Legislator Case Law & Legislation
56/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment, upholding lower court's finding of justified interest.

Case Number 56/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment rejecting a defamation claim. The appellant alleged the defendant's letter contained malicious criticism regarding the refusal of organ transplants for minors, but the lower court found the defendant acted out of justified interest to preserve the transplant unit's viability. The court upheld this factual assessment and procedural evaluation, rejecting the appeal as baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 361, 362, 363, 367 of the Criminal Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a judgment dismissing a defamation claim is inadmissible if the lower court correctly determined the defendant acted with justified interest and without intent to insult.

Keywords

AI generated
defamation appeal justified interest malicious criticism transplant unit civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 361, 362, 363, 367 of the Criminal Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 56 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 56/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγώτη Μπαλτά.

Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βενέτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 26 Απριλίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2550/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6981/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Αυγούστου 2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 1 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 962/3.8.2007 αιτήσεως για αναίρεση της 6981/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 962/3.8.2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 6981/15.9.2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 67057/3981/13.5.2004 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος χρηματικής ικανοποιήσεως, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αποδιδόμενη στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο άδικη και υπαίτια πράξη, με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 2550/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 10001/14.11.2005 εφέσεως του εναγομένου, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 6981/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση.

Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια, κατά αξιολογική σειρά, οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι, με βάση τις ανέλεγκτης ουσιαστικές αυτής παραδοχές, με το ακόλουθο, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, περιεχόμενο: "Με το Ν. 2012/1992 ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΩΝΑΣΕΙΟ ΚΑΡΔΙΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ" (Ω.Κ.Κ.), του οποίου η οργάνωση και λειτουργία διέπεται από τον εσωτερικό Κανονισμό αυτού, ο οποίος εγκρίθηκε με την Α3α/10195/10-11-1992 (ΦΕΚ 692/25-11-1992 τ, Β') απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, έχει δε ως σκοπό την παροχή υπηρεσιών νοσηλείας στον τομέα καρδιολογίας και καρδιοχειρουργικής, καθώς και την εν γένει ανάπτυξη ερευνητικού και επιστημονικού έργου, σχετιζόμενου με τους τομείς αυτούς.

Σύμφωνα με το άρθρο 12 του εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Ω.Κ.Κ., όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε τελευταία με την Α1 α/13779/99 (ΦΕΚ 235/1-3-2000 τ. Β') απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, η Ιατρική Υπηρεσία αυτού αποτελεί Διεύθυνση και είναι διαρθρωμένη σε τέσσερις τομείς, ήτοι τον καρδιοχειρουργικό, καρδιολογικό, αναισθησιολογικό και εργαστηριακό, και κάθε τομέας είναι διαρθρωμένος σε τμήματα, εργαστήρια και μονάδες.

Ειδικότερα, ο καρδιοχειρουργικός τομέας αποτελείται από τρία καρδιοχειρουργικά τμήματα ενηλίκων, ένα καρδιοχειρουργικό τμήμα παίδων και συγγενών καρδιοπαθειών, μία μονάδα εντατικής θεραπείας ενηλίκων και μία μονάδα εντατικής θεραπείας παίδων. Στα πλαίσια του καρδιοχειρουργικού τομέα λειτουργεί μονάδα μεταμοσχεύσεων καρδιάς, καρδιάς/πνευμόνων, πνευμόνων, της οποίας την ευθύνη έχει ο διευθυντής του Α' καρδιοχειρουργικού τμήματος ενηλίκων, η δε ως άνω μονάδα συνεργάζεται, μεταξύ άλλων, και με το καρδιοχειρουργικό τμήμα παίδων και συγγενών καρδιοπαθειών.

Ο εναγόμενος είναι καρδιοχειρουργός και προσλήφθηκε από το Ω.Κ.Κ. δυνάμει της από 10-6-1993 συμβάσεως εργασίας, η οποία ανανεώθηκε με την από 9-3-1999 σύμβαση, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως διευθυντής του Α' καρδιοχειρουργικού τμήματος, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο για τη διενέργεια μεταμοσχεύσεων καρδιάς και πνευμόνων, χωρίς τη συγκατάθεση του οποίου δεν ήταν επιτρεπτή καμία μεταμόσχευση από άλλα άτομα ή χειρουργική ομάδα.

Η μονάδα μεταμοσχεύσεων λειτουργεί από το έτος 1994 κατόπιν αδείας, που χορηγήθηκε με την Υ4δ/5600/17-6-1994 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 531/7-7-1994 τ. Β'), στην οποία ορίζεται ότι η μονάδα θα λειτουργεί στην Α' καρδιοχειρουργική κλινική. Ο ενάγων είναι καρδιοχειρουργός και προσλήφθηκε το πρώτον στο Ω.Κ.Κ. το έτος 1994, ενταχθείς στο υπό την διεύθυνση του εναγομένου Α' καρδιοχειρουργικό τμήμα ως επιμελητής Α' με καθήκοντα υποδιευθυντή.

Την έγκριση του διορισμού του τελευταίου και την ένταξή του στην ως άνω διεύθυνση είχε ζητήσει και ο εναγόμενος με την από 18-5-1994 επιστολή του προς τον τότε διευθυντή του Ιδρύματος, λόγω της εκπαιδεύσεως και των τίτλων που διέθετε. Το έτος 1996, προκηρύχθηκε μία θέση διευθυντή παιδοκαρδιοχειρουργικής, πλήρους και αποκλειστικής απασχολήσεως, ο οποίος θα απασχολείται με τη χειρουργική συγγενών καρδιοπαθειών όλων των ηλικιών (με έμφαση στη νεογνική και βρεφονηπιακή ηλικία), και σε πλήρωση της θέσεως αυτής προσλήφθηκε ο ενάγων, την 1-9-1997, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (πενταετούς διάρκειας), με δυνατότητα ανανεώσεως κατόπιν έγγραφης συμφωνίας των συμβαλλομένων, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του υπό καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχολήσεως ως διευθυντής της παιδοκαρδιοχειρουργικής κλινικής (Δ' καρδιοχειρουργική).

Στα καθήκοντά του ανάγονταν η χειρουργική αντιμετώπιση ασθενών με συγγενείς καρδιοπάθειες κάθε ηλικίας, συμπεριλαμβανομένων και μεταμοσχεύσεων σε ασθενείς κάτω των 18 ετών ή με συγγενείς καρδιοπάθειες ανεξαρτήτως ηλικίας, ενώ η ανάληψη χειρουργικών επεμβάσεων για επίκτητες καρδιοπάθειες μπορούσε να γίνει μόνο σύμφωνα με τις αποφάσεις του Δ.Σ. (2ος όρος της συμβάσεως εργασίας).

Το Δ.Σ. του Ω.Κ.Κ. κατά τη συνεδρίαση του στις 25-11-1997 με αριθμό ....., αποφάσισε ομόφωνα ότι "για τις μεταμοσχεύσεις που πραγματοποιούνται στο Ω.Κ.Κ. έχει τη γενική διεύθυνση ο κ. Ψ, ως επικεφαλής της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων. Στις περιπτώσεις μεταμοσχεύσεων σε παιδιά, ο κ. Ψ θα πρέπει να δίδει πρωτοβουλίες και ευθύνες στον κ.

Χ. Τυχόν προβλήματα ή διαφωνίες που θα προκύψουν από αυτή τη διαδικασία, θα λυθούν από το Δ.Σ.". Επίσης, κατά την ίδια ως άνω συνεδρίαση, αποφάσισε κατά πλειοψηφία ότι "ο κ. Χ θα πραγματοποιεί κατ' απόλυτη προτεραιότητα χειρουργικές επεμβάσεις σε παιδιά, ενώ σε περίπτωση που παρουσιάζεται κενός χρόνος στο χειρουργείο (δεν υπάρχουν δηλαδή παιδιά σε αναμονή για επέμβαση), θα μπορεί να χειρουργεί και ενηλίκους.

Το Δ.Σ. επιφυλάσσεται να παρακολουθεί την εφαρμογή αυτής της απόφασής του και να επανέλθει, αν χρειασθεί". Ο ενάγων, με το από 14-2-2001 υπηρεσιακό του σημείωμα προς τον διευθυντή του Α' καρδιοχειρουργικού τμήματος και μεταμοσχεύσεων, με θέμα "Πιθανή μεταμόσχευση καρδιάς βρέφους ΑΜ .....", ανέφερε ότι το τμήμα του είναι έτοιμο να προχωρήσει σε παιδιατρικές μεταμοσχεύσεις καρδιάς και ότι μέχρι τότε δεν είχαν πραγματοποιηθεί τέτοιες επεμβάσεις, όχι λόγω ελλείψεως εκπαιδεύσεως στελεχών, αλλά διότι δεν είχε παρουσιαστεί κατάλληλος υποψήφιος λήπτης.

Ακόμη ανέφερε, κατά λέξη, ότι: "στα τρία χρόνια της λειτουργίας του, το τμήμα μας έχει αναλάβει με αξιοπιστία και σοβαρότητα το δύσκολο έργο της παιδοκαρδιοχειρουργικής και έχει πραγματοποιήσει με επιτυχία πολλές συμπλοκές χειρουργικές επεμβάσεις που έγιναν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, είμαστε δε άριστα σε θέση να πραγματοποιήσουμε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και καρδιακή μεταμόσχευση σε βρέφος, όπως στην ασθενή ...

Όσο για την πρότασή σας για έναρξη συζητήσεων "για να αποφασισθεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούν χειρουργοί κλπ", που θα πραγματοποιήσουν παιδιατρικές μεταμοσχεύσεις, ας σημειωθεί το εξής: Οι συζητήσεις για τέτοια θεωρητικά, μη ιατρικής φύσης και χωρίς πρακτική σημασία θέματα, δεν πρέπει να καθυστερήσουν ή παρεμποδίσουν την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών που μπορεί να προσφέρει το τμήμα μας στον κάθε ασθενή παιδιατρικής ηλικίας, ή πάσχοντα από συγγενή καρδιοπάθεια και υποψήφιο για μεταμόσχευση.

Ασφαλώς δε, οι όποιες παρόμοιες συζητήσεις δεν συνιστούν λόγο παραπομπής ασθενούς του Ω.Κ.Κ. σε κέντρο του εξωτερικού". Στη συνέχεια, όμως, προέκυψε περιστατικό μεταμοσχεύσεως σε παιδί 11 ετών από το ..... και ο εναγόμενος με τις από 14-2-2003 και 6-3-2003 επιστολές του προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ. και τον ενάγοντα, αντίστοιχα, πρότεινε να πραγματοποιηθεί η μεταμόσχευση από τον ενάγοντα, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι πρόκειται για μοναδική ευκαιρία επιτυχούς ενάρξεως του προγράμματος και ελπίζοντας ότι η πρότασή του θα γίνει αποδεκτή.

Ο ενάγων όμως αρνήθηκε να προβεί στην επέμβαση αυτή, επικαλούμενος ότι δεν είχε εκδοθεί η προβλεπόμενη από το νόμο άδεια λειτουργίας τέτοιας μονάδας. Πρέπει να σημειωθεί ότι το Δ.Σ. του Ω.Κ.Κ. στη συνεδρίασή του, με αριθμό ..... της 6-11-2001, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα των πρακτικών, είχε αποφασίσει να κινηθεί η διαδικασία προς το Υπουργείο Υγείας και τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων για τη χορήγηση άδειας, τη νομική κατοχύρωση των παιδιατρικών μεταμοσχεύσεων και τη θεσμοθέτηση τμήματος μεταμοσχεύσεων παίδων και συγγενών καρδιοπαθειών.

Ενόψει της καταστάσεως που δημιουργήθηκε, λόγω της κατά τα άνω αρνήσεως του ενάγοντος να προβεί στη συγκεκριμένη μεταμόσχευση και των αντιθέτων απόψεων που υποστηρίζονταν αναφορικά με την δυνατότητα διενέργειας μεταμοσχεύσεων σε παιδιά στην ήδη λειτουργούσα μονάδα μεταμοσχεύσεων, το Δ.Σ. συνήλθε στις 20-11-2003, προκειμένου να δώσει λύση στο θέμα αυτό.

Επειδή όμως διατυπώθηκαν δύο απόψεις, εκ των οποίων η μία υποστήριζε να πραγματοποιούνται μεταμοσχεύσεις σε παιδιά στην ήδη λειτουργούσα μονάδα με επέκταση της υπάρχουσας άδειας λειτουργίας και στις μεταμοσχεύσεις σε παιδιά, η δε άλλη τη δημιουργία ξεχωριστού τμήματος μεταμοσχεύσεων σε παιδιά, που θα λειτουργούσε στο τμήμα του ενάγοντος, αποφάσισε, αφού συγκεντρωθούν όλες οι σχετικές με το θέμα αποφάσεις του, να διατυπώσει με σαφήνεια την απόφαση σε επόμενη συνεδρίασή του (σχετ.

το με επίκληση προσκομιζόμενο απόσπασμα πρακτικών της συνεδρίασης .....). Ενόψει της επικείμενης συνεδρίασης προς συζήτηση του θέματος αυτού ο εναγόμενος απέστειλε την από 4-12-2003 επιστολή του προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ., την οποία κοινοποίησε στα μέλη αυτού, τον Γενικό Διευθυντή και τον Πρόεδρο της Επιστημονικής Επιτροπής, στην οποία, αφού κάνει αναφορά ότι επί δύο και πλέον χρόνια, που συζητείται το επίμαχο θέμα, ουδέποτε του δόθηκε η ευκαιρία, ως κατ' εξοχήν αρμοδίου, να εκφράσει "δια ζώσης" τις απόψεις του στο Δ.Σ., περιέχονται, εκτός των άλλων, και τα εξής: 1. "Είμαι βέβαιος ότι το Δ.Σ.

εμφορείται από τις καλλίτερες των προθέσεων να εξυπηρετήσει τον Ελλαδικό χώρο με τη δημιουργία πραγματικώς Παιδιατρικού Προγράμματος, ώστε να αποφεύγονται ταλαιπωρία και δαπάνες με την αποστολή ασθενών στην Αλλοδαπή. Την αγαθότητα αυτών των προθέσεων και συμμερίζομαι και εμπράκτως απέδειξα φέτος, τον Μάρτιο, όταν πρότεινα εγγράφως στον ενδιαφερόμενο Καθηγητή Καρδιοχειρουργό να αναλάβει τη μεταμόσχευση της εντεκάχρονης από το ....., εγκαινιάζοντας Παιδιατρικό Πρόγραμμα, με σχεδόν βεβαία την επιτυχία.

Με λύπη μου σημειώνω ότι απαξίωσε και να απαντήσει. Αν πραγματικώς ενδιαφέρετο, θα "άρπαζε" την ευκαιρία. Δυστυχώς, η πρότασή μου δεν περιελάμβανε και την Διεύθυνση Προγράμματος Μεταμοσχεύσεων". 2. "Με την πρόσφατη απόφαση του Δ.Σ. αγόμεθα εις περιπέτειας, οι οποίες εύχομαι να μην αποβούν μοιραίες για την πορεία της Μονάδος Μεταμοσχεύσεων.

Το Δ.Σ., καλή τη πίστει, θεωρεί ότι προβαίνει στη δημιουργία Παιδιατρικού Προγράμματος, αγνοώντας ότι ο ενδιαφερόμενος, κατά παράβαση του Οργανισμού του Νοσοκομείου και της αρχικής Προκηρύξεως της θέσεώς του, ασχολείται με τη χειρουργική Ενηλίκων (Επίκτητες Καρδιοπάθειες), εις την οποία δεν αποκρύπτει ότι προτίθεται και περαιτέρω να επεκταθεί (όρα και "Δ" Καρδιοχειρουργικό Τμήμα).

Η σύμβασή του, η οποία του επιτρέπει, χωρίς ποτέ να έχει κριθεί, την εκτέλεση μεταμοσχεύσεων σε ασθενείς μέχρι 18 ετών, καθώς και επί ασθενών "ασχέτως ηλικίας" με το πρόσχημα της υπάρξεως "συγγενούς καρδιοπάθειας", "de facto" δημιουργεί δεύτερο Πρόγραμμα Μεταμοσχεύσεων Ενηλίκων κάτω από την ίδια στέγη. Βεβαίως, δι' όσους γνωρίζουν έστω και στοιχειωδώς περί Μεταμοσχεύσεων, και το .....

και η ..... (όπου εξεπαιδεύθη ο ενδιαφερόμενος) έχουν ενιαία Προγράμματα και ο παρ' ημίν καθορισμός διαφορετικών χειρουργών, αναλόγως του παθολογικού υποστρώματος, είναι διεθνώς πρωτοφανής!!". 3. "Φοβούμαι, ότι, όπως το 1997 εχρησιμοποιήθη η προκήρυξη της θέσεως Παιδοκαρδιο-χειρουργικής ως "Δούρειος Ίππος" για την εκτέλεση επεμβάσεων επί Ενηλίκων (Επίκτητων Καρδιοπαθειών), το ίδιο θα γίνει και τώρα.

Το "Παιδιατρικό" Πρόγραμμα, όπως καλοπίστως το υιοθετεί το Δ.Σ., θα χρησιμοποιηθεί ως "φενάκη" για τη δημιουργία και δευτέρου Προγράμματος Μεταμοσχεύσεων Ενηλίκων. Ενδέχεται η υλοποίηση της αποφάσεως να γίνει επί άλλου Δ.Σ. και υπό άλλη ηγεσία του Υπουργείου, όμως η ευθύνη των μετέπειτα δυσάρεστων εξελίξεων θα ανάγεται πάντοτε εις την απόφασή σας, της 20-11-2003".

Με την επιστολή αυτή ο εναγόμενος εξέφρασε την αντίθεσή του και τους φόβους του για την πορεία της υφιστάμενης μονάδας μεταμοσχεύσεων, σε περίπτωση που το Δ.Σ. αποφασίσει να ξεκινήσει τη διαδικασία για τη δημιουργία ξεχωριστής μονάδας για παιδιά. Από τα ανωτέρω χωρία της επίμαχης επιστολής, το πρώτο αναφέρεται στην άρνηση του ενάγοντος να προβεί σε μεταμόσχευση της εντεκάχρονης από το Βόλο, γεγονός το οποίο ανταποκρίνεται στην αλήθεια.

Κατά τους ισχυρισμούς του ιδίου, η άρνησή του οφείλεται στο γεγονός ότι δεν είχε εκδοθεί η σχετική άδεια λειτουργίας τέτοιας μονάδας στο τμήμα του, ενώ πεποίθηση του εναγομένου ήταν ότι ήταν σύννομη η διενέργεια μεταμοσχεύσεων σε παιδιά στην ήδη λειτουργούσα μονάδα με την πλήρη υποστήριξή του. Μάλιστα ο ενάγων, στο από 10-3-2004 υπηρεσιακό σημείωμά του, που απέστειλε προς το Γενικό Διευθυντή, με θέμα "μεταμόσχευση παιδιατρικού ασθενή (ΑΜ: .....)", που του προτάθηκε να αναλάβει, αναφέρει ότι το τμήμα που διευθύνει θα αναλάβει το συγκεκριμένο ασθενή για μεταμόσχευση, με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι θα έχει εκδοθεί από το Υπουργείο Υγείας η προβλεπόμενη από το νόμο άδεια διενέργειας μεταμοσχεύσεων καρδιάς και πνευμόνων σε παιδιά και ενήλικες με συγγενείς καρδιοπάθειες στο τμήμα του, μνημονεύοντας ληφθείσα απόφαση του Δ.Σ.

κατά τη συνεδρίαση της 6-11-2001 να κινηθεί η διαδικασία για τη χορήγηση της σχετικής άδειας. Βέβαια, είναι αληθές ότι δεν είχε εκδοθεί σχετική άδεια λειτουργίας τέτοιας μονάδας στο τμήμα του, πλην όμως στο προαναφερθέν από 14-2-2001 υπηρεσιακό σημείωμά του η άποψή του ήταν διαφορετική και έρχεται σε αντίθεση με την προηγούμενη τακτική του.

Επίσης, αλήθεια είναι ότι ο ενάγων, μέχρι την ημερομηνία συντάξεως της επίμαχης επιστολής, δεν απάντησε στον εναγόμενο αν θα αναλάβει ή όχι τη συγκεκριμένη μεταμόσχευση. Έτσι, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αληθή, δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν εξ αντικειμένου την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Οι τελευταίες φράσεις του χωρίου αυτού "Αν πραγματικώς ενδιαφέρετο θα άρπαζε την ευκαιρία. Δυστυχώς, η πρότασή μου δεν περιελάμβανε και τη Διεύθυνση Προγράμματος Μεταμοσχεύσεως", είναι προσωπική κρίση του εναγομένου, με την οποία εκδηλώνεται έντονη κριτική, πλην όμως τόσο αυτή όσο και η διάδοση των ανωτέρω περιστατικών έγιναν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, περί του οποίου γίνεται λόγος κατωτέρω, και δεν μπορεί να συναχθεί σκοπός εξυβρίσεως του ενάγοντος.

Στην ενότητα με αριθμό 2 της επίμαχης επιστολής περιέχονται αξιολογικές κρίσεις για τις επιπτώσεις που μπορούσε να είχε στη μονάδα μεταμοσχεύσεων η δημιουργία δεύτερης αυτοτελούς μονάδας για παιδιά και ενήλικες με συγγενείς καρδιοπάθειες, κάνοντας γενική αναφορά ότι διεθνώς έχουν ενιαία προγράμματα μεταμοσχεύσεων.

Ως προς το χρησιμοποιούμενο ύφος, αυτό δεν υπερβαίνει τη συνήθη οξύτητα που παρατηρείται σε διαξιφισμούς που ανακύπτουν από την υποστήριξη αντιθέτων απόψεων και δικαιολογείται από το ενδιαφέρον του εναγομένου, ως Διευθυντή του Α' καρδιοχειρουργικού τμήματος και μονάδας μεταμοσχεύσεων και ως Διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας, να μη διασπασθεί η λειτουργούσα μονάδα μεταμοσχεύσεων, διότι, κατά την εκτίμησή του, θα είχε βλαπτικές επιδράσεις στην ομαλή λειτουργία και τη βιωσιμότητα αυτής.

Επίσης, η αναφορά στη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, η οποία του επιτρέπει την εκτέλεση μεταμοσχεύσεων σε ασθενείς μέχρι 18 ετών και σε ασθενείς με συγγενείς καρδιοπάθειας ανεξάρτητα από ηλικία, ότι "de facto δημιουργεί δεύτερο πρόγραμμα μεταμοσχεύσεων κάτω από την ίδια στέγη", αποτελεί κρίση και συμπέρασμα, το οποίο, ανεξάρτητα από την ορθότητά του ή μη, δεν ξεπερνά το επιβαλλόμενο μέτρο.

Τούτο επιβεβαιώνεται έμμεσα και από το γεγονός ότι το Δ.Σ. του Ω.Κ.Κ. στη συνεδρίαση της 15-1-2004, με αριθμό ....., αποφάσισε να υποβληθεί η σχετική αίτηση προς το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας για την επέκταση της άδειας μεταμοσχεύσεων, ώστε να περιλαμβάνεται και το τμήμα παίδων και συγγενών καρδιοπαθειών, μέσα στα πλαίσια του ήδη υπάρχοντος προγράμματος μεταμοσχεύσεων, ορίζοντας ως υπεύθυνο για τις μεταμοσχεύσεις ενηλίκων τον εναγόμενο και για τις μεταμοσχεύσεις παίδων τον ενάγοντα (σχετ.

το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο απόσπασμα πρακτικών του Δ.Σ. του Ω.Κ.Κ. της .....ης συνεδρίασης της 15-1-2004) και τελικά, αφού δρομολογήθηκαν οι σχετικές διαδικασίες, εκδόθηκε η με αριθμό Υ4α/23981/5-3-2004 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, με την οποία χορηγήθηκε άδεια σκοπιμότητας διενέργειας μεταμοσχεύσεως καρδιάς και καρδιάς/πνευμόνων σε παιδιά στη Μονάδα Μεταμοσχεύσεων που λειτουργεί στα πλαίσια του Καρδιοχειρουργικού Τομέα του Ω.Κ.Κ.

Η αναφορά στο ίδιο χωρίο επιστολής ότι "ο ενδιαφερόμενος, κατά παράβαση του Οργανισμού του Νοσοκομείου και της αρχικής Προκηρύξεως της θέσεώς του ασχολείται με τη χειρουργική Ενηλίκων (Επίκτητες Καρδιοπάθειες)", δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι αποτελεί διάδοση ψευδούς γεγονότος εν γνώσει αναληθείας του, διότι η πραγματοποίηση τέτοιας μορφής επεμβάσεων στο τμήμα του ενάγοντος είναι αλήθεια ότι δεν προβλεπόταν από τον Κανονισμό ούτε από την προκήρυξη της θέσεως, και γι' αυτό το λόγο στη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος γίνεται ρητή αναφορά ότι "Η ανάληψη χειρουργικών επεμβάσεων για επίκτητες καρδιοπάθειες μπορεί να γίνει μόνο σύμφωνα με τις αποφάσεις του Δ.

Σ.". Βέβαια ο ενάγων, όταν προέβαινε σε τέτοιες επεμβάσεις, είχε τη σχετική απόφαση του Δ.Σ., γεγονός που γνώριζε ο εναγόμενος, πλην όμως δεν μπορεί να του αποδοθεί ειδικός δόλος συκοφαντικής δυσφημήσεως για το συγκεκριμένο προσβλητικό της τιμής γεγονός, διότι επεδίωκε να αιτιολογήσει, αναφερόμενος στο προγενέστερο αυτό γεγονός (δηλαδή τη διεύρυνση με αποφάσεις του Δ.Σ.

των αρμοδιοτήτων του ενάγοντος με επεμβάσεις επί ενηλίκων και με επίκτητες καρδιοπάθειες), πού στήριζε την άποψή του προκειμένου να μη διασπασθεί η Μονάδα Μεταμοσχεύσεων, ώστε να διατηρηθεί η ομαλή λειτουργία και η βιωσιμότητα αυτής προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο όχι μόνο ο ίδιος αλλά και ο ενάγων υπηρετούσε ως εκ της θέσεώς του και πράγματι αυτός (εναγόμενος) πίστευε ότι στόχος του τελευταίου ήταν η δημιουργία δεύτερης μονάδας μεταμοσχεύσεων, πράγμα που ο ίδιος ήθελε να αποτρέψει, διότι πίστευε ότι θα είχε δυσμενείς συνέπειες, ανεξάρτητα από το δικαιολογημένο ή όχι της πεποιθήσεώς του αυτής.

Τέλος ο εναγόμενος στο 3° χωρίο της επιστολής του, ενόψει της, κατά την άποψή του, κρισιμότητας του θέματος που επρόκειτο να συζητηθεί, εκφράζει φόβο ότι "όπως το 1997 εχρησιμοποιήθη η προκήρυξη της θέσεως Παιδοκαρδιο-χειρουργικής ως "Δούρειος Ίππος" για την εκτέλεση επεμβάσεων επί Ενηλίκων (Επίκτητων Καρδιοπαθειών), το ίδιο θα γίνει και τώρα.

Το "Παιδιατρικό" Πρόγραμμα, όπως καλοπίστως το υιοθετεί το Δ.Σ., θα χρησιμοποιηθεί ως "φενάκη" για τη δημιουργία και δευτέρου Προγράμματος Μεταμοσχεύσεων Ενηλίκων". Η εννοιολογική σημασία των λέξεων "Δούρειος Ίππος" (=δόλιο ή παραπλανητικό επινόημα) και "φενάκη" (= περούκα // απάτη // ψέμα), πριν από τις οποίες υπάρχει το ρήμα "φοβούμαι", οπωσδήποτε ήταν γνωστή στον εναγόμενο, πλην όμως δεν απέβλεπε στην προσβολή της τιμής και της υπολήψεως του ενάγοντος και δικαιολογείται υποκειμενικά, επειδή αυτός (εναγόμενος) θεωρούσε ότι από το Δ.Σ.

με την τότε σύνθεσή του (υπό τη θητεία του οποίου προκηρύχθηκε η εν λόγω θέση και για την κάλυψη αυτής προσλήφθηκε ο ενάγων το έτος 1997) πράγματι χρησιμοποιήθηκε ως επινόημα, όχι όμως από τον ενάγοντα, ενόψει του ότι με αποφάσεις του Δ.Σ. επετράπη στον τελευταίο η εκτέλεση επεμβάσεων επί ενηλίκων (επίκτητων καρδιοπαθειών), πράγμα, που κατά την άποψη του εναγομένου, ήταν αντίθετο προς τον Κανονισμό, ο οποίος, βέβαια, δεν παραβιάστηκε από τον ενάγοντα, αλλά από το Δ.Σ.

που διεύρυνε τις αρμοδιότητες του τελευταίου και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο η αναφορά αυτή εξ αντικειμένου δεν αφορά τον ενάγοντα, ο οποίος ενεργούσε με βάση τις αποφάσεις του Δ.Σ. και οπωσδήποτε, αν δεν του παρεχόταν από το τελευταίο τέτοια δυνατότητα, δεν θα υπήρχε καν θέμα. Επίσης, η τελευταία φράση, στην οποία περιέχεται η λέξη "φενάκη", δεν κρίνεται δηλωτική σκοπού εξυβρίσεως και τούτο διότι αποδίδει καλή πρόθεση στο Δ.Σ.

αναφορικά με την υιοθέτηση του παιδικού προγράμματος, αλλά εκφράζει το φόβο ότι στο μέλλον θα χρησιμοποιηθεί ως "φενάκη" για τη δημιουργία και δευτέρου προγράμματος μεταμοσχεύσεων ενηλίκων, χωρίς να αποδίδει συγκεκριμένη μομφή στο πρόσωπο του ενάγοντος. Τούτο διαφαίνεται και από την επομένη φράση του εν λόγω χωρίου που διατυπώνεται ως εξής "Ενδέχεται η υλοποίηση της αποφάσεως να γίνει υπό άλλου Δ.Σ.

και υπό άλλη ηγεσία του Υπουργείου, όμως η ευθύνη των μετέπειτα δυσάρεστων εξελίξεων θα ανάγεται πάντοτε εις την απόφασή σας", πράγμα που σημαίνει ότι δεν την συνέδεε με το πρόσωπο του ενάγοντος, ο οποίος ήταν επικεφαλής του συγκεκριμένου τμήματος, αλλά αναφέρεται γενικά στο μέλλον, που ενδεχομένως τα πρόσωπα να έχουν αλλάξει, αφού, με το πλήρωμα του χρόνου, τα διαδέχονται άλλα και εκφράζει το φόβο, ότι οποτεδήποτε και αν υλοποιηθεί η απόφαση αυτή στο μέλλον, η ευθύνη για τις μετέπειτα δυσάρεστες εξελίξεις θα είναι δική τους (δηλαδή των τότε μελών του Δ.Σ.), οι δε δυσάρεστες εξελίξεις που φοβήθηκε μήπως επέλθουν και δια της επιστολής του προσπάθησε να αποτρέψει, απευθυνόμενος προς τα αρμόδια όργανα του Ιδρύματος, είναι η "de facto" δημιουργία δευτέρου προγράμματος μεταμοσχεύσεων ενηλίκων κάτω από την ίδια στέγη, πράγμα που, κατά την άποψη του εναγομένου, θα οδηγούσε στη διάσπαση της μονάδας μεταμοσχεύσεων σε δύο μη βιώσιμες μονάδες και αυτό ακριβώς ήθελε να αποτρέψει και όχι να θίξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος.

Έτσι, η κριτική που ασκείται με την επίμαχη επιστολή, η οποία (κριτική) είναι οξεία σε κάποιο βαθμό, αφορά την άρνηση του ενάγοντος να προβεί σε μεταμοσχεύσεις επί ανηλίκων ασθενών, με το αιτιολογικό ότι δεν είχε εκδοθεί η σχετική άδεια λειτουργίας τέτοιας μονάδας στο τμήμα του, διότι πίστευε ακράδαντα ότι ο πραγματικός λόγος δεν ήταν αυτός, αλλά στόχος του ήταν η δημιουργία δεύτερης μονάδας, αλλά και την τακτική που ακολούθησε το Δ.Σ.

διευρύνοντας με σχετικές αποφάσεις του τις αρμοδιότητες του παιδοκαρδιο-χειρουργικού τμήματος, του οποίου Διευθυντής ήταν ο ενάγων, προσέτι δε να τους επιστήσει την προσοχή για την απόφαση που επρόκειτο να λάβουν σε προσεχή συνεδρίαση σχετικά με το επίμαχο θέμα, επικαλούμενος την πιο πάνω τακτική ως παράδειγμα προς αποφυγή και επισημαίνοντας τους κινδύνους που, κατά την άποψη του, εγκυμονούσε στο μέλλον η δημιουργία νέας αυτοτελούς μονάδας.

Ενόψει όλων αυτών, ο εναγόμενος ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, διότι ως Διευθυντής της Ιατρικής Υπηρεσίας και υπεύθυνος της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων, με τις κρίσεις και αντιρρήσεις που διατύπωσε στην επίμαχη επιστολή, σκοπό είχε να μη διασπασθεί η Μονάδα Μεταμοσχεύσεων, διότι πίστευε ότι μόνο έτσι θα διατηρηθεί η βιωσιμότητά της προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο υπηρετεί το Ω.Κ.Κ.

και οι υπηρετούντες σε αυτό ιατροί, χωρίς να υπερβεί τα όρια προς ικανοποίηση του άνω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος. Επίσης, δεν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως του ενάγοντος, δηλαδή σκοπός που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής αυτού με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του, αφού τα αναφερόμενα στην επιστολή ήταν αντικειμενικά αναγκαία για να αποδοθεί αντικειμενικά το περιεχόμενο της σκέψεως του και δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο εκφράσεως, ο τρόπος και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες συντάχθηκε και διαβιβάστηκε στο Δ.Σ.

η συγκεκριμένη επιστολή, μαρτυρούν ότι ο εναγόμενος απέβλεπε μόνο στη διαφύλαξη του ως άνω δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του ως Διευθυντή της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων και δεν κατευθύνεται στην προσβολή της τιμής και της υπολήψεως του ενάγοντος και εν γένει της προσωπικότητάς του, αλλά τείνει στη διαφύλαξη του εν λόγω ενδιαφέροντός του".

Ειδικότερα: Ι.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο, που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Με τους τέταρτο και έκτο κατά σειρά λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας με τις παραδοχές του α) "ότι δεν προβλεπόταν από τον οργανισμό του ΩΚΚ οι επεμβάσεις σε ενηλίκους από το παιδοκαρδιοχειρουργικό τμήμα" (4ος λόγος) και β) "ότι τα διαλαμβανόμενα στην επιστολή περί χρησιμοποιήσεως ως "Δούρειου Ίππου" της προκήρυξης της θέσεως στο ΠΚΧ Τμήμα της εκτέλεσης καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων σε ενηλίκους και της χρησιμοποιήσεως ως "φενάκης" του "Παιδιατρικού Προγράμματος" για τη δημιουργία 2ου προγράμματος μεταμοσχεύσεως, δεν αφορούν τον αναιρεσείοντα", παραμόρφωσε κατά τούτο το περιεχόμενο της επίμαχης επιστολής (6ος λόγος).

Προφανές είναι ότι δεν συντρέχει περίπτωση διαγνωστικού σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας, με την έννοια του λάθους αναγνώσεως του κειμένου της επιστολής, η οποία, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, περιέχεται στις αιτιολογίες της, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου της, με τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι αυτοί αναιρέσεως ελέγχονται ως αβάσιμοι.

ΙΙ.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 παρ. 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημιώσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικαιοπραξίες, δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικήςεπεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σεοποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου, κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι, είτε από άποψη έννομης τάξεως, μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικαιοπραξιών (ΑΚ 914). Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, το οποίο, κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον.

Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Κατά το άρθρο όμως 367 ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη (α) οι δυσμενείς κρίσεις ... . (γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή (δ) σε ανάλογες περιπτώσεις (παρ. 1).

Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται (α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363, καθώς και (β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφημίσεως και δεν αίρεται ο άδικος αυτής χαρακτήρας και όταν η δι' αυτής προσβολή της προσωπικότητας έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως διαλαμβάνεται με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ότι, ενόψει της επικειμένης συνεδριάσεως του ΔΣ του ΩΚΚ με θέμα την δημιουργία ιδιαίτερου τμήματος μεταμοσχεύσεως σε ανηλίκους υπό την διεύθυνση του αναιρεσείοντος ή την επέκταση της υπάρχουσας υπό την διεύθυνση του αναιρεσιβλήτου και σε ανηλίκους, απέστειλε την επίμαχη επιστολή, με την εκτίμηση ότι α) περιέχει αληθή πραγματικά περιστατικά και αξιολογικές κρίσεις, (με στοιχ. 1 και 2 χωρία αυτής) και β) αναφέρεται στην ακολουθούμενη τακτική από το ΔΣ, με τις σχετικές αποφάσεις του οποίο διευρύνονται οι αρμοδιότητες του υπό την διεύθυνση του αναιρεσείοντος παιδοκαρδιοχειρουργικού τμήματος (με στοιχ. 3 χωρίο αυτής), με καταληκτικό αυτής συμπέρασμα ότι η κριτική που ασκείται με την επίμαχη επιστολή, η οποία είναι οξεία σε κάποιο βαθμό, αφορά την άρνηση του ενάγοντος να προβεί σε μεταμοσχεύσεις επί ανηλίκων ασθενών, με το αιτιολογικό ότι δεν είχε εκδοθεί η σχετική άδεια λειτουργίας τέτοιας μονάδας στο τμήμα του, με επιδιωκόμενο από εκείνον σκοπό την δημιουργία δεύτερης μονάδος, παράλληλα δε να επιστήσει την προσοχή των μελών του ΔΣ κατά την επικείμενη απόφασή τους σχετικά με το επίμαχο θέμα, επικαλούμενος την ακολουθούμενη κατά το παρελθόν τακτική του ως παράδειγμα προς αποφυγή, και επισημαίνοντας τους κινδύνους τους οποίους κατά την άποψή του εγκυμονούσε στο μέλλον η δημιουργία νέας αυτοτελούς μονάδας.

Σε συνέπεια με το αποδεικτικό αυτό πόρισμα δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος, ως διευθυντής της Ιατρικής Υπηρεσίας και υπεύθυνος της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων, με τις κρίσεις και αντιρρήσεις που διατύπωσε στη σχετική επιστολή, σκοπό είχε να μη διασπασθεί η Μονάδα Μεταμοσχεύσεων, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα διατηρηθεί η βιωσιμότητά της προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος, και με την έννοια αυτή ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, για την διαφύλαξη του οποίου χρησιμοποίησε τα αναγκαία για την διατύπωση της σκέψεώς του εκφραστικά μέσα, χωρίς παράλληλα να προκύπτει σκοπός του προσβολής της τιμής και υπολήψεως του αναιρεσείοντος και της εν γένει προσωπικότητάς του.

Με βάση τις αιτιολογίες αυτές κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 914 ΑΚ, 362, 363, 361, 367 παρ. 1γ, 2β ΠΚ, έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφημήσεως και παράλληλα, κατ' αποδοχή της σχετικής ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου, ότι τα αναφερόμενα στην επιστολή περιστατικά και οι λοιπές δυσμενείς κρίσεις και συμπεράσματα έγινα από τον αναιρεσίβλητο από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, χωρίς σκοπό εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος, αποκλείοντας τις περιεχόμενες στην ιστορική βάση της συκοφαντικής δυσφημήσεως βάσεις της απλής δυσφημήσεως και της εξυβρίσεως, με απόρριψη της αγωγής του ως κατ' ουσίαν αβάσιμης.

Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λοιποί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους εμμέσως, πλην σαφώς, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αρνητικά αξιολογούνται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 962/3-8-2007 αίτηση για αναίρεση της 6981/15-9-2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ