Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on collective agreement applicability to hotel employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the hotel company's appeal against the Athens Court of Appeals' judgment regarding labor disputes. The lower court applied collective agreements for musicians to the plaintiff, who received specific musical instrument allowances, finding the dismissal compensation insufficient. The court ruled that the collective agreements' regulatory force extended to the plaintiff's profession regardless of the employer's specific industry classification.
Legislator headnote
AI generatedArticles 22(2) of the Constitution and Articles 3(1), 7, 8(2), 10(2), 11(2), 16(6) of Law 1876/1990; Collective agreements possess the force of law and apply to all workers in the relevant profession, irrespective of the employer's specific industry sector.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 56 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
ΣΣΕ, διάκριση σε κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική. Η κήρυξη ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ μουσικών κέντρων διασκεδάσεως ως υποχρεωτικής επεκτείνει την ισχύ της σε όλους τους εργαζόμενους του επαγγέλματος, στους οποίους αφορά, εφ' όσον θα μπορούσαν να είναι μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που είχαν συμπράξει στην κατάρτισή τους, άσχετα προς το αν η δραστηριότητα του εργοδότη, στον οποίο απασχολούνται, υπάγεται στον ίδιο κλάδο. Απορρίπτει την αίτηση ξενοδοχειακής επιχείρησης.
Αριθμός 56/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Νοεβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤΑΝΛΕΥ ΑΕ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σαράντου Θεοδωρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Β. Γ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Αλεξανδρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2007 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1865/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4006/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-9-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 26-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 22 παρ.2 του Συντάγματος και 3 παρ.1, 7, 8 παρ.2, 10 παρ.2, 11 παρ.2 και 16 παρ.6 του ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", συνάγονται τα ακόλουθα. Κατά τη σύναψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ), οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους.
Ως εκ τούτου, οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ ή των εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων (ΔΑ) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια.
Οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους ΣΣΕ ή ΔΑ, είναι επικρατέστεροι, εφ' όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους. Οι κλαδικές ΣΣΕ ή ΔΑ περιέχουν τους όρους εργασίας και αμοιβής που αφορούν στους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων μιας πόλης ή περιφέρειας ή και ολόκληρης της χώρας.
Υπό την έννοια αυτή, ως ομοειδείς θεωρούνται οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και ως συναφείς αυτές που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό περίπου όμοιες συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, προέχον κριτήριο για το χαρακτηρισμό μιας ΣΣΕ ή ΔΑ ως κλαδικής είναι το είδος της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητα του εργαζόμενου με την οποία παρέχεται η συμφωνημένη εργασία.
Αντίθετα, οι ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ ή ΔΑ ρυθμίζουν τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζόμενων που ασκούν συγκεκριμένο επάγγελμα. Ως εκ τούτου, προέχον κριτήριο για το χαρακτηρισμό μιας ΣΣΕ ή ΔΑ ως ομοιοεπαγγελματικής είναι το είδος του επαγγέλματος ή της ειδικότητας του εργαζόμενου, ανεξάρτητα από το είδος της επιχειρήσεως στην οποία παρέχεται η συμφωνημένη εργασία (ΑΠ 1286/1999).
Περαιτέρω, οι ΣΣΕ ή ΔΑ (πλην των εθνικών γενικών) δεσμεύουν κατ' αρχήν τους εργοδότες και εργαζόμενους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Ο Υπουργός Εργασίας, όμως, με απόφασή του που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους ενός κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ ή ΔΑ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.
Τότε, η ΣΣΕ ή ΔΑ δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζόμενους του επαγγέλματος, που αυτή αφορά, εφ' όσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (ΟλΑΠ 2/2002, ΑΠ 1015/2006), με την επιφύλαξη ότι μια κλαδική ΣΣΕ ή ΔΑ υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη, ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ ή ΔΑ (ΑΠ 74/2009).
Το δικαστήριο αναζητεί αυτεπαγγέλτως και εφαρμόζει την προσήκουσα ΣΣΕ ή ΔΑ, με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στην αγωγή και αποδεικνύονται, όπως η υφισταμένη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, ο κλάδος της οικονομικής ζωής στον οποίο αυτή λειτουργεί, το επάγγελμα ή η ειδικότητά του εργαζόμενου και ο χρόνος για τον οποίο εκάστοτε ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας (ΑΠ 49/2011, ΑΠ 1143/2004).
Εξ άλλου, με την 11891/1998 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 816/6-8-1998) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 12-6-1998 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Τραγουδιστών Κέντρων Διασκέδασης", επί όλων των εργοδοτών και εργαζομένων του επαγγέλματος στον κλάδο που αυτή αφορά. Επίσης, με την 11518/2005 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β' 638/13-5-2005) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 17-2-2005 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Μουσικών και Τραγουδιστών στα πάσης φύσεως κέντρα κάθε μορφής διασκέδασης όλης της χώρας", επί όλων των εργοδοτών και εργαζομένων του επαγγέλματος στον κλάδο που αυτή αφορά.
Από την περιγραφή των ορίων εφαρμογής των εν λόγω ΣΣΕ προκύπτει ότι αυτές έχουν εφαρμογή σε όσους απασχολούνται σε κέντρα διασκέδασης με την ιδιότητα του μουσικού ή του τραγουδιστή ή και με τις δύο. Εν όψει του ότι στις ρυθμίσεις των εν λόγω ΣΣΕ δεν υπάγεται το πάσης φύσεως προσωπικό των κέντρων διασκεδάσεως, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητά του, αλλά μόνο οι μουσικοί και τραγουδιστές, συνάγεται ότι αυτές φέρουν το χαρακτήρα ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ.
Με την κήρυξή τους, λοιπόν, ως υποχρεωτικών, η εφαρμογή τους επεκτάθηκε στους μουσικούς και τραγουδιστές όχι μόνο των επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου, αλλά και επιχειρήσεων άλλων κλάδων, όπως αυτός της παροχής ξενοδοχειακών υπηρεσιών, αφού, ακόμη και αν οι επιχειρήσεις αυτές δεν είχαν πάρει μέρος στην υπογραφή των εν λόγω ΣΣΕ και δεν μπορούσαν να είναι μέλη των εργοδοτικών, συλλογικών φορέων που συμμετείχαν στην κατάρτισή τους, οι σ' αυτές απασχολούμενοι μουσικοί και τραγουδιστές θα μπορούσαν να είναι μέλη των συνδικαλιστικών φορέων των εργαζομένων που τις υπέγραψαν.
Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η εναγομένη στην ένδικη, από 1-8-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή (ήδη αναιρεσείουσα), που διατηρεί και εκμεταλλεύεται στην Αθήνα το ξενοδοχείο με το διακριτικό τίτλο "Στάνλεϋ", την 26-5-2001, προσέλαβε τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο), με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί ως πιανίστας και τραγουδιστής στο εστιατόριο, το οποίο λειτουργεί εντός του ξενοδοχείου.
Ότι σύμφωνα με τη σύμβαση, ο ενάγων είχε την υποχρέωση να απασχολείται όλες τις ημέρες της εβδομάδας από ώρα 21:00 μέχρι 01:30, με ημίωρο διάλειμμα, αντί μηνιαίου μισθού 405.013 δραχμών (τότε, που ήδη αντιστοιχεί σε 1.188,59 ευρώ), με παράλληλη εφαρμογή των όρων "της από 1-1-2001 ΣΣΕ των μουσικών", όπως αναγράφεται στο από 30-5-2001 έντυπο που συνυπέγραψαν οι διάδικοι.
Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης, ο ενάγων απασχολήθηκε με το εν λόγω πρόγραμμα μέχρι την 8-5-2007, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας και κατέβαλε στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 5.415,51 ευρώ. Ότι η νόμιμη αμοιβή του ενάγοντος ρυθμιζόταν αρχικά με την από 12-6-1998 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Τραγουδιστών Κέντρων Διασκέδασης" και στη συνέχεια με την από 17-2-2005 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Μουσικών και Τραγουδιστών στα πάσης φύσεως κέντρα κάθε μορφής διασκέδασης όλης της χώρας", που είχαν κηρυχθεί υποχρεωτικές.
Ότι οι εν λόγω ΣΣΕ ήσαν ομοιοεπαγγελματικές και όχι κλαδικές, οπότε, μετά την κήρυξή τους ως υποχρεωτικών, ρύθμιζαν τους όρους αμοιβής και εργασίας των μουσικών και τραγουδιστών που απασχολούνται σε οποιοδήποτε εργοδότη και όχι μόνο στα κέντρα διασκεδάσεως. Ότι η εναγομένη είχε αποδεχθεί την υπαγωγή του ενάγοντος στις ρυθμίσεις των ως άνω ΣΣΕ για τους μουσικούς και τραγουδιστές, πράγμα που προέκυπτε από το ότι σε όλη τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας κατέβαλλε στον ενάγοντα το επίδομα χρήσεως υλικού (μουσικού οργάνου ή μικροφώνου), που είχε προβλεφθεί από την παλαιότερη, από 9-10-1997 ΣΣΕ και διατηρηθεί με την ως άνω από 17-2-2005 ΣΣΕ.
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο υπολόγισε τις νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος για τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα σύμφωνα με τις ως άνω συλλογικές ρυθμίσεις και, αφού διαπίστωσε ότι υπήρξαν υπέρ του ενάγοντος διαφορές μεταξύ αυτών και των αποδοχών που πράγματι είχαν καταβληθεί σύμφωνα με την ατομική σύμβαση εργασίας, έκρινε ότι η καταβληθείσα αποζημίωση απολύσεως ήταν ελλιπής, χωρίς να μπορεί να δικαιολογηθεί πλάνη της εναγομένης ως προς το αληθές ύψος αυτής και ότι η γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας υπήρξε άκυρη, γι' αυτό και επιδίκασε τις διαπιστωθείσες διαφορές αποδοχών και τις αιτηθείσες αποδοχές υπερημερίας.
Με τη κρίση αυτή, το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ήτοι αυτές του ν. 1876/1990 και τους κανονιστικούς όρους των από 12-6-1998 και 17-2-2005 ΣΣΕ, ως προς την εφαρμογή των οποίων, κατά τα προαναφερθέντα, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
2. Από την περαιτέρω επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο αφ' ενός δεν εφάρμοσε "την από 1-1-2001 ΣΣΕ των μουσικών", αλλά, απλώς, ανέφερε ιστορικώς ότι περί αυτής υπήρχε μνεία στο έντυπο της σύμβασης εργασίας το οποίο είχαν συνυπογράψει οι διάδικοι και αφ' ετέρου δεν έκανε ουδεμία αναφορά στην υπουργική απόφαση 11602/2001 (ΦΕΚ Β` 541/11-5-2001), για τον καθορισμό των όρων αμοιβής και εργασίας των μουσικών που απασχολούνται σε δημοτικές επιχειρήσεις πολιτιστικής ανάπτυξης, δημοτικούς οργανισμούς κλπ με μορφή ΝΠΙΔ, οι ρυθμίσεις της οποίας δεν έχουν σχέση ούτε με το επάγγελμα του αναιρεσίβλητου ούτε με την επιχειρηματική δραστηριότητα της αναιρεσείουσας. Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν τα ανωτέρω και με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, ερείδονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι απαράδεκτοι.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-9-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 4006/ 2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 23η Νοεμβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 17η Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ