Supreme Court dismisses appeal on conviction for dangerous bodily harm, rejecting 'good conduct' mitigation claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against his conviction for dangerous bodily harm, upholding the lower court's decision. The appellant argued that the trial court erred in rejecting his claim for mitigation based on a 'good conduct' record, citing his clean criminal record and adherence to legal norms. The court rejected this, ruling that a clean criminal record does not equate to a 'good conduct' life, especially given the appellant's history of violence and threats toward classmates which violated school ethics.
Legislator headnote
AI generatedArticles 84 para. 2a and 177 of the Criminal Procedure Code; A clean criminal record does not automatically constitute a 'good conduct' life for mitigation purposes, and the trial court may reject such claims based on specific evidence of prior behavioral violations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 56 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 56/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Σ. του Δ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Αγγελή, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2371/2024 αποφάσεως του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Π. Φ. του Λ. , κάτοικο ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Δ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28/11/2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2024.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 28.11.2024 (με αριθμό πρωτ. .../2024) αίτηση του Σ. Σ. του Δ. , η οποία ασκήθηκε με δήλωσή του, που επιδόθηκε στις 29.11.2024 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΔΤ 2371/18.10.2024 τελεσίδικης απόφασης του (Δ') Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ στις 12.11.2024, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάστηκε, με την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων των άρθρων 133 και 84 παρ.2δ' ΠΚ, για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (άρθρα 1, 14, 26 εδ. α', 27, 309 σε συνδ. με άρθρο 308 παρ.1 εδ.α' ΠΚ) σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3 και 4, 474 παρ. 2Α και 4 ΚΠοινΔ), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδ. με άρθρο 171 παρ. 2, Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ.).
Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο κατηγορούμενος παραπονείται για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, προβλεπόμενη στο άρθρο 177 παρ.2 ΚΠΔ , επειδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε τόσο για την κατάγνωση της ενοχής του όσο και για την απόρριψη του ισχυρισμού του περί αναγνώρισης του ελαφρυντικού του προτέρου "συννόμου" βίου μεταξύ των άλλων εγγράφων και το έγγραφο με τίτλο "Απόσπασμα Πρακτικών συνεδρίασης Συλλόγου διδασκόντων Γενικού Λυκείου Νέας Ερυθραίας - Πράξη 57η" με θέμα την "Ανάρμοστη συμπεριφορά μαθητή" και το οποίο περιέχει πληροφορίες για το πρόσωπό του ενώ φοιτούσε στο σχολείο αυτό , σχετικά με περιστατικό διαπληκτισμού που έλαβε χώρα στις 11-5-2015 στον αύλειο χώρο του σχολείου του μεταξύ αυτού και έτερου συμμαθητή του χωρίς εμπλοκή του επίσης συμμαθητή του και παθόντος Π. Φ. , κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνα.
Συνεπώς το έγγραφο αυτό περιλαμβάνει προσωπικά του δεδομένα τα οποία παραβιάσθηκαν με τη συλλογή τους και τη χρήση τους από το συνήγορο του υπερασπίζοντος την κατηγορία Π. Φ. , κατά παράβαση του άρθρου 38 Ν. 4624/2019 χωρίς να συντρέχει οποιαδήποτε εξαίρεση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 25 παρ.1 του ίδιου νόμου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Ποιν.Δ. , ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις, που καθορίζουν "την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις, που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου (ΑΠ 917/2025).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 177 παρ. 2 νέου Κ.Π.Δ. , "αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι κατ' εξαίρεση της αρχής της ηθικής απόδειξης, που καθιερώνει η διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, θεσπίζεται η απαγόρευση της αξιοποίησης αποδεικτικού μέσου, που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών και, επομένως, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, αποδεικτικό μέσο που έχει αποκτηθεί με τέτοιες πράξεις. Η χρησιμοποίηση δε στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1δ' Κ.Π.Δ. , η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης.
Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία επιχειρείται να γίνει χρήση αποδεικτικού μέσου (εγγράφου) που αφορά προσωπικά δεδομένα ατόμου και ο παριστάμενος ή νομίμως εκπροσωπούμενος διάδικος δεν προβάλλει αντίρρηση ώστε να αμφισβητηθεί, επιπλέον, και η νόμιμη κτήση αυτού (δηλαδή, επιδεικνύει δικονομική συμπεριφορά από την οποία συνάγεται ότι εμμέσως συναινεί στη χρήση του) και εφόσον, κατά τα λοιπά, η ανάγνωση αυτού δικονομικώς επιβάλλεται (όπως στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ - "..ανάγνωση πρακτικών πρωτοβάθμιας δίκης, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν , ... και τα έγγραφα ..." ), δεν τίθεται ζήτημα απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 9Α του Συντάγματος: "Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει". Με βάση το παραπάνω άρθρο, το άτομο δικαιούται να ελέγχει και να καθορίζει τον τρόπο συλλογής και επεξεργασίας των πληροφοριών που το αφορούν, και τούτο μάλιστα, με την εγγύηση και συνδρομή ανεξάρτητης αρχής επιφορτισμένης με την αρμοδιότητα αυτή, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνεται στις ανεξάρτητες αρχές που κατοχυρώνει ρητά το Σύνταγμα. Με τη θέσπιση απαγόρευσης αξιοποίησης αποδεικτικού υλικού που αποκτήθηκε κατά παράβαση του άρθρου αυτού, ο συνταγματικός νομοθέτης θέλησε να προστατεύσει το άτομο από παραβιάσεις των προσωπικών του δεδομένων.
Περαιτέρω και με το άρθρο 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. , κατά το οποίο:
"1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
2 Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους.
3. Ο σεβασμός των κανόνων αυτών υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής" εισήχθη σημαντική αναγνώριση του θεμελιώδους δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων. Επίσης, στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, περιλαμβάνεται και η προστασία των προσωπικών δεδομένων, αντίστοιχες δε προβλέψεις περιέχει και το άρθρο 17 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Όμως, το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων, δεν είναι απόλυτο, αλλά δύναται να περιορισθεί, αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι δημόσιου συμφέροντος και αν η άσκησή του προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων. Και τούτο, υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλονικότητας, την οποία το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει πλέον ρητά, ορίζοντας ότι: "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν ("τριτενέργεια" των συνταγματικών δικαιωμάτων).
Προσέτι, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του αριθ. 679/2016 Κανονισμού (ΕΕ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της Οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων), δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο, ενώ επεξεργασία συνιστά κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται στα δεδομένα αυτά, όπως η συλλογή, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός κ.λ.π.
Μορφή δε επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι και η συλλογή τους και η χρήση TOUC στο δικαστήριο από διάδικο. Η επεξεργασία τόσο των απλών όσο και των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 9 του ως άνω Κανονισμού είναι κατ' αρχήν παράνομη. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Κανονισμού αυτού: "1.
Η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει παράσχει συγκατάθεση για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς, β) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση σύμβασης, της οποίας το υποκείμενο των δεδομένων είναι συμβαλλόμενο μέρος ή για να ληφθούν μέτρα κατ' αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων από τη σύναψη σύμβασης, γ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας, δ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου φυσικού προσώπου, ε) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκησης δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας, στ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εκτός εάν έναντι των συμφερόντων αυτών υπερισχύει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων που επιβάλλουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως εάν το υποκείμενο των δεδομένων είναι παιδί.
Το στοιχείο στ) του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία που διενεργείται από δημόσιες αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους". Έτσι, κατά τη διάταξη αυτή, η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν εξικνείται μέχρι της πλήρους απαγόρευσης της επεξεργασίας τους, αλλά στη θέσπιση όρων και προϋποθέσεων, υπό τις οποίες είναι επιτρεπτή η επεξεργασία τους, ούτως ώστε να επιτευχθεί μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος αυτού και της ικανοποίησης και άλλων συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και συνταγματικών αρχών, όπως είναι το δικαίωμα της έννομης προστασίας και οι αρχές της εύρυθμης λειτουργίας του κράτους και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 1 και 2 του νόμου 4624/2019 "Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (EE)", "1. Όποιος, χωρίς δικαίωμα: α) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με την πράξη του αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών, β) τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. 2. Όποιος χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 1 ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη..".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 44 στοιχ. α, β, στ' και θ' του ιδίου νόμου 4624/2019, για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου νοούνται ως: α) "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο ("υποκείμενο των δεδομένων"), το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως σε όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμματικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική, ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου", β) "επεξεργασία":
κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται, με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή...η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης..." στ) "σύστημα αρχειοθέτησης": κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση, θ) "αποδέκτης":
το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή άλλος φορέας, προς τα οποία κοινολογούνται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, είτε πρόκειται για τρίτον είτε όχι (ΑΠ 387/2024 , ΑΠ 614/2020, ΑΠ 1367/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή για την εξέταση του πρώτου αναιρετικού λόγου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και της υπ' αριθμ. ΒΜ2962/6-10-2022 απόφασης του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που δίκασε σε πρώτο βαθμό και αναγνώσθηκε, προκύπτει ότι ο υποστηρίζων την κατηγορία προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου δια του συνηγόρου του και αναγνώσθηκε το έγγραφο με τίτλο "Απόσπασμα Πρακτικών συνεδρίασης Συλλόγου διδασκόντων Γενικού Λυκείου Νέας Ερυθραίας - Πράξη 57η" και αφορούσε στην ανάρμοστη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου σε βάρος του συμμαθητή του Α.
Μ. και την τιμώρησή του με την ποινή της πενθήμερης αποβολής από το σχολείο και το χαρακτηρισμό της διαγωγής του ως "ΕΠΙΜΕΜΠΤΗΣ" για την πράξη που κρίθηκε ότι τέλεσε σε βάρος του στον αύλειο χώρο του σχολείου του την 11-5-2015 και συγκεκριμένα την πρόκληση διπλού κατάγματος της κάτω γνάθου αυτής με τον γρόνθο του.
Επίσης περιείχε αναφορές και για άλλες ποινές που του είχαν ομοίως επιβληθεί και γραφτεί στο Ποινολόγιο του σχολείου. Τα ανωτέρω στοιχεία που περιείχε το έγγραφο αυτό θεωρούνται προσωπικά δεδομένα του αναιρεσείοντος που ανάγονται στην προσωπική και κοινωνική ζωή του και ήταν διαρθρωμένο σε αρχείο που τηρείτο στη συγκεκριμένη σχολική μονάδα και αφορούσε μεταξύ των άλλων στην παρακολούθηση της συμπεριφοράς των μαθητών που φοιτούσαν σ' αυτήν.
Ωστόσο, κατά τα αναγραφόμενα στην παραπάνω σχετική νομική σκέψη, στην περίπτωση κατά την οποία επιχειρείται να γίνει χρήση αποδεικτικού μέσου (εγγράφου) που αφορά προσωπικά δεδομένα ατόμου και ο παριστάμενος ή νομίμως εκπροσωπούμενος διάδικος δεν προβάλλει αντίρρηση (δηλαδή, επιδεικνύει δικονομική συμπεριφορά από την οποία συνάγεται ότι εμμέσως συναινεί στη χρήση του) και εφόσον κατά τα λοιπά η ανάγνωση αυτού δικονομικώς επιβάλλεται (όπως στην προαναφερόμενη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 502 παρ. 1 εδ.
γ' ΚΠΔ), δεν τίθεται ζήτημα απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας. Εφόσον, λοιπόν, από τα ίδια ως άνω πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και της πρωτοβάθμιας (πέραν του ότι δεν προεβλήθη και σχετικός λόγος εφέσεως κατ' αυτής, ως προς το ζήτημα αυτό), προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε αντίρρηση στο ακροατήριο κατά της ανάγνωσης των συγκεκριμένων εγγράφων, συναινώντας έτσι εμμέσως σ' αυτήν, ενώ, επιπλέον, απολογούμενος ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ερωτήθηκε επισταμένως για το έγγραφο αυτό και έδωσε τις δικές του εξηγήσεις (σελ. 12 αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
Η χωρίς αντίρρηση χρήση του εγγράφου αυτού ως αποδεικτικού μέσου στην ποινική δίκη δεν προσέβαλε το δικαίωμα υπεράσπισης του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και δεν δημιούργησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1δ' Κ.Π.Δ. , όπως αντίθετα ισχυρίζεται αυτός και θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ.
Α' του ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων παραπονείται επειδή το δικαστήριο απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον ισχυρισμό του ότι κατά την τέλεση της πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης για την οποία καταδικάσθηκε, βρισκόταν σε κατάσταση μέθης που απέκλειε ή περιόριζε τον καταλογισμό του (άρθρα 34 ή 36 παρ.1 ΠΚ). Ειδικότερα το Δικαστήριο δεν αναφέρει από ποια αποδεικτικά μέσα πείσθηκε ότι δεν συνέτρεχε η περίπτωση αυτή και γιατί αντίθετα δεν πείσθηκε από τις καταθέσεις ενώπιόν του, των μαρτύρων Β. Α. και Κ. Κ. , την κατάθεση του Κ. Κ. στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η οποία αναγνώσθηκε , την από .../2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ. Κ. , την απολογία του ιδίου του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η οποία αναγνώσθηκε αλλά και την απολογία του ενώπιον του , τα οποία (αποδεικτικά μέσα) έλαβε υπόψη του και από τη συγκριτική αξιολόγηση τους προκύπτει ότι βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους μέθης που απέκλειε την ικανότητα του για καταλογισμό.
Η κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για τους παραδεκτά προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου (ΑΠ 521/2024).
Προϋπόθεση, όμως, για να απαντήσει το Δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στον ισχυρισμό ή αίτημα του κατηγορουμένου είναι να προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του.
Διαφορετικά, αν, δηλαδή, το υποβαλλόμενο αίτημα ή ο ισχυρισμός προβάλλονται αορίστως, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση, όχι μόνο να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του ως προς αυτό, αλλά και να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα (ΑΠ 818/2023, ΑΠ 233/2023, ΑΠ 1367/2022, ΑΠ 1134/2022, ΑΠ 566/2022, ΑΠ 140/2021) και, μάλιστα, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ή να το απορρίψει με την απαιτούμενη αιτιολογία (ΑΠ 679/2020).
Σε περίπτωση που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη από την καταδικαστική απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθώς και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.
Α.Π. 1/2005, ΑΠ 753/2023, ΑΠ 1531/2022, Α.Π. 999/2020).
Περαιτέρω, ισχυρισμός ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι` αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Συνακόλουθα, η άρνηση του νομικού χαρακτηρισμού της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά άρνηση της κατηγορίας, όπως αυτή, κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία, εξειδικεύεται στο κατηγορητήριο (ΑΠ 521/2024, ΑΠ 185/2022, ΑΠ 1245/2022, ΑΠ 160/2019, ΑΠ 287/2016).
Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατ' άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Π.Δ. από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου της πράξης, της ικανότητας προς καταλογισμό, στη μείωση της ποινής ή στην άρση του αξιοποίνου της πράξης, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής λόγων ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή διατάραξης της συνείδησης εξαιτίας της οποίας δεν είχε την ικανότητα (άρθρο 34 ΠΚ) ή αυτή είχε μειωθεί σημαντικά (άρθρο 36 ΠΚ), να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό, είναι αυτοτελής και εφόσον προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο (με επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών και όχι με μόνη την αόριστη επίκληση του άρθρου 34 ή 36 ΠΚ), η απόρριψή του πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα από το δικαστήριο διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση για αιτιολογημένη απόρριψη του ισχυρισμού αυτού (ΟλΑΠ 1716/1990).
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, υπό τον όρο ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή διατάραξης της συνείδησης (όρος που έχει το ίδιο περιεχόμενο με την νοσηρή διατάραξη της συνείδησης του προισχύσαντος ΠΚ - ΑΠ 518/2020), περιλαμβάνονται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοπάθειας υπό την ευρεία έννοια, ενώ υπό τον όρο διατάραξη της συνείδησης περιλαμβάνονται όλες οι ψυχικές διαταράξεις οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε ψυχικά υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές. Αν εξαιτίας μιας από τις ψυχικές αυτές καταστάσεις ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε σημαντικά μειωθεί η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, δηλαδή να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο αυτό και να ενεργήσει λογικά, τότε στη μεν πρώτη περίπτωση η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, στη δε δεύτερη επιβάλλεται μειωμένη ποινή ενώ δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που η κατάσταση αυτή προκλήθηκε από υπαίτια μέθη (ΑΠ 1079/2022).
Εξάλλου η κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών δεν οδηγεί σε μείωση ή άρση του καταλογισμού του δράστη εάν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης είχε πλήρη συνείδηση της σημασίας της και δεν εμφάνιζε τα συνήθη συμπτώματα της μέθης όπως αστάθεια κίνησης , έλλειψη συνοχής των λεγομένων, σπασμωδικότητα κινήσεων κ.λ.π. (ΑΠ 1515/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε (σελ. 3,4 των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως) ότι κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης και συγκεκριμένα "το βράδυ της 31ης Δεκεμβρίου 2017 προς την 1η Ιανουαρίου 2018, διασκέδαζε με συμμαθητές και φίλους του, σε νυκτερινό μαγαζί της Ν. Ερυθραίας Αττικής.
Κατά τις ώρες παραμονής τους στο νυκτερινό μαγαζί, ένεκα του νεαρού της ηλικίας του, καθόσον είχε προ ολίγων μόλις μηνών ενηλικιωθεί, τις παρόρμησης και του ενθουσιασμού του, δεδομένου ότι ήταν η πρώτη φορά που γιόρταζε την αλλαγή του χρόνου με τους φίλους του, και της απειρίας του, δυστυχώς κατανάλωσε μεγάλη ποσότητα αλκοολούχων ποτών, με συνέπεια, χωρίς να το επιδιώξει και χωρίς να το αντιληφθεί, να περιέλθει σε κατάσταση πλήρους μέθης σε σημείο που να μην ελέγχει τον εαυτό του και να έχει διαταραχθεί η συνείδηση του.
Σημειωτέον ότι σε αντίστοιχη κατάσταση ήταν και οι λοιποί συμμαθητές και φίλοι του, με τους οποίους συν διασκέδαζαν. Το περιστατικό τραυματισμού του εγκαλούντος Π. Φ. συνέβη λίγα λεπτά μετά την έξοδο τους από το νυκτερινό κέντρο, τις πρώτες πρωινές ώρες της 1ης Ιανουαρίου 2018, ενώ ευρισκόταν υπό την επήρεια του αλκοόλ και σε κατάσταση πλήρους και ανυπαίτιας μέθης, κατά τα παραπάνω αναφερθέντα, συνεπεία της οποίας είχε διαταραχθεί πλήρως η συνείδηση του, δεν είχε καμία απολύτως επίγνωση των πράξεων του ούτε αντιλαμβανόταν πού βρισκόταν και τι έπραττε και επομένως δεν ήταν, σε καμία περίπτωση, σε θέση να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του και να ενεργήσει λογικά και σύννομα".
Το δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη του τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του με το σκεπτικό ότι (σελ. 13 αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως)..."Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης που περιόριζε ή απέκλειε τον καταλογισμό του.
Και τούτο, διότι ο κατηγορούμενος δεν είχε συμπεριφορά ατόμου που βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης. Αυτό προκύπτει από τον τρόπο επίθεσης του παθόντα, ο οποίος καταδεικνύει άτομο με νηφαλιότητα, που είχε σχεδιάσει την επίθεση και εκτέλεσε με αρτιότητα. Πιο συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος όταν αποφάσισε να επιτεθεί στον παθόντα, δεν τον προειδοποίησε με κάποιο τρόπο, αλλά αιφνιδίως του επιτέθηκε με δυνατή (κουτουλιά) στο πρόσωπο, ώστε ο παθών να ζαλιστεί και να πέσει στο έδαφος.
Ακολούθως ο κατηγορούμενος, αφού πλέον το θύμα του βρισκόταν στο έδαφος αβοήθητο αποπροσανατολισμένο στο χώρο από το χτύπημα που είχε δεχθεί στο κεφάλι, όρμησε πάνω του άρχισε να τον χτυπά με μανία με γροθιές στο κεφάλι. Από τον ως άνω τρόπο δράσης κατηγορουμένου, προκύπτει ότι αυτός δεν βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, ώστε να περιορίζει να αποκλείεται ο καταλογισμός του.
Επομένως, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί διατάραξης της συνείδησης του λόγω μέθης και συνακόλουθα περί αποκλεισμού ή μείωσης του καταλογισμού του πρέπει να απορριφθεί". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη αφού αναφέρει ότι ο αναιρεσείων είχε πλήρη συνείδηση των πραττομένων του επειδή εκτέλεσε το χτύπημα στον παθόντα με αρτιότητα και μέθοδο , γεγονός που δεν συνάδει με συμπεριφορά ατόμου ευρισκομένου υπό την επήρεια μέθης , εμφανή και συνήθη συμπτώματα της οποίας είναι η αστάθεια της κίνησης και η σπασμωδικότητα των κινήσεων (ΑΠ 1079/2022). Το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει ο αναιρεσείων και μάλιστα επιλεκτικά και αποσπασματικά ή να προσδιορίσει ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως του ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σχετικά με την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει αυτός είναι απαράδεκτες διότι υπό την επίφαση ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν στοιχειοθετεί αναιρετικό λόγο.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ειδικότερα ότι το δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ παραβιάζοντας αυτήν εκ πλαγίου αφού δέχθηκε ότι αυτός επιτέθηκε στον παθόντα Π. Φ. με τρόπο που μπορούσε να του προκαλέσει κίνδυνο ζωής και σωρευτικά βαριά σωματική του βλάβη ενώ η διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ αναφέρει διαζευκτικά και όχι σωρευτικά τον κίνδυνο που μπορούσε να προκαλέσει η πράξη αυτή.
Με τον τρόπο όμως αυτό , όπως ισχυρίζεται, δημιουργείται ασάφεια ως προς το είδος της διακινδύνευσης που δέχθηκε η απόφαση με αποτέλεσμα αυτή να στερείται νόμιμης βάσης. Λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. , αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 1308/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατά τα ανωτέρω προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο καθόσον, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 309 ΠΚ συνιστά η διαζευκτική αποδοχή από το δικαστήριο τόσο κινδύνου ζωής όσο και βαριάς σωματικής βλάβης (ΑΠ 365/2021, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 812/2020, ΑΠ 284/2019) και όχι η σωρευτική αποδοχή από το δικαστήριο και των δύο αυτών κινδύνων (ΑΠ 857/2023).
Ειδικότερα, εν προκειμένω, το δικαστήριο, αφού έκρινε (με βάση τα κατ'είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα) ότι " ...αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στη Νέα Ερυθραία Αττικής, την 1η Ιανουάριου 2018, με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο της ζωής του παθόντος και βαριά σωματική βλάβη αυτού.
Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον εγκαλούντα Π. Φ. και τον χτύπησε με δυνατή κεφαλιά (κουτουλιά) στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο έδαφος όπου ο κατηγορούμενος συνέχισε να τον χτυπά με δυνατές γροθιές, προξενώντας του κακώσεις και δη κάταγμα στο δόντι, εκδορές στα χείλη και στο πρόσωπο.
Η πράξη του αυτή από τον τρόπο τελέσεώς της, δηλαδή από τη σφοδρότητα των πληγμάτων με κεφαλιά και με γροθιές, αλλά και από το σημείο καταφοράς των πληγμάτων, που ήταν όλα στο κεφάλι του παθόντος, μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο της ζωής του παθόντος και βαριά σωματική του βλάβη. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για την οποία κατηγορείται.......", κήρυξε αυτόν (αναιρεσείοντα) ένοχο του ότι "Στη Νέα Ερυθραία Αττικής την 1η Ιανουαρίου 2018, με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο της ζωής του παθόντος και βαριά σωματική βλάβη αυτού.
Συγκεκριμένα επιτέθηκε στον εγκαλούντα Π. Φ. και τον χτύπησε με δυνατή κεφαλιά στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του να πέσει στο έδαφος, όπου συνέχισε να τον χτυπά με δυνατές γροθιές, προξενώντας του κακώσεις και δη κάταγμα στο δόντι, εκδορές στα χείλη και στο πρόσωπο. Η πράξη του αυτή από τον τρόπο τελέσεως της, δηλαδή τη σφοδρότητα και το σημείο καταφοράς των πληγμάτων μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο της ζωής του παθόντος και βαριά σωματική του βλάβη".
Το δικαστήριο, όπως προκύπτει από τον κατά τα ανωτέρω συνδυασμό αιτιολογικού - διατακτικού, αιτιολογεί πλήρως την καταδίκη του για επικίνδυνη σωματική βλάβη αφού αναφέρει: α) την σωματική βλάβη που αυτός προκάλεσε στον παθόντα Π. Φ. (κάταγμα στο δόντι, εκδορές στα χείλη και στο πρόσωπο), β) την πιθανότητα, λόγω της επικινδυνότητας του μέσου που χρησιμοποιήθηκε (δυνατή κεφαλιά στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του να πέσει στο έδαφος,) και του σημείου του σώματος που επλήγη (πρόσωπο), να προκληθεί κίνδυνος για την ζωή και βαριάς σωματικής του βλάβης, γ) τον ενυπάρχοντα δόλο του (ΑΠ 857/2023). Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο δεν υφίσταται ασάφεια ως προς το είδος της διακινδύνευσης που δέχτηκε, διότι, σύμφωνα με την αναλυτική περιγραφή της πράξης, σαφώς εξειδικεύεται και συγκεκριμενοποιείται ότι, λόγω του ευπαθούς ως άνω σημείου πλήξεως και του μέσου με το οποίο προκλήθηκε μπορούσε να προκύψει στον εγκαλούντα κίνδυνος για τη ζωή και βαριά σωματική βλάβη χωρίς να απαιτείται να έχει πράγματι επέλθει το αποτέλεσμα αυτό αλλά η δυνατότητα επέλευσης του. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει ασάφεια της απόφασης ως προς το είδος της διακινδυνεύσεως που δέχθηκε ούτε εκ πλαγίου παραβίαση του πιο πάνω άρθρου 309 του ΠΚ και ο αντίθετος περί αυτού λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, αιτιάται, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, το δικαστήριο ότι ερμήνευσε εσφαλμένα την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 84 παρ.2α' του νέου ΠΚ κυρωθέντος με το νόμο 4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 έως την 1-5-2024 οπότε τροποποιήθηκε εκ νέου με τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 5090/2024 με έναρξη ισχύος από 1-5-2024 και ειδικότερα ενώ όπως προκύπτει από τα πρακτικά (σελ. 5) της προσβαλλομένης ζήτησε να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του σύννομου πρότερου βίου επειδή μέχρι και το χρόνο της αποδιδόμενης πράξης (1-1-2018) έζησε απολύτως σύννομα όντας μέλος μιας συγκροτημένης οικογένειας και διάγοντας μια αξιοπρεπή και φιλήσυχη και καθόλα έντιμη ζωή Αποφοίτησε από το ΕΠΑΛ Διονύσου - "Ζήνων", με την ειδικότητα "Τεχνικός Μηχανικός θερμικών Εγκαταστάσεων και Μηχανικός Τεχνολογίας πετρελαίου και Φυσικού Αερίου" του Τομέα Μηχανολογίας, με διαγωγή ΚΟΣΜΙΟΤΑΤΗ.
Έχει συμμετάσχει σε διάφορες δράσεις, ως μέλος της Εθελοντικής Οικογένειας "Let's Do It Greece", όπως στη Σχολική Εβδομάδα Εθελοντισμού "Let's Do It Greece 2017". Σήμερα δε εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα προς βιοπορισμό.", το δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του με το σκεπτικό (σελ. 15) ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, αφού και σαν μαθητής ο κατηγορούμενος ήταν βίαιος και απειλητικός προς τους συμμαθητές του και είχε τιμωρηθεί από το Σύλλογο των καθηγητών του σχολείου του λόγω της βίαιης συμπεριφοράς του (βλ.
την υπ' αριθμ. ....2015 Πράξη, του Συλλόγου των καθηγητών του Γενικού Λυκείου Νέας Ερυθραίας). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης σε αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α' του Π.Κ."
Έτσι όμως , όπως ισχυρίζεται, το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα την προϊσχύουσα δυσμενέστερη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2α' του παλαιού ΠΚ, κατά παράβαση του άρθρου 2 του ίδιου Κώδικα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 84 § 2 του παλαιότερου ΠΚ που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, η υπό στοιχείο α' ελαφρυντική περίσταση συνίστατο στο ότι "ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Μετά την ισχύ του νέου ΠΚ κυρωθέντος με το νόμο 4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 έως την 1-5- 2024 οπότε τροποποιήθηκε εκ νέου με τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 5090/2024 με έναρξη ισχύος από 1-5-2024, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείτο ότι "ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα".
Ήδη η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε εκ νέου επαναφέροντας την ρύθμιση που ίσχυε στον παλαιό Ποινικό Κώδικα ως ανωτέρω. Η ελαφρυντική περίσταση της σύννομης ζωή του υπαιτίου συνέτρεχε όταν ο κατηγορούμενος δεν είχε διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, αφού ο Δικαστής έχει τη δυνατότητα να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 του ΚΠΔ.
Ενόψει αυτού, η διάταξη του άρθρου 84 § 2α του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, ήταν πράγματι ευμενέστερη της αντίστοιχης προισχύσασας διάταξης και της ήδη ισχύουσας από 1-5-2024, επειδή με τη διάταξη αυτή διευρυνόταν η δυνατότητα αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, καθόσον υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής, που απαιτούνταν από την προισχύσασα διάταξη (ΑΠ 1466/2019, ΑΠ 1804/2019).
Ωστόσο υπό την έννοια του "σύννομου βίου" αλλά και σε κάθε περίπτωση της "έντιμης ατομικής, οικογενειακής, επαγγελματικής και γενικά κοινωνικής ζωής" αφού η έννοια του "σύννομου βίου" εμπεριέχεται στην ευρύτερη έννοια του "έντιμου βίου", η ζωή του ατόμου κρίνεται "σύννομη" , όταν καθ' όλη τη διάρκεια της και μέχρι την στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, το άτομο σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται με αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής.
Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη.
Εξάλλου, αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες ή δεσμευτικούς κανόνες δεοντολογίας, η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 Κ.Π.Δ. για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου ν' αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού (ΑΠ 755/2022). Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο απέρριψε το αιτηθέν ελαφρυντικό του προηγούμενου "σύννομου" βίου με την αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος -αναιρεσείων ως μαθητής ήταν βίαιος και απειλητικός προς τους συμμαθητές του και είχε τιμωρηθεί από το Σύλλογο των καθηγητών του σχολείου του λόγω της βίαιης συμπεριφοράς του, είχε δηλαδή παραβιάσει τους κανόνες δεοντολογίας της σχολικής ζωής και συνεπώς δεν είχε ζήσει ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Τα περιστατικά αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη κρίση του, συνιστούν όχι μόνο έλλειψη έντιμης ατομικής και κοινωνικής ζωής αλλά και σύννομης ζωής όπως η έννοια αυτή αναλύθηκε ανωτέρω, ανεξαρτήτως του ότι δεν γίνεται γραμματική αναφορά σε αυτήν.
Επομένως, το δικαστήριο ορθά και με ειδική αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αναγνώρισης του ελαφρυντικού του πρότερου "σύννομου" βίου όπως προβλεπόταν στο άρθρο 84 παρ.2α νέου ΠΚ, δεχόμενο ως αληθή πραγματικά περιστατικά τα οποία υπάγονται στην έννοια αυτή έστω και με την διατύπωση του παλαιού ΠΚ αλλά και ήδη ισχύοντος από 1-5-2024 και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης.
Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ.1 ΚΠΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.11.2024 (με αριθμό πρωτ. .../2024) αίτηση του Σ. Σ. του Δ. , για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΔΤ 2371/18.10.2024 τελεσίδικης απόφασης του (Δ') Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, ποσού οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ