Legislator Case Law & Legislation
569/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for grievous bodily harm, rejecting plea for leniency based on honest life.

Case Number 569/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against his conviction for grievous bodily harm, ruling the lower court's decision legally sound. The appellant argued he deserved leniency under Article 84 of the Penal Code due to his honest and hardworking life, but the court found this claim invalid given his prior criminal record for bodily harm and carrying a weapon. Consequently, the court determined the lower court correctly applied the law and rejected the appeal as substantively unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 84, 308, 309, 310, 311 of the Penal Code; The court must reject a plea for leniency based on an honest life if the defendant has a prior criminal record that negates the 'socially normal' life required for such mitigation.

Keywords

AI generated
grievous bodily harm leniency circumstances honest life requirement prior criminal record appeal dismissal Article 84 Penal Code substantive law application

Cited Legislation

AI generated
Article 462 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 464 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 466 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 474 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 504 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 505 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 510 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 308 of the Penal Code
Article 309 of the Penal Code
Article 310 of the Penal Code
Article 311 of the Penal Code
Article 84 of the Penal Code
Article 578 of the Code of Civil and Administrative Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 569 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 569/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Μητρουλιά (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. S. του F., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μεθόδιο Ματαλιωτάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 256/2024 απόφασης του Α' Μ.Ο.Ε. Αθηνών. Το Α' Μ.Ο.Ε. Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουλίου 2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12/7/2024 αίτηση αναίρεσης του (ον) I. (επ.) S. του F. κατά της υπ' αριθ. 256/2024 του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, που τον κήρυξε ένοχο για την αξιόποινη πράξη της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, έχει ασκηθεί νομότυπα με δήλωση του ιδίου (αναιρεσείοντος), που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12/7/2024 και εμπρόθεσμα δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 25/5/2024 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 12/7/2024 (άρθρ.462, 464, 466 παρ.1, 474 παρ.2Α,4, 507 ΚΠΔ),. Επίσης, είναι παραδεκτή, διότι ασκήθηκε από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον, κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο και περιλαμβάνει παραδεκτούς λόγους αναίρεσης (άρθρ.504 παρ.1, 505 παρ.1 εδαφ.α' και 474 ΚΠΔ) και συγκεκριμένα αυτούς της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ).

Συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 308,309, 310 και 311 τόσο του προϊσχύσαντος, όσο και του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ προκύπτει ότι σε όλες τις μορφές των εγκλημάτων που προβλέπονται από τις συγκεκριμένες διατάξεις, βασικό στοιχείο είναι η πρόκληση απλής σωματικής βλάβης και οι επιμέρους διαφοροποιήσεις εξαρτώνται και προσδιορίζονται από την έκταση της βλάβης, από τον βαθμό διακινδύνευσης και την τέλεση από αμέλεια ή από δόλο, και ανάλογα με τις διαβαθμίσεις του ίδιου του δόλου τυποποιούνται οι αξιόποινες πράξεις της απλής σωματικής βλάβης, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της βαριάς σωματικής βλάβης (μη σκοπούμενης και σκοπούμενης) και της θανατηφόρας σωματικής βλάβης, με τη διαφορά ότι, υπό την ισχύ του νέου ΠΚ, επέρχονται ουσιώδεις αλλαγές στο έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης, αφού προβλέπεται πλέον ένα ενιαίο έγκλημα βαριάς σωματικής βλάβης με δόλο ( 310 παρ. 1 εδ.

α'), για το οποίο απειλείται η ίδια αυξημένη ποινή (κάθειρξη ως δέκα έτη), στην περίπτωση που διαπιστώνεται άμεσος δόλος πρώτου βαθμού, οπότε η πράξη διώκεται σε βαθμό κακουργήματος (310 παρ. 1 εδ. β' -άρθ. 310 παρ. 3 προϊσχύσαντος ΠΚ) (ΑΠ 312/2023, ΑΠ 1199/2023). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης, αποτελεί βαρύτερη μορφή της απλής σωματικής βλάβης, (αλλά και της επικίνδυνης του άρθρου 309 ΠΚ) και είναι έγκλημα ευθύνης εκ του αποτελέσματος.

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 310 παρ. 3, 2 του ΠΚ, όπως ίσχυε με τον προηγούμενο ΠΚ και δεν διαφοροποιήθηκε, ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του κακουργήματος, με τις αντίστοιχες διατάξεις του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (άρθρο 310 παρ.1 εδ. β') και την επελθούσα δυσμενέστερη, μόνο ως προς την ποινή, τροποποίησή του, με τη διάταξη του άρθρου 66 του ν. 4855/2021, όποιος επιδίωξε την πρόκληση σε άλλον βαριάς σωματικής βλάβης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών (παρ.3), υπάρχει δε βαριά σωματική βλάβη ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του (παρ.2) (ΑΠ 104/2023 , ΑΠ 152/2022).

Για τη στοιχειοθέτησή του ως άνω εγκλήματος της βαριάς σωματικής βλάβης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: : α) αντικειμενικά να προκλήθηκε οποιαδήποτε από τις ενδεικτικά μνημονευόμενες στην παρ. 2 του άρθρου 310 ΠΚ περιπτώσεις βαριάς σωματικής βλάβης και β) υποκειμενικά ο δράστης να επιδιώκει την πραγμάτωση της βαριάς σωματικής βλάβης, να σκόπευε στην πρόκλησή της, δηλαδή να είχε άμεσο δόλο ως προς την επέλευση του βαρύτερου αυτού αποτελέσματος, ο οποίος δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού ενυπάρχει στα στοιχεία πραγμάτωσης του εγκλήματος αυτού (ΑΠ 1595/2023, 1230/2023 ΑΠ 116/2023 ΑΠ 104/2023, ΑΠ 152/2022, ΑΠ 1069/2020, ΑΠ 816/2020).

Ενόψει της διαζευκτικής αυτής διατύπωσης (310 παρ.2 ΠΚ) είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για βαριά σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περίπτωσης, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 79 ΠΚ κριτήρια ( ΑΠ 1072/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 819/2022, ΑΠ 87/2020).

Αν υπάρχει ασάφεια, αναφορικά με το είδος της διακινδύνευσης, συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβίαση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 309 του ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 819/2022, ΑΠ 365/2021, ΑΠ 1036/2021, ΑΠ 366/2021, ΑΠ 443/2020, ΑΠ 322/2020).

Δεν δημιουργεί όμως αντίφαση η σωρευτική αναφορά και κινδύνου ζωής και βαριάς σωματικής βλάβης (ΑΠ 863/2023, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 857/2023, ΑΠ 1417/2022, ΑΠ 824/2020, ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 947/2020), εκτός αν στο σκεπτικό καθορίζεται η μία μορφή και στο διατακτικό η άλλη ή στο σκεπτικό καθορίζεται η ως άνω σωρευτική αναφορά και στο διατακτικό η διαζευκτική τοιαύτη, ή στο σκεπτικό καθορίζεται η μία μορφή και στο διατακτικό η διαζευκτική (ΑΠ 1417/2022, ΑΠ 824/2020, ΑΠ 801/2019, ΑΠ 92/2017).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, η δε σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία (ΑΠ 9/2023 ,ΑΠ 1/2020).

Μόνο όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), ή σκοπός επέλευσης ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), ο δόλος πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή ή το σκοπό επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλιώς υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού και ως εκ τούτου καθίσταται αναιρετέα η καταδικαστική απόφαση (ΑΠ 646/2022, ΑΠ 862/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. το νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, που υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 1160/2023, ΑΠ 846/2023, ΑΠ 267/2023, ΑΠ 756/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθ.256/2024 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, για την αξιόποινη πράξη της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, σε βάρος του A. N., για την οποία αυτός είχε πρωτοδίκως καταδικασθεί, (μετά από μεταβολή της κατηγορίας από την αρχικώς αποδοθείσα σ' αυτόν πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση) και, αφού αναγνώρισε στο πρόσωπό του, την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ.ε' του ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως, τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών.

Στην ως καταδικαστική κρίση οδηγήθηκε το Δικαστήριο, κατά τα αναγραφόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερόμενων σ' αυτήν, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δεχόμενο, ανελέγκτως, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή αντιγραφή, πραγματικά περιστατικά: " Ο παθών, Α.

N., διατηρούσε ερωτική σχέση με την αδερφή του κατηγορούμενου Ν. S., η οποία, όμως, κατά την άποψη του παθόντος, είχε συνάψει μία παράλληλη σχέση με τρίτο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να επιζητεί την διαμεσολάβηση των αδελφών της για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες στη σχέση τους. Για το λόγο επιζητούσε, μέσω της Ν. S., μία συνάντηση με τους αδελφούς της, ώστε να διευθετήσουν το ζήτημα, η συνάντηση, όμως, αυτή δεν πραγματοποιήθηκε.

Στις 19.11.2019, περίπου στις 23:30 μμ, ο παθών συναντήθηκε με την Ν. S., και βρίσκονταν και οι δύο εντός του αυτοκινήτου του παθόντος, αυτός ως οδηγός και η Ν. S. ως συνοδηγός, και είχε σταθμεύσει το όχημά τοτ στην περιοχή του ..., στη συμβολή της οδού ... με τη Λεωφόρο ... Κατά τη διάρκεια λογομαχίας του ζευγαριού, η Ν. S. δέχτηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο, ο οποίος αντιλήφθηκε την ένταση που υπήρχε και τον διαπληκτισμό του παθόντος με την αδελφή του, όπως, επίσης, αντιλήφθηκε ότι ο παθών εκστόμισε μία εξυβριστική φράση γι'αυτόν.

Λόγω της εξύβρισής του από τον παθόντα, αλλά και διότι θεώρησε για άγνωστο λόγο ότι η αδερφή του μπορεί να κινδυνεύει, αφού έμαθε πού βρίσκονται, μέσω του ανωτέρω τηλεφωνήματος, ειδοποίησε τον έτερο αδελφό του J. S. για να μεταβούν αμέσως στο ανωτέρω σημείο. Πράγματι, τα δύο αδέλφια συναντήθηκαν και μετέβησαν με το ...

αυτοκίνητο στη συμβολή των ανωτέρω οδών. Όταν έφτασαν στο ανωτέρω σημείο, 20 λεπτά περίπου αργότερα, και τους είδε ο παθών, βγήκε αυτός από το αυτοκίνητό του, και άρχισαν να διαπληκτίζονται λεκτικά, αμέσως, ο κατηγορούμενος, ο οποίος έφερε μαζί του νύσσον όργανο σε σχήμα λάμας, πρόσφορο για άμυνα και επίθεση, πιθανόν μαχαίρι ή λάμα, το οποίο έκρυβε στον πήχη του χεριού του, του επιτέθηκε με αυτό, μάλιστα ο παθών δεν αντιλήφθηκε ότι τον είχε μαχαιρώσει, καθώς δεν περίμενε μία τέτοια επίθεση και με ένα τέτοιο μέσο και ακολούθησε τον κατηγορούμενο στο απέναντι πεζοδρόμιο, όπου ο αδερφός του κατηγορούμενου, ο J.

S., έπιασε τον παθόντα από τα χέρια και τον κρατούσε ακινητοποιημένο, ενώ ο κατηγορούμενος του κατάφερε αλλεπάλληλα χτυπήματα με το νύσσον όργανο που κρατούσε, και συγκεκριμένα τον έπληξε τρεις φορές στην κοιλιακή χώρα και δύο φορές τη θωρακική χώρα, με αποτέλεσμα ο παθών να υποστεί ρήξη λεπτού και παχέος εντέρου οπιστοποιητονεικό αιμάτωμα αριστερής νεφρικής χώρας, τραυματισμό του αριστερού νεφρού και μεγάλη αιματουρία, εξαιτίας των οποίων υπέστη βαριά σωματική βλάβη, αφού του αφαιρέθηκε ζωτικό όργανο και ειδικότερα το αριστερό νεφρό, αποτέλεσμα το οποίο επιδίωκε ο κατηγορούμενος.

Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι εξαιτίας των πράξεων του κατηγορούμενου και του άμεσου συνεργού του αδερφού του, ο οποίος έχει ήδη καταδικαστεί σε προηγούμενη δίκη, ο παθών περιήλθε σε κίνδυνο ζωής και υπέστη βαριά και μακροχρόνια αρρώστια και σοβαρό ακρωτηριασμό που τον εμπόδισαν σημαντικά για μεγάλο χρονικό διάστημα να χρησιμοποιεί το σώμα του.

Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης". Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ένοχο τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την αξιόποινη πράξη της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης και, διατηρώντας την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84παρ.2 περ.

ε' του ΠΚ που του είχε αναγνωριστεί πρωτοδίκως και απορρίπτοντας τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του για αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α' και δ', του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, με το ακόλουθο επί λέξει διατακτικό

"Κηρύσσει ένοχο, ομόφωνα, τον παραπάνω κατηγορούμενο, του ότι: Στην Αθήνα την 19η-11-2009 και περί ώρα 23.50, έχοντας άμεσο δόλο να τελέσει την άδικη πράξη της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, δηλαδή επιδιώκοντας να προξενήσει με πρόθεση σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, η οποία να έχει ως επακόλουθο βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του άλλου, επέφερε τέτοια σωματική βλάβη.

Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος, έχοντας ως σκοπό την επέλευση της βαριάς σωματικής βλάβης του παθόντος, A. N., αφού ο άμεσος συνεργός αδελφός του, J. S. είχε ήδη σπρώξει τον παθόντα και του κρατούσε τα χέρια, ώστε να μείνει ακινητοποιημένος, επιτέθηκε στον παθόντα με νύσσον όργανο, πιθανόν μαχαίρι ή λάμα, που έφερε μαζί του και τηρούσε κρυμμένο στον πήχη του χεριού του, και του κατάφερε αλλεπάλληλα πλήγματα, και συγκεκριμένα, τον έπληξε τρεις (3) φορές στην κοιλιακή χώρα και δύο (2) φορές στη θωρακική χώρα, με αποτέλεσμα ο παθών να υποστεί ρήξη λεπτού και παχέος εντέρου, οπισθοπεριτοναϊικόο αιμάτωμα αριστερής νεφρικής χώρας, τραυματισμό του αριστερού νεφρού και μεγάλη αιματουρία, εξαιτίας των οποίων χειρουργήθηκε επειγόντως και υπέστη αφενός συρραφή των εντέρων, αφετέρου νεφρεκτομή αριστερά, ήτοι υπέστη βαριά σωματική βλάβη, δεδομένου ότι του αφαιρέθηκε χειρουργικά ζωτικό του όργανο και ειδικότερα το αριστερό του νεφρό, αποτέλεσμα που επεδίωκε ο κατηγορούμενος".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και αλληλοσυμπληρώνονται με όσα περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, τις αποδείξεις που το θεμελιώνουν και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην προπαρατεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 310 ΠΚ την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, διαλαμβάνονται: α) η σωματική βλάβη που υπέστη ο παθών (ρήξη λεπτού και παχέος εντέρου,αιμάτωμα αριστερής νεφρικής χώρας, τραυματισμό αριστερού νεφρου, αιματουρία), β) η βαριά σωματική βλάβη του παθόντος, που επήλθε από ως άνω σωματική βλάβη (νεφρεκτομή) γ) ο άμεσος δόλος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για την επέλευση του βαρύτερου αποτελέσματος το οποίο πράγματι επήλθε και περιγράφονται αναλυτικά οι περιστάσεις και οι συνθήκες υπό τις οποίες ο αναιρεσείων ενήργησε, από τις οποίες καταδεικνύεται ότι αυτός επιδίωκε πράγματι την πρόκληση του βαρύτερου αυτού αποτελέσματος της βαριάς σωματικής βλάβης στον ανωτέρω παθόντα.

Ουδεμία δε ασάφεια ή αντίφαση δημιουργείται από τις ανωτέρω παραδοχές, ως προς το είδος της διακινδύνευσης που δέχθηκε τελικά το Δικαστήριο ότι συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση, το οποίο ειδικά προσδιορίζεται (στο διατακτικό) σε εκείνο της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, λόγω του σοβαρού ακρωτηριασμού του παθόντος (συρραφή των εντέρων, νεφρεκτομή αριστερά), δηλαδή στο δεύτερο από τα σωρευτικώς αναφερόμενα στο σκεπτικό δύο είδη διακινδύνευσης.

Επομένως, ο περί του αντθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ., Ε' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 310 ΠΚ, με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβίασης, λόγω ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το είδος της διακινδύνευσης του παθόντος, είναι αβάσιμος.

Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 §2 και 333 §2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί έχουν προβληθεί, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, δηλαδή με αναφορά όλων των πραγματικών περιστατικών, που είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, και έχουν αυτοί αναπτυχθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο.

Διαφορετικά, το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή τους (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 591/2024, ΑΠ 1192/2023, ΑΠ 1062/2023, ΑΠ 660/2023, ΑΠ 147/2023) Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, εφόσον έχουν υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 433/2020, ΑΠ 189/2020), Κατά το άρθρο 84 παρ. 2 περ.α' του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ και πριν την αντικατάσταση του από 1.5.2024, με τα άρθρα 16 και 138 παρ.1 Ν.5090/2024, ΦΕΚ A' 30, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, "το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα".

Κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του Δικαστηρίου δυνάμενου να κρίνει στο πλαίσιο που ορίζεται από το άρθρο 178 ΚΠΔ.

Όπως δε αναγράφεται σχετικά στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω νέου ΠΚ, αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης της "νόμιμης" ζωής, ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση εκείνου, το οποίο είναι νομικώς κρίσιμο στο κράτος δικαίου, στο οποίο ο ελεύθερος και υπεύθυνος πολίτης οφείλει τούτο και μόνο, να συμμορφώνεται στο νόμο.

Όταν δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει καταδικαστεί για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 παρ. 1 εδάφ. β) "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή. Το Δικαστήριο δικαιούται να ελέγξει μόνο τις περιστάσεις τέλεσης της αξιόποινης πράξης.

Ο προηγούμενος σύννομος βίος του υπαιτίου αποδεικνύεται πρωτίστως με την απουσία από το ποινικό του μητρώο καταδικών για αξιόποινες πράξεις. Το λευκό ποινικό μητρώο του υπαιτίου, το οποίο κατ' ελάχιστον απαιτείται για την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού, συνιστά αναμφίβολα ένα ισχυρό (μαχητό) τεκμήριο προηγούμενης σύννομης ζωής, ωστόσο δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για την ουσιαστική αξιολόγηση του βίου ως σύννομου, αφού η σύννομη ζωή δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με τον πραγματικό σεβασμό των εννόμων αγαθών στον καθημερινό βίο (ΑΠ 1045/2022, ΑΠ 735/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, υπέβαλλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς, μεταξύ άλλων, και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ.

α' ΠΚ, (που ενδιαφέρει εν προκειμένω, αφού η απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ.δ δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης) επικαλούμενος για την θεμελίωσή της, τα ακόλουθα "Μέχρι και την ψήφιση του νέου Ποινικού Κώδικα με τον Ν. 4619/2019, το ελαφρυντικό του άρθρου 84, παρ. 2, περ. α' αναγνωριζόταν από την πλειοψηφία των Δικαστηρίων μας εφόσον αποδεικνυόταν ότι ο υπαίτιος έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.

Η νέα διάταξη, ωστόσο, του άρθρου 84, παρ. 2, περ. α' του Ποινικού Κώδικα, αντικατέστησε το απροσδιόριστο κριτήριο της "έντιμης" ζωής με το δεκτικό βεβαίωσης της "νόμιμης" (σύννομης) ζωής επιτρέποντας μάλιστα, πλέον την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού ακόμα και σε περιπτώσεις που υπάρχει προηγούμενη καταδίκη για ελαφρύ πλημμέλημα.

Βάσει δε της αιτιολογικής έκθεσης του νόμου "Στο κράτος δικαίου, ο πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει, όπως ο ίδιος κρίνει, εφόσον δεν παραβιάζει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου. Όταν δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει καταδικαστεί για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 παρ. 1 εδ.

β") "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή. Κινούμενη, λοιπόν, στο πνεύμα της νέας νομοβεπκής πρόβλεψης αναφορικά με την αναγνώριση της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περιστάσεως, εκδόθηκε η υπ' αριβμ. 1466/2019 απόφαση του Ε' τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ......Στην πρόσφατη, δε, υπ' αρ. 2/2022 απόφαση της Ολομέλειας του Ακυρωτικού μας γίνονται δεκτά τα εξής αναφορικά με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου "σύννομου" βίου......

Ουδέποτε μέχρι και τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης απασχόλησα για την οποιαδήποτε βαρύνουσας σημασίας υπόθεση τις αστυνομικές ή δικαστικές Αρχές της χώρας. Αντιθέτως, την πορεία της ζωής μου ανέκαθεν τη χαρακτήριζε όχι μόνο π εργατικότητα και η εντιμότητα σε όλες τις συναναστροφές και συναλλαγές μου αλλά και η συνέπεια απέναντι στο σύνολο των κανόνων δικαίου.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην πόλη ... αλλά σε ηλικία μόλις ... ετών αποφάσισα να φύγω από την πατρίδα μου αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον τόσο για μένα άσο και για τη μελλοντική μου οικογένεια, την οποία από μικρός είχα όνειρο να δημιουργήσω. Έτσι, ήρθα στην Ελλάδα το έτος 2000, προκειμένου να εργαστώ και να "χτίσω" μια προσωπική και επαγγελματική ζωή πάνω σε σταθερές βάσεις.

Για τον λόγο αυτό, από την πρώτη στιγμή και παρά το νεαρό της ηλικίας μου επεδίωξα να προσαρμοστώ και να είμαι απολύτως συνεπής και πιστός στους κανόνες και τους νόμους της Χώρας που με φιλοξενούσε. Ειδικότερα, φρόντισα να αποκτήσω νόμιμη εργασία και διαμονή σύμφωνα με όλες τις τυπικές προϋποθέσεις, ενώ εξασφάλισα άμεσα Α.Φ.Μ.

αλλά και ασφάλιση, προκειμένου αφενός να δηλώνω τα έσοδα από την εργασία μου και αφετέρου να αποδίδω σκι Ελληνικό Κράτος τους αναλογούντες φόρους και εισφορές (βλ. τον Ατομικό Λογαριασμό Ασφάλισης που Σας προσκόμισα κατά το στάδιο των αναγνωστέων εγγράφων, από όπου προκύπτει το πλήθος των ενσήμων μου.Παρότι, λοιπόν, ξεκίνησα από το μηδέν, δούλεψα για πολλά χρόνια σκληρό και με πολύ μόχθο και στερήσεις ως ηλεκτρολόγος σε οικοδομές και έτσι κατάφερα κάποια στιγμή να γίνω εγώ ο ίδιος υπεύθυνος σε μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία, η οποία είχε περί τα 60 άτομα προσωπικό, ενώ συγχρόνως συνεργάστηκα και με την A.

D., η οποία, επίσης διατηρούσε εταιρεία, που αναλάμβανε οικοδομικές εργασίες. Συγχρόνως δε, με τα επαγγελματικά μου βήματα, δημιούργησα και τη δική μου οικογένεια μαζί με τη σύζυγό μου, Ν. Γ. με την οποία τα τελευταία χρόνια το μοναδικό μας μέλημα είναι η απόκτηση ενός παιδιού (βλ, το επίσημα μεταφρασμένο Πιστοποιητικό Οικογενειακής Κατάστασης που Σας προσκόμισα κατά το στάδιο των αναγνωστέων εγγράφων).

Εδώ και είκοσι τρία (23), λοιπόν, χρόνια, που ζω στην Ελλάδα όλα όσα έχω καταφέρει οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στους προσωπικούς μου κόπους και θυσίες αλλά και στην γενικότερη καθόλα νόμιμη, έντιμη και συνεπή στάση μου απέναντι σε όλους. Ήμουν και είμαι ένας άνθρωπος που εργάστηκα και εξακολουθώ να εργάζομαι σκληρά και μάλιστα σε έναν κλάδο ιδιαίτερα απαιτητικό και σωματικά πάρα πολύ εξουθενωτικό, ενώ ουδέποτε προέβην στην οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια ή συμπεριφορά και ουδέποτε δημιούργησα το παραμικρό πρόβλημα τόσο στον επαγγελματικό και φιλικό μου περίγυρο όσο και στην ελληνική κοινωνία εν γένει, στην οποία έχω απόλυτα ενταχθεί και δομήσει τη ζωή μου".

Το ως άνω Δικαστήριο, μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψης, απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό με την εξής αιτιολογία:

"Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι έως την τέλεση της πιο πάνω πράξης δεν έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και έχει ποινική καταδίκη για σωματική βλάβη και οπλοφορία, παραβιάζοντας επιτακτικούς και απαγορευτικούς κανόνες. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός περί αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις (93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ευμενέστερη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 α' του νέου ( και όχι του προηγούμενου) ΠΚ, καθόσον αναφέρει συγκεκριμένα αρνητικά πραγματικά περιστατικά που αναιρούν το "σύννομο" του βίου του αναιρεσειόντος, από την αναφορά δε αυτή, σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο αξιολόγησε τον βίο του κατηγορουμένου, υπό το πρίσμα της νέας ευμενέστερης διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 α' του νΠΚ την οποία και εφήρμοσε, χωρίς να αναιρείται τούτο από την προηγούμενη αναφορά "δεν έζησε έντιμη ατομική και επαγγελματική ζωή".

Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ και οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, ως προς την απόρριψη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν τούτων και, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12/7/2024 αίτηση του I. ( ον) S. (επ.) του F. για αναίρεση της υπ' αριθ. 256/2024 του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ