Legislator Case Law & Legislation
56/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds, rejecting claim that prior judgment interpretation bars new suit.

Case Number 56/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Crete's final judgment. The appellant argued that a prior interpretation of a final judgment created res judicata, preventing him from claiming a higher debt amount. The court held that the lower court's interpretation of the final judgment constituted res judicata, thereby barring the appellant's subsequent claim for additional funds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(16) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; Res judicata exists when a final judgment interprets a prior decision, preventing further litigation on the same issue between the same parties.

Keywords

AI generated
res judicata cassation appeal final judgment interpretation of decision bar to litigation court of Crete civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL.AP.19/2005
386/2003
468/2002
Επί των ανωτέρω εφέσεων, εκδόθηκε η 468/2002 απόφαση του Εφετείου Κρήτης,η οποία διαλαμβάνει στο σκεπτικό της: Ότι ο πρώτος εναγόμενος (Κ.
565/2000
204/2007
Appeal allowed partially for misconduct claim; dismissal upheld for procedural error regarding defendant's right to speak.
107/2010
Supreme Court dismisses appeal for failure to specify legal error and lack of evidence regarding mental capacity.
1780/2014
Supreme Court orders retrial due to missing documents preventing verification of res judicata violation.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 56 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 56/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ν. Κ. του Ο., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Τσιατά. Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Αικατερίνη Τσουρούλα - Σωτηροπούλου, 2) Γεώργιο Γεωργιάδη και 3) Στυλιανό Σταματόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 204/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 22-6-2010 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1780/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο. Η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 9-3-2018 κλήση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Αρείου Πάγου. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 8-5-2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία τότε Αρεοπαγίτη Γεράσιμου Φουρλάνου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 9-3-2018 κλήση του αναιρεσείοντος νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 22-6-2010 αίτησή του για αναίρεση της 107/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης,μετά την έκδοση της 1780/2014 μη οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (Ολ.ΑΠ19/2005). Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους,ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία και συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη.

Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός(νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ591/2017, 1685/2008). Περαιτέρω, το δεδικασμένο, που καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως αυτός διατυπώνεται στην απόφαση, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 324 και 332ΚΠολΔ, δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (ΑΠ1559/2017).

Εξάλλου,είναι πιθανό η απόφαση, που επικαλείται ο διάδικος για θεμελίωση ισχυρισμού του περί δεδικασμένου, να μην είναι τελείως σαφής, να δημιουργείται δε από την ασάφειά της αμφιβολία για το αν παράγεται από αυτή δεδικασμένο και σε ποια έκταση για τη δεύτερη δίκη. Ενόψει δε του ότι το δεδικασμένο εξαιρείται της διαθετικής εξουσίας των διαδίκων, οι τυχόν απόψεις αυτών για την έννοια της απόφασης δεν δεσμεύουν το δικαστήριο.

Η αμφιβολία ως προς την έννοια και την έκταση του δεδικασμένου είναι δυνατόν να αναφέρεται σε οποιοδήποτε στοιχείο του νομικού συλλογισμού. Ειδικότερα, η απόφαση αποτελεί συλλογισμό, στον οποίο την μείζονα πρόταση αποτελούν οι εφαρμοσθέντες νομικοί κανόνες, την ελάσσονα η σχηματισθείσα περί του πραγματικού υλικού της δίκης πεποίθηση του δικαστηρίου και το συμπέρασμα το διατακτικό.

Η μείζων και η ελάσσων πρόταση περιέχονται στο αιτιολογικό της απόφασης, το οποίο αποτελεί ουσιώδες μέρος αυτής, όπως και το διατακτικό. Κυρίως όμως απόφαση είναι το διατακτικό μέρος της απόφασης, δηλαδή το συμπέρασμα του συλλογισμού. Η απόφαση όμως αποτελεί σύνολο και δεν μπορεί να εκληφθεί ξεχωριστά.

Επομένως, το κατά πόσο τα κρινόμενα καθίστανται τελεσίδικα προσδιορίζεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες μετέχουν κατά τούτο της δύναμης του δεδικασμένου, δεν αποκτούν όμως αυτοτελώς αυτή τη δύναμη, αφού το διατακτικό προσδιορίζει το είδος και την έκταση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε.

Στις περιπτώσεις αυτές ανακύπτει θέμα ερμηνείας της απόφασης. Στην ερμηνεία θα προβεί το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσκομίζεται η ασαφής απόφαση προς θεμελίωση του ισχυρισμού περί δεδικασμένου. Σε περίπτωση όμως που έχει ήδη τηρηθεί η διαδικασία των άρθρων 315 επ. ΚΠολΔ για την ερμηνεία της εν λόγω απόφασης και έχει εκδοθεί σχετική τελεσίδικη απόφαση, αυτή παράγει πλέον δεδικασμένο για την αληθινή έννοια της ασαφούς απόφασης, η οποία δεσμεύει κάθε δικαστήριο που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα (ΑΠ1735/2014).

Τέλος, δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης (ΑΠ 1559/2017).

Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσείων) με την από 24-2- 1994 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ζητούσε να υποχρεωθούν η εναγόμενη - εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) και ο Κ. Μ. εις ολόκληρον έκαστος να του καταβάλουν το ποσόν των 15.000.000 δραχμών, το οποίο ο πρώτος ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης αναγνώρισε ότι του οφείλει για παρασχεθείσες εργασίες του πλέον τόκων ποσού 10.868.643 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 25-12-1987 έως 31-10-1990 και ποσού 6.162.643 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-11-1990 έως 15-12-1992, και συνολικά το ποσό των 31.849.143 δραχμών.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ. 565/2000 απόφαση η οποία απέρριψε τα αιτήματα για ανατοκισμό των τόκων και της εις ολόκληρον ευθύνης, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους να, καταβάλουν στον ενάγοντα συμμέτρως το ποσό των 15.000.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο από 16-1- 1992 για τον Κ.

Μ. και από 29-1-1992 για την εναγομένη εταιρεία. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Εφετείου Κρήτης τόσον οι εναγόμενοι όσο και ο ενάγων με τις από 31-1-2001 και 9-2- 2001 και με αριθμό κατάθεσης …26/2001 και …43/2001 εφέσεις τους, παραπονούμενοι ο μεν ενάγων για την απόρριψη του ανατοκισμού και την εις ολόκληρον ευθύνη των εναγομένων και οι τελευταίοι ζητώντας να απορριφθεί στο σύνολο της η αγωγή.

Το Εφετείο Κρήτης, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις, εξέδωσε τη με αρ.468/2002 τελεσίδικη απόφαση του,η οποία απέρριψε τις εφέσεις του ενάγοντος και της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και έκανε δεκτή την έφεση του Κ. Μ., εξαφάνισε ως προς αυτόν την απόφαση και απέρριψε ως προς αυτόν την αγωγή. Κατά της με αρ. 468/2002 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης ο ενάγων Ν.

Κ. δεν άσκησε κανένα ένδικο μέσο , ασκήθηκε όμως η με αρ. 73/17-10-2002 αναίρεση κατά της παραπάνω απόφασης από την εναγομένη ... ΑΕ κατά του Ν. Κ..... Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με τη με αρ. 151/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία επικύρωσε την ως άνω τελεσίδικη απόφαση δεχθέν ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 23α του ν. 2190/1920.

Στη συνέχεια ο ενάγων με την από 25-11-2002 αίτηση του ενώπιον του Εφετείου Κρήτης ζήτησε τη διόρθωση του διατακτικού της με αρ. 468/2002 απόφασης του δικαστηρίου αυτού, με σκοπό να συμπληρωθεί το διατακτικό της, το οποίο 3 κατά την άποψη του, από παραδρομή διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή και να προστεθεί διάταξη ως προς το ότι " Υποχρεώνει τη δεύτερη εναγομένη ΑΕ ...

να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσόν των 15.000.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο από 29-1-1992 έως την εξόφληση. Το Εφετείο Κρήτης με την με αρ. 386/2003 απόφασή του απέρριψε την αίτηση καθόσον δέχτηκε ότι το διατακτικό της με αρ.468/2002 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου δεν χρήζει διορθώσεως και δεν διατυπώθηκε ελλιπώς, διότι εφόσον η ανωτέρω απόφαση εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς τον Κ.

Μ. και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς αυτόν, ισχύει η πρωτόδικη απόφαση (565/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου) ως προς την δεύτερη εναγομένη- εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία ... ΑΕ αφού απορρίφθηκε ουσιαστικά η έφεση της, η οποία είναι πλέον ο μοναδικός οφειλέτης του ενάγοντος Ν. Κ., για το ποσό των 7.500.000 δραχμών.".Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε, ότι κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την 386/2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει στον αναιρεσείοντα μόνο το ποσό των 22.010,27 ευρώ (7.500.000 δραχμών), με βάση την επικαλούμενη στην από 24-2-1994 αρχική αγωγή του αφηρημένη αναγνώριση χρέους, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επανεξετάσει την επίδικη από 24-5-2006 μεταγενέστερη αγωγή αυτού κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ,επικαλούμενος την ίδια με την προηγούμενη ιστορική και νομική αιτία, αλλά και το δεδικασμένο, που κατ' αυτόν, απορρέει από την 468/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, ζητεί την επιδίκαση επιπλέον 22.010,27 ευρώ (7.500.000 δραχμών).

Με βάση τα ανωτέρω δε, έκανε δεκτή την από 21-9-2007 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, και απέρριψε ως απαράδεκτη την από 24-5-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος.

Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων,κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.16ΚΠολΔ,μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ,ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, α) ότι υπάρχει δεδικασμένο από την 386/2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης που αποκλείει την επανάκριση της επίδικης αγωγής του και β)ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από το σκεπτικό της 468/2002 επίσης τελεσίδικης απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, που επιβάλλει την επιδίκαση του αιτούμενου με αυτή ποσού.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 565/2000 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία εκδόθηκε επί της πρώτης από 24-2-1994 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά του (μη διαδίκου στην παρούσα διαδικασία)Κ. Μ. και της ήδη αναιρεσίβλητης, υποχρεώθηκαν οι τελευταίοι να του καταβάλουν συμμέτρως το ποσό των 15.000.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο από 16-1-1992 και 29-1-1992 αντίστοιχα, λόγω αναιτιώδους αναγνώρισης της εν λόγω οφειλής από τους εναγομένους.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν ενώπιον του Εφετείου Κρήτης εφέσεις τόσο από τον ενάγοντα, που παρεπονείτο (πλην της απόρριψης άλλων αιτημάτων της ανωτέρω αγωγής του που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω) και για την απόρριψη του αιτήματος του για την εις ολόκληρον οφειλή του επιδικασθέντος με αυτή ποσού, όσο και από τους εναγομένους, που εδίωκαν την απόρριψη της αγωγής στο σύνολο της.

Επί των ανωτέρω εφέσεων, εκδόθηκε η 468/2002 απόφαση του Εφετείου Κρήτης,η οποία διαλαμβάνει στο σκεπτικό της: Ότι ο πρώτος εναγόμενος (Κ. Μ.) δεν ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό που υποχρεώθηκε και ότι επομένως η αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατ' αυτού πρέπει να απορριφθεί και να γίνει δεκτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ήδη αναιρεσίβλητης και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το ποσό των 15.000.000 δραχμών, ήτοι 44.020,54 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 29-1-1992 και ότι επομένως έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση που είχε υποχρεώσει τους εναγόμενους "εις ολόκληρον", να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα το ανωτέρω ποσό.

Στο διατακτικό της δε, η εν λόγω απόφαση, αφού συνεκδικάζει τις εφέσεις, απορρίπτει την έφεση του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, κάνει δεκτή την έφεση του Κ. Μ. και απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατ' αυτού. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων που δεν άσκησε αναίρεση κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης, με την από 25-11-2002 αίτησή του ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, ζήτησε την κατά τη διαδικασία των άρθρων 315επ.ΚΠολΔ διόρθωση ή ερμηνεία της, προκειμένου το διατακτικό της με το οποίο απερρίφθη η αγωγή μόνο κατά του Κ.

Μ., παρέμεινε όμως ως προς την αναιρεσίβλητη το αφορόν αυτή σκέλος του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, που την είχε υποχρεώσει συμμέτρως με τον Κ. Μ. (και όχι εις ολόκληρον όπως αναφέρεται στην υπό διόρθωση απόφαση) να του καταβάλουν το ποσό των 15.000.000 δραχμών, και συνεπώς την ίδια το ποσό των 7.500.000 δραχμών, να συμβαδίζει με το σκεπτικό της, βάσει του οποίου η αναιρεσίβλητη του οφείλει το συνολικό ποσό των 15.000.000 δραχμών.

Επί της εν λόγω αίτησης εκδόθηκε η 386/2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης,η οποία την απέρριψε, με το σκεπτικό ότι: "το διατακτικό της 468/2002 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου δεν διατυπώθηκε ελλιπώς, διότι, εφόσον η ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ως προς τον Κ.

Μ. και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς αυτόν, ισχύει η πρωτόδικη απόφαση (565/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου)ως προς την ήδη αναιρεσίβλητη, αφού απορρίφθηκε ουσιαστικά η έφεσή της, η οποία είναι πλέον ο μοναδικός οφειλέτης του ήδη αναιρεσείοντος για το ποσό των 7.500.000 δραχμών, εφόσον υποχρεώθηκε η ήδη αναιρεσίβλητη με την 565/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου να καταβάλει, συμμέτρως, με τον πρώτο εναγόμενο, στον ήδη αναιρεσείοντα, το ποσό των 15.000.000 δραχμών και δεν απαιτείτο η αναγραφή του ως άνω ποσού των 7.500.000 δραχμών στο διατακτικό της υπό διόρθωση απόφασης".

Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον η προαναφερθείσα τελεσίδικη 386/2003 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, προκειμένου να απορρίψει την αίτηση διόρθωσης του διατακτικού της, προέβη σε ερμηνεία της αληθούς έννοιας της 468/2002 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, με βάση την οποία η αναιρεσίβλητη οφείλει στον αναιρεσείοντα μόνο το ποσό των 7.500.000 δραχμών, παράγεται, ανεξάρτητα από την ορθότητα ή μη αυτής, δεδικασμένο ως προς την δοθείσα ερμηνεία, που εμποδίζει το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει την μεταγενέστερη αγωγή του τελευταίου, με την οποία, επικαλούμενος αυτός διαφορετική έννοια της 468/2002 απόφασης, ζητεί την επιδίκαση επιπλέον του ανωτέρω ποσού, και δη του κατά το σκεπτικό της οφειλόμενου ποσού των 7.500.000 δραχμών.

Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να συμψηφισθούν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα,λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε (αρθρ.179,183ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Ιουνίου 2010 αίτηση του Ν. Κ. για αναίρεση της 107/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά τους έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ