες παραμένει ο εργολάβος.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της από 3-12-1999 αγωγής των εταιρειών, που είναι αναιρεσείουσες, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, συνάγεται, ότι με αυτήν οι ενάγοντες εξέθεσαν τα ακόλουθα: Μετά από επαναληπτική διακήρυξη της εταιρείας "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ" που δεν είναι διάδικος, την 19-4-1999 διεξήχθη στη Θεσσαλονίκη ανοικτή διαδικασία για την επιλογή αναδόχου εκτέλεσης του δημοσίου έργου "Εθνική Οδός Φερών-Καστανών, Τμήμα Παράκαμψης Διδυμοτείχου έως Ορεστιάδα", προϋπολογισμού 15.000.000.000 δραχμών Στην ανωτέρω δημοπρασία υπέβαλαν οικονομικές προσφορές 31 τεχνικές εταιρείες είτε μεμονωμένα είτε κατά ομάδες εταιρειών, μεταξύ των οποίων :

α) αυτές (τρεις ενάγουσες), δηλώνοντας ότι θα συστήσουν μεταξύ τους κοινοπραξία, β) οι εταιρείες με τις επωνυμίες "ΓΕΤΕΜ Α.Ε.", "ΤΕΧΝΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ Α.Ε.", "ΦΙΛΙΠΠΟΣ Α.Ε.", ( οι οποίες δεν είναι διάδικοι), δηλώνοντας ότι θα συστήσουν κοινοπραξία και γ) οι ανώνυμες εταιρίες δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, δηλώνοντας ότι θα συστήσουν μεταξύ τους κοινοπραξία, υποβάλλοντας συγχρόνως την προσφορά τους ως ομάδα εταιριών.

Αναδείχθηκε δε μειοδότρια η κοινοπραξία πρώτη εναγομένη, αποτελούμενη, από τη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, η οποία νομίμως συσταθείσα την 1-9-199, κατήρτισε με τον κύριο του έργου τη σχετική σύμβαση ανάθεσης εκτέλεσης του ανωτέρω έργου, με συμβατικό αντικείμενο 13.367.403.654 δραχμών. Στις 2-3-1999 αυτές (ενάγουσες) ως υπό σύσταση κοινοπραξία, οι πιο πάνω εταιρίες "ΓΕΤΕΜ Α.Ε." "ΤΕΧΝΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ Α.Ε." ΚΑΙ "ΦΙΛΙΠΠΟΣ Α.Ε.", ως υπό σύσταση κοινοπραξία και οι εναγόμενες δεύτερη, τρίτη και τέταρτη, ως υπό σύσταση κοινοπραξία, συμφώνησαν, ότι σε περίπτωση που αναδεικνύετο μειοδότρια οποιαδήποτε από τις τρεις υπό σύσταση κοινοπραξία, τότε αυτή θα είχε υποχρέωση εντός 15 ημερών από την κατάρτιση της σύμβασης με τον κύριο του έργου, να προσκαλέσει τις υπόλοιπες δύο ομάδες εταιριών για να αναθέσει σ'αυτές υπεργολαβικώς την εκτέλεση ορισμένων εργασιών σε τμήματα του έργου, έγινε δε και καθορισμός της αξίας των υπεργολαβιών σε σχέση με την αξία του όλου έργου.

Συγκεκριμένα, καθορίστηκε αντιστοιχούν σε ποσοστό 36% της αξίας του όλου έργου για την κοινοπραξία που θα αποτελούσαν αυτές (τρεις ενάγουσες), σε 33% για την κοινοπραξία που θα αποτελούσαν οι τρεις εταιρίες "ΓΕΤΕΜ Α.Ε.", "ΤΕΧΝΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑς Α.Ε." και "ΦΙΛΙΠΠΟΣ Α.Ε." και σε ποσοστό 31% για την κοινοπραξία που θα αποτελούσαν οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, το δε, ως άνω, ποσοστό θα υπολογίζετο επί του συμβατικού αντικειμένου του όλου έργου, ενώ ο καθορισμός των εργασιών, που θα εκτελούσε η κάθε μία από τις υπεργολάβους κοινοπραξίες, θα γινόταν στη συνέχεια με νέες συμφωνίες.

Επίσης, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που η ανάδοχος του έργου δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή της να καλέσει εντός 15 ημερών από την υπογραφή της σύμβασης με τον κύριο του έργου τις υπόλοιπες εταιρίες, προκειμένου να αναθέσει σ'αυτές τις συμφωνηθείσες υπεργολαβίες, τότε θα υποχρεούται να καταβάλει ως ποινική ρήτρα το ποσό των 450.000.000 δραχμών.

Τη 19-4-1999 οι ανωτέρω εταιρίες υπέγραψαν και δεύτερο συμφωνητικό με το οποίο συμφωνήθηκε ότι το επιμέρους ποσοστό συμμετοχής κάθε εταιρίας-μέλους εκάστης κοινοπραξίας στην υπεργολαβία θα καθορίζετο με συμφωνίες μεταξύ των μελών εκάστης κοινοπραξίας και αυτές (ενάγουσες) καθόρισαν το μεταξύ τους ποσοστό σε 1/3 για κάθε μία.

΄Όμως, ενώ η πρώτη εναγομένη κοινοπραξία την 1-9-1999 υπέγραψε με τον κύριο του ανωτέρω δημοσίου έργου την σύμβαση ανάθεσης του εν λόγω έργου, μέχρι και τη σύνταξη της ένδικης αγωγής δεν κάλεσε αυτές (ενάγουσες) να υπογράψουν τη συμφωνηθείσα σύμβαση υπεργολαβίας, παρότι κλήθηκε προς τούτο με τις από 3-8-1999 και 16-9-1999 εξώδικες δηλώσεις τους.

Μετά απ'αυτά ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες η καθεμία εις ολόκληρο να καταβάλουν σε κάθε μία ενάγουσα το ποσό των 150.000.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο από 16-9-1999 άλλως από τη επομένη της όχλησης 23-9-1999, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αυτή, με την οποία ζητείται η καταβολή ποινικής ρήτρας, λόγω παραβάσεως της συμβατικής υποχρεώσεως της αναδόχου του έργου να αναθέσει στις ενάγουσες τις προσυμφωνηθείσες υπεργολαβίες, δεν στηρίζεται στο νόμο, γιατί, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν συμφωνήθηκε η ανάθεση από την ανάδοχο του έργου, στις ενάγουσες ορισμένων (συγκεκριμένων) εργασιών του εκτελούμενου έργου έναντι αμοιβής (οπότε θα επρόκειτο για προσύμφωνο υπεργολαβίας) αλλά καθορίστηκε ποσοστό 36% του όλου έργου που θα εκτελούσαν οι ενάγουσες, η συμφωνία δε αυτή προσιδιάζει στην έννοια της συμβατικής μερικής υποκατάστασης του όλου έργου, το οποίο, κατά την σύμβαση με τον φορέα του έργου, θα έπρεπε να εκτελέσει η ανάδοχος.

Τοιαύτη, όμως, συμφωνία μερικής υποκατάστασης, για να είναι έγκυρη, θα έπρεπε να γίνει κατά το στάδιο εκτέλεσης του έργου δηλαδή κατά το στάδιο που ακολουθεί την υπογραφή της σύμβασης και να προηγηθεί η έγκριση του κυρίου του έργου, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η συμφωνία αυτή καταρτίστηκε την 2-3-1999, ήτοι πριν από το στάδιο της κατά την 19-4-1999 κατακύρωσης και της κατά την 1-9-1999 υπογραφής της σύμβασης ανάθεσης εκτέλεσης του δημοσίου έργου μεταξύ της αναδόχου πρώτης αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας και του κυρίου του έργου.

Ενόψει τούτων, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, ορθώς υπήγαγε την εκτιθέμενη στην αγωγή συμφωνία των διαδίκων στην έννοια της μερικής υποκατάστασης της αναδόχου από τις ενάγουσες (αναιρεσείουσες) εταιρείες, η οποία κατά τα εκτιθέμενα είναι άκυρη, έστω και αν στην αγωγή η συμφωνία αυτή ονομάζεται υπεργολαβία.

Δεν παραβίασε δε ενόψει τούτων το Εφετείο τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.6 του ν.1418/1984 όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν.2229/1994, του άρθρου 51 παρ.1 και 2 του π.δ. 609/1985 του άρθρου 1 του ν.2940/2001 (διάταξη μετεγενέστερη της κατακυρώσεως του δημοσίου έργου για το οποίο η αγωγή μη έχουσα αναδρομική εφαρμογή), 174 και 408 ΑΚ, αλλ'ούτε και τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 του π.δ. 23/1993, η οποία αφορά την υπεργοληπτική ανάθεση συγκεκριμένου τμήματος της σύμβασης από τον ανάδοχο σε τρίτο.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι δε εκ τούτου αβάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και ο μοναδικός λόγος του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως. Εξ άλλου, ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη χωρίς να εξετάσει αυτήν κατ΄ουσίαν. Ενόψει όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) για έρευνα, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.6.2003 αίτηση της εταιρείας "ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Α.ΤΕ.Β.Ε." κ.λ.π. για αναίρεση της 570/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ