Supreme Court dismisses appeal on lack of pending litigation due to different legal causes and claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a dispute over lease termination. The appellants argued that a prior annulment action created a pending litigation bar, but the court found the two cases had distinct legal causes and different requests. Consequently, the court ruled that no pending litigation existed to justify the annulment request.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(14) C.P.D.; Art. 585 C.P.D.: An appeal based on pending litigation is inadmissible when the prior and current proceedings differ in their legal cause and specific requests, rendering the second action unnecessary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 56 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 56/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Παναγιώτη Παρτσιλίβα και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) χ1, 2) χ2 και 3) χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κορομάντζο.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών - Πειραιώς", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ζόμπολα. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, διότι ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση απουσιάζει στο εξωτερικό, εσφαλμένα πληροφορημένος για αναστολή των εργασιών όλων των δικαστηρίων έως και την 21η Σεπτεμβρίου, λόγω των Βουλευτικών Εκλογών της 16ης Σεπτεμβρίου 2007. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε, με τη συμμετοχή και της Γραμματέως, αποφάσισε σύμφωνα με το άρθρο 575 Κ.Πολ.Δ. και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιουλίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1321/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8879/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή τους.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας, ανέγνωσε την από 21 Μαΐου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46. Επί αποφάσεως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ο λόγος ιδρύεται μόνον επί αναρμοδιότητας του Εφετείου, όχι και του πρωτοβάθμιου, ακόμη και αν το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης (Ολ.ΑΠ 30/1995).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός επί παρεμπίπτουσας έρευνας προδικαστικών ζητημάτων, ιδία δε όταν κατ' άρθρο 284 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο με οποιαδήποτε διαδικασία και αν δικάζει εξετάζει τα παρεμπίπτοντα ζητήματα ακόμη και όταν είναι αναρμόδιο να τα εκδικάσει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ίδιου Κώδικα αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Εξάλλου, η ερμηνεία της διαθήκης κατά τα άρθρα 173 και 1781 επ. Α.Κ. δεν αποτελεί πραγματικό γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 335 Κ.Πολ.Δ. υποκείμενο σε απόδειξη, αλλά ανάγεται στο έργο του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν δεσμεύεται στην κρίση του για την αληθή βούληση του διαθέτη από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, με τους οποίους αποδίδεται διαφορετική έννοια στο περιεχόμενο της διαθήκης.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 εδ. 8 και 10 Κ.Πολ.Δικ., επομένως αν το δικαστήριο χωρήσει στην κατά την κρίση του ορθή ερμηνεία της διαθήκης χωρίς να διατάξει αποδείξεις δεν υποπίπτει στην πλημμέλεια της πιο πάνω διάταξης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, πρώτο μέρος του, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ., εκ του ότι το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση (επικυρώνοντας την εκκληθείσα απόφαση) της τρίτης των αναιρεσειόντων και την τριτανακοπή των λοιπών κατά της 1321/2006 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 2.7.2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της τρίτης αναιρεσείουσας, θυγατέρας του μισθωτή γ1 που απεβίωσε την 27.10.1987, αναγνωρίστηκε ότι η σ' αυτή μίσθωση έχει λήξει από ......., λόγω παρόδου του συμβατικού χρόνου, και υποχρεώθηκε αυτή να αποδώσει σ' εκείνο το μίσθιο ακίνητο, προέβη σε ερμηνεία της από .......
δημόσιας διαθήκης (συνταγείσης δια της ...... πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημ.Κανάρη) της γ2, γιαγιάς των δύο πρώτων των αναιρεσειόντων και μητέρας της τρίτης τούτων, εσφαλμένα έτσι δεχθέν ότι αρμόδιο προς τούτο καθ'ύλην δικαστήριο, ενώ κατά τις οικείες διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ. αρμόδιο ήταν, κατά την τακτική διαδικασία το πολυμελές πρωτοδικείο Αθηνών (σε πρώτο βαθμό).
Με το δεύτερο μέρος του ίδιου πρώτου λόγου, καθώς και με το τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., εκ του ότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη δέχθηκε ότι με τη διαθήκη αυτή η διαθέτις ηθέλησε, για τα μη μνημονευόμενα σ' αυτή περιουσιακά της στοιχεία, να επέλθει η εξ αδιαθέτου διαδοχή.
Όμως, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, δια της άνω τριτανακοπής των, οι δύο πρώτοι των αναιρεσειόντων, προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός των προς άσκησή της, ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκληρονόμοι (μαζί με την τρίτη των αναιρεσειόντων μητέρα τους) της παραπάνω γ2, δυνάμει της ως άνω διαθήκης. Ήταν επιτρεπτή, επομένως, η παρεμπίπτουσα εξέταση του άνω ζητήματος (ερμηνείας της διαθήκης) από το Εφετείο, προκειμένου να ερευνηθεί και αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 68 Κ.Πολ.Δικ., το έννομο συμφέρον των πιο πάνω αναιρεσειόντων κατά τον κρίσιμο χρόνο και η νομιμοποίησή τους εδώ προς άσκηση της τριτανακοπής.
Συνεπώς, ο άνω πρώτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, καθώς και ο δεύτερος λόγος κατά το τρίτο μέρος του, από το εδάφιο 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αμφότεροι, πρέπει να απορριφθούν επίσης προεχόντως ως απαράδεκτοι και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι, εφόσον, όπως εκτέθηκε, η ερμηνεία της διαθήκης δεν είναι πραγματικό γεγονός και άρα δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης και ως εκ τούτου εκ του ότι δεν τάχθηκε απόδειξη δεν ιδρύεται η πλημμέλεια της 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., η οποία άλλωστε σε κάθε περίπτωση δεν ιδρύεται στις μισθωτικές διαφορές που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 - 661 Κ.Πολ.Δ., όπως η εξεταζόμενη.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος διάφορου εκείνου που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Δεν εφαρμόζεται λοιπόν η διάταξη όταν το δικαστήριο ερμηνεύει (ΑΚ 173, 200) τη δικαιοπραξία με διάφορο τρόπο από εκείνον που θεωρεί ορθό ο διάδικος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ) πρέπει, εκτός άλλων, να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα. Τέλος, το ορισμένο του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομικής βάσης, διότι έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή διότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πλήρεις και όχι αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια σημεία των αιτιολογιών προκύπτει, και όταν η απόφαση στερείται αιτιολογίας μόνο αυτό (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη, ότι από την παραπάνω διαθήκη, όπου επί λέξει αναγράφεται "...Εγκαθιστώ κληρονόμο μου την κόρη μου χ3 και τα εγγόνια μου χ1 και χ2. Στη θυγατέρα μου χ3 αφήνω την επικαρπία εφόρου ζωής στο διαμέρισμα που βρίσκεται στο ....., οδός ....., στα εγγόνια μου χ1 και χ2 αφήνω το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος που βρίσκεται στο ......, οδός .......", η οποία ερμηνεύεται, κατ' άρθρο 173 ΑΚ, με την αναζήτηση της αληθινής βούλησης της διαθέτιδος χωρίς προσήλωση στις λέξεις, προκύπτει, ότι οι παραπάνω τετιμημένοι εγκαταστάθηκαν ως κληρονόμοι επί δήλου πράγματος (διαμέρισμα της οδού ........, ........), ενώ ως προς το υπόλοιπο μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας της (δικαιώματα - υποχρεώσεις) επήλθε η εξ αδιαθέτου διαδοχή της αποβιώσασας την 30.4.2001 διαθέτιδος, με αποτέλεσμα η παραπάνω θυγατέρα της, ως πλησιέστερη κατιούσα, να κληρονομεί εξ αδιαθέτου το υπόλοιπο της κληρονομιαίας περιουσίας, δηλαδή και τις απορρέουσες υποχρεώσεις από τη σύμβαση μισθώσεως που καταρτίστηκε για το άνω ακίνητο μεταξύ του Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Ειδικό Ταμείο Μονίμων Οδοστρωμάτων Αθηνών" ως εκμισθωτή, που το διαδέχθηκε το αναιρεσίβλητο, και του γ1 ως μισθωτή, που απεβίωσε την 27.10.1987, αποκλείοντας από αυτή τους τριτανακόπτοντες, εγγόνια της παραπάνω αποβιώσασας, απώτερους κατιόντες της ίδιας ρίζας.
Συνεπώς, συνεχίζει το Εφετείο, εφόσον δεν υπήρχε έννομο συμφέρον των τριτανακοπτόντων προς άσκησης της τριτανακοπής κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης 1321/30.5.2006 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, η τριτανακοπή τους ήταν απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος εκ μέρους προς άσκησή της, λόγο για τον οποίο και τελικά την απέρριψε.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ως προς την ερμηνεία των διατάξεων της διαθήκης δεν παραβίασε τις άνω διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. του Α.Κ. ή άλλον ερμηνευτικό των διαθηκών κανόνα δικαίου και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
για παραβίαση των "περί ερμηνείας των διαθηκών κανόνων" πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιές συγκεκριμένες διατάξεις κανόνων δικαίου παραβιάστηκαν, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος. Ο αυτός λόγος (δεύτερος), κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "ως προς το υπόλοιπο μέρος της κληρονομίας (δικαιώματα - υποχρεώσεις) επήλθε η εξ αδιαθέτου διαδοχή", παραμόρφωσε το περιεχόμενο της άνω διαθήκης, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί πρόκειται για πλημμέλεια κατά τους αναιρεσείοντες αναγομένη στη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση περιεχομένου εγγράφου προς ερμηνεία της πιο πάνω διαθήκης με διάφορο τρόπο από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες.
Ο ίδιος λόγος, κατά το τέταρτο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. εκ του ότι η προσβαλλόμενη δεν διέλαβε τάχα επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του εάν οι δύο πρώτοι των αναιρεσειόντων "είναι ή όχι κληρονόμοι και επί της επιδίκου μισθώσεως και επομένως εάν έχουν ή όχι έννομο συμφέρον προς άσκηση της τριτανακοπής" πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν παρατίθενται και εκείνα τα περιστατικά που κατά τους αναιρεσείοντες έπρεπε για την επάρκεια και πληρότητα των αιτιολογιών να αναφέρονται και δεν αναφέρονται στην προσβαλλομένη, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι οι πιο πάνω αιτιολογίες του Εφετείου είναι σαφείς, επαρκείς, χωρίς αντίφαση.
ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο κατά παράβαση των διατάξεων του Π.Δ/τος 34/1995, στις οποίες υπάγεται η επίδικη μίσθωση, δεν κήρυξε απαράδεκτη την από 2.7.2005 αγωγή, αφού δεν ασκήθηκε εντός εννέα μηνών από της καταγγελίας της, που έγινε δια της από 19.5.2004 εξωδίκου δηλώσεως του αναιρεσιβλήτου προς την τρίτη των αναιρεσειόντων και ως εκ τούτου παρατάθηκε η διάρκειά της επί τέσσερα έτη, ήτοι μέχρι 19.5.2008.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού με την προσβαλλομένη, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, έγινε δεκτό και ορθά, ότι δεν υπαγόταν στις διατάξεις του Π.Δ/τος 34/1995 η επίδικη μίσθωση, που αφορά μίσθιο ευρισκόμενο εντός του ......
του ..... και ειδικότερα στο ακραίο του σημείο με πρόσοψη επί της οδού ........, όπου κατά την κοινή αντίληψη αποτελούσε ενιαίο χώρο μ' αυτό (σχ. ΑΠ 1159/2002), συνήφθη στις ...... (δηλαδή πριν από την 1.9.1990) και μετά τη γενόμενη εγγράφως την ...... παράτασή της έληξε στις ......, διότι δεν συνήφθηκε εγγράφως άλλη παράταση ή ανανέωσή της, όπως απαιτείται κατά τις διατάξεις του Π.Δ/τος 715/1979, ακολούθως δε όταν έληξε, το Ειδικό Ταμείο Μονίμων Οδοστρωμάτων Αθηνών (ΕΤΜΟΑ) άσκησε κατά του παραπάνω μισθωτή (γ1) την από 12.5.1983 αγωγή αποδόσεως του μισθίου επί της οποίας εκδόθηκε κατ' έφεση η 6359/1984 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο άνω μισθωτής υποχρεώθηκε στην απόδοσή του σ'αυτό, στη συνέχεια το αναιρεσίβλητο, που διαδέχθηκε εκείνο (το ΕΤΜΟΑ) απέστειλε στην τρίτη των αναιρεσειόντων την άνω εξώδικη δήλωση που της επιδόθηκε στις 26.5.2004 με την οποία ζητούσε να του αποδοθεί το μίσθιο και κατόπιν, λόγω της άρνησής της, άσκησε κατ' αυτής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του άνω πατρός της και της ως άνω μεταποβιώσασας μητρός της, την εν λόγω από 2.7.2005 αγωγή για απόδοσή του λόγω παρόδου του συμβατικού χρόνου διάρκειάς της, αναγνωριζομένης της λήξης της κατά την 31.10.1981.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ι ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίον αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν μάλιστα το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Δεν αρκεί για το ορισμένο του λόγου αυτού η ανάλυση της εννοίας που αποδίδει ο αναιρεσείων στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου. Η παράθεση των αναγκαίων παραδοχών είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΕΔΑ, διότι εξασφαλίζει την απ' αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης του καθενός στα δικαστήρια, το οποίο (δικαίωμα) μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής, η οποία επιτρέπει, λόγω του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο κρίση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολ.Δ. εκ του ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. με το να κρίνει ότι η άσκηση της άνω από 2.7.2005 αγωγής του αναιρεσιβλήτου δεν είναι καταχρηστική. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλομένης, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση της πιο πάνω διάταξης, αλλά μόνο η κρίση αυτής περί μη καταχρηστικής άσκησης του με την αγωγή δικαιώματος εκ μέρους του αναιρεσίβλητου.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Αυτό διότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "αποδείχθηκε ότι το εφεσίβλητο - ενάγον δεν αδράνησε για την άσκηση των επίδικων δικαιωμάτων του, αφού μέσα σε εύλογο χρόνο από τότε που διαδέχθηκε εκ του νόμου ως εκμισθωτής το προαναφερθέν Ειδικό Ταμείο Μονίμων Οδοστρωμάτων Αθηνών", που καταργήθηκε κατά τα ανωτέρω με το Π.Δ/γμα 98.2000, απέστειλε στην εκκαλούσα - εναγομένη την από 19.5.2004 εξώδικη δήλωσή της, που της επιδόθηκε την 26.5.2004 (βλ.
την υπ'.αριθ. ...... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή .........) με την οποία ζητούσε να του αποδοθεί το επίδικο μίσθιο, στη συνέχεια δε λόγω της άρνησής της ήγειρε κατ' αυτής την ένδικη από 2.7.2005 αγωγή, με αποτέλεσμα να μη δικαιολογείται πεποίθησή της ότι εκείνο δεν θα ζητήσει την απόδοση της χρήσεως του επιδίκου μισθίου.
Οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας - εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους του εφεσιβλήτου - ενάγοντος διότι α) η εκμετάλλευση του επιδίκου μισθίου συνεχίστηκε τόσο μετά την έκδοση της παραπάνω υπ' αριθ. 6359/1984 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε διαταχθεί η απόδοση της χρήσης μισθίου σ'αυτό από το δικαιοπάροχό της γ1, όσον και μετά το θάνατό του την 27.10.1987 απ' αυτήν και την ανωτέρω μεταποβιώσασα την 30.4.2001 μητέρα της γ2 ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, β) ο πιο πάνω αρχικό εκμισθωτής (Ειδικό Ταμείο Μονίμων Οδοστρωμάτων Αθηνών) συνέχισε να εισπράττει επί 15ετία έκτοτε (από την έκδοση της παραπάνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών) τα μισθώματα ελέγχοντας καθημερινά τις εισπράξεις της εν λόγω επιχείρησης και επιτρέποντας τη λειτουργία της μη εναντιούμενος στη χρήση απ' αυτές, έως την 28.9.1999, οπότε επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση της παραπάνω απόφασης και γ) επελθούσας βίαιης διακοπής της δίκης λόγω του θανάτου της ανωτέρω μητέρας της, το εφεσίβλητο - ενάγον δεν προχώρησε την εν λόγω δίκη, είναι απορριπτέοι, οι μεν ανωτέρω υπό στοιχ.
α' και β' ισχυρισμοί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, αφού αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του αρχικού εκισθωτή, ενώ δεν μπορεί να γίνει λόγος περί σιωπηρής αναμίσθωσης δεσμεύουσας το υπεισελθόν στη θέση του εφεσίβλητο - ενάγον, εφόσον κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται κατά την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 42 παρ. 2 του Π.Δ/τος 715/1979, ο δε ανωτέρω υπό στοιχ.
γ' ισχυρισμός (είναι απορριπτέος) ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το εφεσίβλητο - ενάγον μετά τη διαδοχή του ως εκμισθωτή προέβη εντός ευλόγου χρόνου στις προαναφερθείσες εξώδικες και δικαστικές ενέργειές του κατ' αυτής για να του αποδοθεί η χρήση του επιδίκου μισθίου. Επομένως η εκκαλουμένη δεν έσφαλε αλλά ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και ο 2ος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".
Με αυτά που δέχθηκε ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. IV. Όπως προκύπτει από το άρθρο 222 παρ. 1 σε συνδ. με 221 περ. α' Κ.Πολ.Δ., όταν επέλθει μετά την κατάθεση της αγωγής εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα, αν δε κατά η διάρκειά της ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη.
Εξάλλου κατ' άρθρο 585 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η παραπάνω διάταξη εφαρμόζεται και επί ανακοπής, είδος της οποίας αποτελεί η ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. Έτσι για να υπάρχει εκκρεμοδικία πρέπει οι δύο δίκες να ταυτίζονται πλήρως, να έχουν δηλαδή το ίδιο αντικείμενο ή το αντικείμενο της πρώτης να είναι ευρύτερο εκείνου της δεύτερης, οπότε η δεύτερη είναι κατά λογική αναγκαιότητα περιττή.
Αντίθετα αν οι δυο δίκες δεν ταυτίζονται πλήρως, είτε γιατί έχουν διαφορετικό αντικείμενο, είτε γιατί το αντικείμενο της δεύτερης είναι ευρύτερο εκείνου της πρώτης, τότε η δεύτερη δίκη δεν είναι περιττή, αφού με αυτήν ζητείται διαφορετική ή μείζων προστασία απ' ότι ζητήθηκε με την πρώτη. Από το αίτημα της αγωγής οριοθετείται το αντικείμενο της διαφοράς.
Επομένως για την ύπαρξη εκκρεμοδικίας δεν αρκεί η σύμπτωση του αιτήματος των δύο δικών, αλλά απαιτείται και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας τους. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ναι μεν η τρίτη των αναιρεσειόντων (εναγομένη - εκκαλούσα) και η μητέρα της γ2 άσκησαν ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών την από 29.9.1999 ανακοπή τους κατά του Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Ειδικό Ταμείο Μονίμων Οδοστρωμάτων Αθηνών" με την οποία ζητούσα να κηρυχθεί άκυρη η από ...... επιταγή του δια της οποίας επέσπευδε την εκτέλεση κατ' αυτών της ανωτέρω 6359/1984 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, επικαλούμενες ως λόγους καταχρηστική άσκηση δικαιώματος εκ μέρους του παραπάνω εκμισθωτή, σιωπηρή αναμίσθωση και έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, που παρέμεινε έκτοτε εκκρεμής, πλην όμως δεν ανακύπτει ταυτότητα διαφοράς αυτής με την ένδικη από 2.7.2005 αγωγή, η οποία έχει ως αίτημα την απόδοση της χρήσεως του μισθίου εκ μέρους της τρίτης των αναιρεσειόντων λόγω λήξεως χρόνου στο αναιρεσίβλητο, διάδοχο εκ του νόμου του ανωτέρω αρχικού εκμισθωτή, εφόσον οι παραπάνω δύο δίκες έχουν προδήλως διαφορετικά αιτήματα που βασίζονται μάλιστα σε διαφορετική ιστορική και νομική αιτία, εντεύθεν δε δεν δημιουργείται εκκρεμοδικία.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο πέμπτος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. VI. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ.1 ν.3693/1957 (ΑΠ 1630/2005).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.12.2006 αίτηση των χ1 κ.λ.π., για αναίρεση της 8879/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ