Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite specific violated substantive law provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Lamia's partial acceptance of the claim. The appellant argued the lower court committed procedural errors regarding the fax message and substantive law violations, but failed to cite specific legal provisions or provide sufficient detail. The court ruled the appeal inadmissible because the grounds were too vague for review and the appellant did not identify the exact substantive laws breached.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1)(a), 560(6), 560(5) of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation is inadmissible if the grounds are vague and do not specify the violated substantive law provisions or the critical factual assumptions of the contested judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 56 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 56/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δήμου Θανάσουλα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπαδόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αταλάντης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 193/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/11/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 30-11-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 193/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας-εναγομένης κατά της υπ' αριθμ.60/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αταλάντης, που είχε δεχθεί κατ` ουσίαν την από 25-1-2013 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, έκανε δεκτή την ως άνω έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως και κατ` ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλλει στον ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 12.191,35 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 18-2-2012. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός τριάντα ημερών από την κατά την 1-11-2018 επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §1, 566 §1 KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτόν αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν απεδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στην δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 560 αρ.1, αντίστοιχο του άρθ. 559 παρ 1 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του KΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, αντί να αποφανθεί ότι υπήρξε εκ μέρους του ενάγοντος μόνον πρόσκληση για υποβολή πρότασης για κατάρτιση σύμβασης και να επιδικάσει στη συνέχεια σε αυτόν το ποσό των 12.191,35 ευρώ, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185, 187, 189, 191, 195 και 196 αναφορικά με την κατάρτιση μεταξύ τους σύμβασης έργου.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έργου με συγκεκριμένο περιεχόμενο, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του KΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνον το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι : "οι βασικοί όροι αυτής καταγράφηκαν από τον ενάγοντα στο φύλλο της ημέρας εκείνης του ημερολογίου που τηρούσε (ο αναιρεσίβλητος)" και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα που ανάγεται στη μη εφαρμογή των πιο πάνω επικαλούμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο κρίση περί της κατάρτισης σύμβασης έργου μεταξύ των διαδίκων.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν` απορριφθεί.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 560 αρ. 5 KΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 70/2020, ΑΠ 388/2018). Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1150/2011).
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αιτίαση, ότι δηλαδή το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, που δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επί λέξει τα κάτωθι : "Ωστόσο κατά την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών, ο σύζυγος της εναγομένης πληροφορήθηκε ότι κατά την ίδια χρονική περίοδο μια κύρια στέγη κατασκευαζόταν στην ...
με κόστος 70 ευρώ τμ. και αυτό αποτέλεσε αιτία προσπάθειας αναδιαπραγμάτευσης από την πλευρά της εναγομένης των όσων είχαν ήδη συμφωνηθεί για την αμοιβή του ενάγοντος, που δεν έγινε αποδεκτή από τον τελευταίο και είχε ως αποτέλεσμα να οξυνθούν οι σχέσεις των διαδίκων", έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν.
Όμως η ανωτέρω παραδοχή του Δικαστηρίου περί ανεπιτυχούς προσπάθειας αναδιαπραγμάτευσης από την πλευρά της εναγομένης των όσων είχαν ήδη συμφωνηθεί για την αμοιβή του ενάγοντος για την κατασκευή της στέγης, και της εξαιτίας του γεγονότος αυτού επελθούσας όξυνσης στις σχέσεις των διαδίκων, που φέρεται ότι έγινε δεκτή από το ως εφετείο δικάσαν δικαστήριο χωρίς να έχει προταθεί, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό-πράγμα κατά την προδιαληφθείσα έννοια της 560 §5 ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου, το οποίο αυτό άντλησε από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχε περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής, για να αιτιολογήσει (σε συνδυασμό με την αξίωση του ενάγοντος για ουσιαστικά πλήρη εξόφληση των οικοδομικών εργασιών που είχε εκτελέσει μέχρι 26-8-2011), την απόφαση της εναγομένης να προβεί στη διάρρηξη των σχέσεών τους και στην ανάθεση αμέσως της εκτέλεσης του υπόλοιπου έργου σε έτερο συνεργείο, ενώ εξ' αυτού του λόγου δεν επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής.
Επομένως, ο ως άνω σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. IV. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του KΠολΔ (αντίστοιχης έννοιας μ' εκείνη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Επομένως, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 αριθ. 1 του KΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσίαν, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 560 αριθ. 6 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου, στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 319/2017).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 81/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, και αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατά το σχετικό πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 άρθρου 560 KΠολΔ και ειδικότερα αποδίδεται στο ως άνω Δικαστήριο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έργου την 9-8-2011, και εντεύθεν της αποδοχής εν μέρει της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα αυτό.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, και σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκαν, ούτε διαλαμβάνονται με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνο αποσπάσματα αυτής, τα οποία επέλεξε, κατά το δοκούν, η αναιρεσείουσα, αλλά με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς τους.
Επομένως, ο ως άνω σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τα όσα δε επικαλείται η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου, ισχυριζόμενη ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την κρίση της περί του ότι το φύλλο του ημερολογίου του ενάγοντος, στο οποίο ο τελευταίος ανέγραψε τα βασικά στοιχεία της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης έργου, δεν συνιστούσε το μήνυμα τηλεομοιοτυπίας (φαξ) που αυτός απέστειλε στην εναγομένη για την κατάρτιση της σύμβασης, δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν (άρθρ. 560 περ. 5 ΚΠολΔ), συνιστούν αιτιάσεις της, που, υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα πορίσματα των αποδείξεων, λαμβανομένου υπόψη ότι από την ως άνω εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, δεν παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ούτε η εκτίμησή τους ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του KΠολΔ, και, επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-11-2018 αίτηση της Ε. Π. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 193/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ