Legislator Case Law & Legislation
569/2023 AI generated

Greece Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 569/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Crete Court of Appeal's decision confirming the plaintiffs' property rights. The State argued the lower court erred in evaluating evidence regarding forest land versus private ownership, but the Court found no basis for this claim. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 571, 577 of the Code of Civil Procedure; The State's appeal regarding the assessment of evidence in property ownership cases is inadmissible if it merely expresses the appellant's own opinions on the evaluation of evidence without challenging the lower court's reasoning.

Keywords

AI generated
property ownership evidence assessment forest land appeal admissibility legal costs Code of Civil Procedure state appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Articles 571 and 577 of the Code of Civil Procedure
Article 2 of Law 147/2014
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Case 155/2020
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 569 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 569/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 16η Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Ε. και Ε., που εκπροσωπείται νόμιμα απ' τη δικαστική συμπαραστάτρια αυτής Μ. Κ. Π., δυνάμει της τελεισιδίκου υπ' αριθμ. 42/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, 2) Ε. Κ. του Ε. και Ε., που εκπροσωπείται νόμιμα από τη δικαστική συμπαραστάτρια αυτού Σ. Κ. Κ., δυνάμει της τελεσιδίκου υπ' αριθμ. 376/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, 3) Μ. συζ. Π. Π., το γένος Ε. και Ε. Κ., 4) Σ. Κ. του Ε. και Ε., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Τζανάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Ε. χήρας Ε. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 326/1998, 59/2003 μη οριστικές, 150/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2017 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-4-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 19.4.2018 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 26/2017 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης , με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 150/2014 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων με την οποία είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητων . Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) . Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 147/2014, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της δια του Νόμου ΔΣΙΓ' της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.

Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, *έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά τις 11.5.1915 που η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.

Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το 1897 η Κρήτη που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή Επιτροπεία του πρίγκιπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της Κρήτης και συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904 τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11.5.1915) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αρ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ.

της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, γιατί στις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε η ισχύς του Αστικού Κώδικα. Οι διατάξεις των άρθρων 206, 237 στοιχ. ε, 293, 294,295, 296, 299 και 302 του Κρητικού Αστικού Κώδικα καθιερώνουν ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητο την τακτική και την έκτακτη χρησικτησία. Σύμφωνα με το άρθρο 293 του εν λόγω Κώδικα " ο καλή τη πίστη αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής" και κατά το άρθρο 294 του ίδιου Κώδικα "καλή πίστη νομεύς είναι ο αγνοών ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου.

Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις". Η έκτακτη χρησικτησία, κατά το επόμενο άρθρο 295, συνίσταται στην επί είκοσι συνεχή έτη νομή του ακινήτου, ενώ ως νομή πράγματος κατά το άρθρο 206 του ίδιου κώδικα οριζόταν η "με διάνοια κυρίου αυτοπροσώπως ή δι' άλλου ασκούμενη φυσική και αποκλειστική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή)".

Εξάλλου όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι την εισαγωγή του Κρητικού Αστικού Κώδικα (1904), ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωρίζεται ως τρόπος κτήσης κυριότητας τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και για τις δημόσιες γαίες (αμρί - ρεζί).

Επομένως ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Ο Κρητικός όμως Κώδικας θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του.

Η πρώτη διάταξη ορίζει, ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου.

Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 299 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για την έκτακτη χρησικτησία ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Περαιτέρω, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εν λόγω κώδικα προκύπτει, ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση και για τα οποία ρητά ορίζεται με το άρθρο 302 του ίδιου κώδικα ότι υπόκεινται στους ορισμούς περί χρησικτησίας.

Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 199 και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και επομένως υπάγονται στο νομικό καθεστώς περί αυτών. Το τελευταίο άρθρο (302), καταργήθηκε σιωπηρά από το άρθρο 21 του Ν.

Δ/τος της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι την έναρξη ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του Ν.ΔΞΗ/1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από 11.5.1915 (που ενώθηκε με την Ελλάδα).

Ενόψει, συνεπώς, της, με τις ως άνω διατάξεις του ισχύοντος από 23.7.1905, ως προελέχθη, Κρητικού Αστικού Κώδικα και τις λοιπές αναφερόμενες διατάξεις, καθιερούμενης ρύθμισης ,και μολονότι στο προϊσχύσαν αυτού και στη νήσο Κρήτη Οθωμανικό δίκαιο ήταν, κατά τα προαναφερθέντα άγνωστος ο θεσμός της χρησικτησίας επί δημοσίου (ανήκοντος στην περιουσία του Κράτους) κτήματος, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, που έπρεπε να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-5-1915, με συνυπολογισμό, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, μέχρι δεκαπέντε ετών το πολύ χρόνου νομής, πριν από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα (23.7.1904), προκειμένου δε περί τακτικής, δια συνυπολογισμού και μέχρι πέντε ετών το πολύ νομής με τα λοιπά προσόντα αυτής (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη) προ του κατά τα άνω χρόνου ενάρξεως ισχύος του Κρητικού ΑΚ.

Επίσης κατά το Οθωμανικό δίκαιο και ειδικότερα το άρθρο 3 του νόμου "περί Γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (ήτοι 1856) μεταξύ των δημοσίων γαιών περιλαμβάνονται τα δάση και οι χειμερινές και θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), ρητώς δε οριζόταν ότι αυτές ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο και ότι η παραχώρησή τους σε ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο εγγράφου τίτλου, που ονομάζεται "ταπί" το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου και αποτελούσε τίτλο αναγνωστικό έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με τον προορισμό της.

Από τους ορισμούς αυτούς συνάγεται, ότι στην Κρήτη, η οποία κατά τη θέσπιση του ν.δ. της 17-11/1.2.1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν αποτελούσε μέρος της Ελληνικής Επικράτειας, οι γαίες που υπό την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικα, είχαν τον χαρακτήρα του δάσους αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, με συνέπεια να μπορούν να περιέλθουν στην κυριότητα των ιδιωτών με χρησικτησία (ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 555/2016, ΑΠ 1343/2015), ενώ κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά δικαιώματα για την απόκτησή τους.

Επιπροσθέτως κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 πα. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ 1103/2011).

Ο από τις διατάξεις του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων , οπότε ο λόγος αναιρέσεως αυτός ,θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ , γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. ( ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Κρήτης, δικάζοντας επί της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 150/2014 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων , μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως ενώπιον του δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : "... Τα επίδικα τέσσερα αγροτεμάχια βρίσκονται στη θέση ... και ειδικότερα: Α) το πρώτο ακίνητο, όπως εμφανίζεται στο σχετικό τοπογραφικό του πραγματογνώμονα Δ. Κ. με τον αριθμό 1, έκτασης 50.134,83 τμ , συνορεύει ανατολικά με την επαρχιακή οδό ... βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Β. Π. και εν μέρει με ιδιοκτησία Χ. Σ., δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Μ. και νότια με ιδιοκτησία Χ. Σ. Β) Το δεύτερο ακίνητο, που εμφανίζεται στο σχετικό τοπογραφικό του ανωτέρω πραγματογνώμονα ως No 3.1 και No 3.2, έκτασης 45.345 τμ, συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Π., νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Β. Π. και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Π., ανατολικά με επαρχιακή οδό ... και νότια εν μέρει με αγροτική οδό πλάτους έξι μέτρων, με ιδιοκτησία Τ. Ε. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Μ.

Γ) Το τρίτο ακίνητο, που εμφανίζεται στο σχετικό τοπογραφικό του ανωτέρω πραγματογνώμονα ως No 4, έκτασης 39.366,71 τμ, συνορεύει βόρεια με αγροτική οδό πλάτους έξι μέτρων και πέραν αυτής με ιδιοκτησίες Β. Π. και κληρονόμων Α. Π., ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Κ. και δυτικά με ιδιοκτησία Σ. Κ. Δ) Το τέταρτο ακίνητο, που εμφανίζεται στο σχετικό τοπογραφικό του ανωτέρω πραγματογνώμονα ως No 5, έκτασης 15.136,14 τμ, συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Χ.

Σ., νότια εν μέρει με ιδικτησία Γ. Μ. και εν μέρει κληρονόμων Λ., ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Κ. και εν μέρει με αγροτική οδό και δυτικά εν μέρει με αγροτική οδό και με ιδιοκτησίες Ε. Ο. και Ι. Π. Τα υπό στοιχεία Α, Γ και Δ ακίνητα (No 1, No 4 και No 5 όπως εμφανίζονται στο ως άνω τοπογραφικό), απέκτησαν οι ενάγοντες το έτος 1970, με άτυπη δωρεά , συσταθείσα από τον Ε.

Κ. του Ε., συζύγου της μετέπειτα αποβιώσασας Ε. Μ. και πατέρα των εναγόντων, ο οποίος τους τα παραχώρησε άτυπα, στη μεν σύζυγο του κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, στους δε λοιπούς κατά ποσοστό 3/16 στον καθένα εξ αδιαιρέτου. Στον Ε. Κ. περιήλθαν τα ακίνητα από άτυπη δωρεά της μητέρας του, Μ. συζύγου Ε. Κ. το γένος Γ.

Π., το έτος 1940 και έκτοτε τα νέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως , διανοία κυρίου , τα καλλιεργούσε με δημητριακά, καρπούζια κ.α. Η δικαιοπάροχος του, γιαγιά των εναγόντων, απέκτησε τα ακίνητα μετά από άτυπη δωρεά συσταθείσα από τον πατέρα της Γ. Π. το έτος 1920, ο οποίος τα είχε αποκτήσει σε μία ενιαία μείζονα έκταση, μετά από άτυπη δωρεά του πατέρα του Κ.

Π. το έτος 1900. Ο τελευταίος απέκτησε τα ακίνητα αυτά, δυνάμει σχετικού συμβολαίου αγοραπωλησίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χανίων, την 24-1-1892, ενώπιον του Ιεροδικαστικού Συμβουλίου και του Ιεροδίκη Κρήτης από τον Σ. Α. Δ. Α. Α., ο οποίος, όπως αναγράφει και το συμβόλαιο, ήταν κύριος του ακινήτου τουλάχιστον επί πενήντα έτη.

Περαιτέρω, το υπό στοιχείο Β ακίνητο (3.1 και 3.2 όπως εμφανίζεται στο ανωτέρω τοπογραφικό) απέκτησαν οι ενάγοντες κατά τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατά την 10-4-1994 αποβιώσαντος πατέρα τους, ο οποίος δεν άφησε διαθήκη, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 1185/1994 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Χανίων, ενώ την κληρονομιά του αυτή αποδέχθηκαν οι ενάγοντες δυνάμει της υπ' αριθμ. ...

πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Χανίων Μαρίας Παίζη που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων είχε αποκτήσει το ανωτέρω ακίνητο από την Α. Π. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφο Χανίων Αναστασίου Τσόντου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Η τελευταία το είχε αποκτήσει από τον πατέρα της Γ.

Π. το έτος 1920, όταν ο τελευταίος διένειμε άτυπα την περιουσία του στα παιδιά του , ενώ ο ίδιος είχε αποκτήσει το ακίνητο από τον πατέρα του Κ. Π. το έτος 1900, αφού, ο τελευταίος, όπως προαναφέρθηκε, είχε αγοράσει τη μείζονα έκταση από τον Σ. Α. Δ. Α. Α., ενώπιον του Ιεροδικαστικού Συμβουλίου και του Ιεροδίκη Κρήτης την 24-1-1892.

Εξάλλου, ο διορισθείς από το Δικαστήριο πραγματογνώμονας Δ. Κ., στην υπ' αριθμ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, αναφέρει ότι τα επίδικα περιλαμβάνονται στο ανωτέρω συμβόλαιο του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και ότι όλες οι ως άνω εκτάσεις συνορεύουν η μία με την άλλη και διαχωρίστηκαν περισσότερο για λόγους χρήσης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, όπως και προηγουμένως ο πατέρας τους, αλλά και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους για 150 και πλέον έτη, νέμονταν συνεχώς και αδιάλειπτα τα επίδικα διανοία κυρίου, τα περιέφραξαν, τα επέβλεπαν και ασκούσαν όλες τις πράξεις νομής που άρμοζαν στη φύση και τον προορισμό των ακινήτων, χωρίς να υπάρξει από κανέναν καμία αμφισβήτηση.

Συνεπώς, οι ενάγοντες, έγιναν συγκύριοι των επιδίκων τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, αφού κατά το χρόνο έναρξης ισχύος στην Κρήτη του Κρητικού ΑΚ στις 23-7-1904 ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων Γ. Π., βρισκόταν στη νομή των επιδίκων πλέον των 20 ετών, προσμετρώντας το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του, με δεδομένο ότι...

το Οθωμανικό Δίκαιο που ίσχυε στην Κρήτη πριν τον Κρητικό ΑΚ δεν αναγνώριζε το θεσμό της χρησικτησίας, αυτός απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων στις 23-7-1909,οπότε και παρήλθε το χρονικό διάστημα των πέντε ετών το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 1356 και 1357 του Κρητικού ΑΚ , έπρεπε να παρέλθει από την ισχύ του προκειμένου να καταστεί κύριος αυτών.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ισχυρίσθηκε ότι τα επίδικα ήταν δασική έκταση από την εποχή της Τουρκοκρατίας και ως δασική έκταση ανήκαν επί μεν Τουρκοκρατίας στο Τουρκικό Δημόσιο, δυνάμει του άρθρου 3 του νόμου περί γαιών, μετά δε την απελευθέρωση περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του κατακτητή , δυνάμει της 1/14-11-1913 Σύμβασης Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας.

Εντούτοις, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, ότι τα επίδικα ήταν αγροί που ανήκαν και καλλιεργούνταν πάντοτε σε ιδιώτες. Αναφορικά με το χαρακτήρα των επιδίκων ως αγρών, σε αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να οδηγήσει το γεγονός ότι ο μάρτυρας του εναγομένου κατέθεσε ότι οι επίδικες εκτάσεις φέρονται σε αεροφωτογραφίες του έτους 1945 να καλύπτονται από θαμνώδη βλάστηση σε ποσοστό πάνω από 30%, καθώς η θαμνώδης βλάστηση το έτος 1945 οφείλεται προφανώς σε πρόσκαιρη εγκατάλειψη της καλλιέργειας της γης κατά τα χρόνια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου και της γερμανικής κατοχής και συνεπώς δεν αρκεί για να προσδώσει στα επίδικα δασικό χαρακτήρα.

Άλλωστε, οι επίδικες εκτάσεις δεν έχουν υποβληθεί στη διαδικασία χαρακτηρισμού έκτασης από το Δασαρχείο Χανίων, ενώ ουδέποτε κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες ή στους δικαιοπαρόχους τους πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής. Κατά ακολουθία των ανωτέρω, αφού αποδείχθηκε η συγκυριότητα στις επίδικες εκτάσεις των εναγόντων Ν.

Κ. του Ε., Ε. Κ. του Ε., Μ. συζύγου Π. Π., το γένος Ε. Κ. και Σ. Κ. του Ε., κατά 4/16 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα τους, έπρεπε η κρινόμενη αγωγή να γίνει δεκτή και από ουσιαστική άποψη, απορριπτομένης της ενστάσεως του εναγομένου περί της ιδιότητας των επιδίκων ως δασικών εκτάσεων, που ανήκαν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου και να αναγνωρισθούν κύριοι των επίδικων..." .Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του τις παραδοχές: 1) ότι με τα στοιχεία Α', Γ' και Δ' επίδικα ακίνητα, εμβαδού 50.134,83 τμ., 39366,71 τ.μ.

και 15136,14 τ.μ. αντίστοιχα, που βρίσκονται στη θέση ... αντίστοιχα, παραχωρήθηκαν στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους το έτος 1970 με άτυπη δωρεά από τον πατέρα τους Ε. Κ. του Ε., 2) ότι στο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, Ε. Κ. του Ε., τα εν λόγω ακίνητα είχαν περιέλθει , το έτος 1940, με άτυπη δωρεά από την μητέρα του, Μ.

συζύγου Ε. Κ., το γένος Γ. Π., 3) ότι στη Μ. συζ. Ε. Κ., το γένος Γ. Π., γιαγιά των αναιρεσιβλήτων, τα επίδικα ακίνητα είχαν περιέλθει το έτος 1920 με άτυπη δωρεά από τον πατέρα της Γ. Π., στον οποίο είχαν περιέλθει το έτος 1900, σε μία ενιαία μείζονα έκταση ,που περιλάμβανε εκτός από αυτά και το με στοιχείο Β' επίδικο ακίνητο, εμβαδού 45.345 τ.μ., με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Κ.

Π., 4) ότι ο Κ. Π., προπάππος των εναγόντων, είχε αποκτήσει, τη μείζονα έκταση που περιλάμβανε άπαντα τα επίδικα ακίνητα, με αγορά δυνάμει σχετικού συμβολαίου αγοραπωλησίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χανίων, την 24.1.1892, ενώπιον του Ιεροδικαστικού Συμβουλίου και του Ιεροδίκη Κρήτης , από τον αληθή κύριο αυτής, τουλάχιστον επί πενήντα έτη, Σ.

Α. Δ. Α. Α. . 5) ότι το με στοιχείο Β' ακίνητο απέκτησαν οι ενάγοντες σε ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, λόγω κληρονομικής διαδοχής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 10.4.1994, αληθούς κυρίου αυτού, πατέρα τους Ε. Κ., την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν με νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη. 6) ότι στο δικαιοπάροχο των εναγόντων , Ε.

Κ. είχε περιέλθει το ως άνω ακίνητο με αγορά δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χανίων Αναστασίου Τσόντου, από την αληθή κυρία αυτού Α. Π., στην οποία είχε περιέλθει το έτος 1920, με άτυπη δωρεά από τον πατέρα της, Γ. Π., ο οποίος τότε προέβη σε άτυπη διανομή μεταξύ των τέκνων του της προαναφερόμενης μείζονος έκτασης που είχε περιέλθει στον ίδιο, το έτος 1900, με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του, Κ.

Π., αληθή κύριο αυτού λόγω αγοράς δυνάμει του ως άνω μεταγραφέντος την 24.1.1892 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου από τον αληθή κύριο αυτού Σ. Α. Δ. Α. Α.. 7) ότι την ενιαία μείζονα εδαφική έκταση, που περιλαμβάνεται στον ως άνω τίτλο κυριότητας του απώτατου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, Κ. Π., της οποίας τμήματα αποτελούν τα τέσσερα επίδικα ακίνητα, που συνορεύουν μεταξύ τους, διαχωριζόμενα από αυτήν για λόγους χρήσης, νέμονταν οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους (άμεσοι, απώτεροι και απώτατοι), ως κύριοι τη μείζονα εδαφική έκταση, πλέον των 150 ετών, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση της διακατοχικές πράξεις νομής, και ειδικότερα, την καλλιεργούσαν με δημητριακά και καρπούζια, την περιέφραξαν και την επέβλεπαν, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα. 8) ότι τα επίδικα ουδέποτε υπήρξαν δασική έκταση, ήτοι δημόσια γαία, που ανήκε επί Τουρκοκρατίας στο Τουρκικό Δημόσιο και συνεπώς το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα στο επίδικο, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, δυνάμει της από 1/14.11.1913 Σύμβασης Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, αντιθέτως, ήσαν αγροί που καλλιεργούνταν και ανήκαν ανέκαθεν σε ιδιώτες. 9) ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι έγιναν κύριοι (συγκύριοι) των επίδικων ακινήτων με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) εφόσον κατά το χρόνο έναρξης ισχύος στην Κρήτη του Κρητικού ΑΚ στις 23.7.1904, ο απώτατος δικαιοπάροχος τους Γ.

Π., βρισκόταν ήδη στη νομή τους (ως μείζονα έκταση) πλέον των είκοσι (20) ετών, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του και απέκτησε την κυριότητά τους στις 23.7.1909, οπότε παρήλθε, το απαιτούμενο από τα άρθρα 1356 και 1357 του Κρητικού ΑΚ, χρονικό διάστημα των πέντε ετών από την ισχύ του, για να καταστεί κύριος αυτών.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και αναγνώρισε τους αναιρεσίβλητους κυρίους (συγκυρίους) των επίδικων ακινήτων, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μωχαρέμ 1293 "Περί εξελέγξεως τίτλων δασών" , που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 147/ 5.1.1914 "περί εν ταις προσαρτώμενες χώρες νομοθεσίας και δασικής οργανώσεως", που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της δια του Νόμου ΔΣΙΓ' της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, του ν.

ΔΞΗ/1912, και του άρθρου 21 του γ.δ/τος 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ." , τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, όπως προεκτέθηκε, τα επίδικα, αποτελούντα τμήμα μείζονος ακινήτου, ήταν ανέκαθεν ιδιωτικές εκτάσεις ανήκουσες κατά κυριότητα στους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων και ουδέποτε υπήρξαν δασικές εκτάσεις ήτοι δημόσιο κτήμα που περιήλθε με νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Αντιθέτως, ορθά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων, 293, 295, 362, 1356 και 1357 του Κρητικού Αστικού Κώδικα που καθιερώνουν ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητο την έκτακτη χρησικτησία, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, κατά το οποίο η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά δικαιώματα για την απόκτηση τους.

Υπό τα δεδομένα αυτά το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, τόσο εκείνων τις οποίες δεν εφάρμοσε, σχετικά με το ότι τα επίδικα ακίνητα ουδέποτε υπήρξαν δημόσια δασική έκταση ώστε να περιέλθουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους, με βάση τη Συνθήκη των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, όσο και εκείνων τις οποίες εφάρμοσε ως προς την κτήση κυριότητας (συγκυριότητας) των αναιρεσιβλήτων επί των επιδίκων ακινήτων με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), δεχόμενο ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος τους είχε ήδη αποκτήσει με βάση τις διατάξεις αυτές του Κρητικού ΑΚ την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων, ως τμημάτων μείζονος εδαφικής έκτασης ήδη από 23.7.1909, και ότι έκτοτε και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι τον διαδέχθηκαν στη νομή, αλλά και οι ίδιοι, συνέχισαν να την ασκούν με διάνοια κυρίου και διενεργώντας επί των επιδίκων ακινήτων τις ως άνω αναφερόμενες πράξεις (καλλιέργεια δημητριακών, καρπουζιών, περίφραξη, επίβλεψη) προσμετρώντας άπαντες στο χρόνο νομής τους και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους.

Συνεπώς είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως , με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο , υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , αιτιάται ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών .

Τέλος, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ'). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 104/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1784/2017).

Ήδη με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάται το αναιρεσείον, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος αποδεικτικά μέσα, που είχαν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης: 1) τις μαρτυρικές καταθέσεις, που περιέχονται στην 11/2000 έκθεση εισηγήσεως, 2) την από 15.3.1991 έκθεση αυτοψίας του δασολόγου Γ.

Π., 3) την 1268/15-3-1991 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Χανίων, 4) την 26/1991 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, 5) την με αριθμό πρωτοκόλλου 11570/8-1-2016 Έκθεσης Φωτοερμηνείας της δασολόγου της Δ/νσης Δασών Χανίων Π. Π., 6) την από 11-11-2003 έκθεση αυτοψίας της δασολόγου της Δ.νσης Δασών Χανίων Μ.

Σ. και 7) την 22/1991 Απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Κρήτης. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση σε αυτήν βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από : α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που διαδίκων, που εξετάσθηκαν ενώπιον Εισηγητή Δικαστή που ορίστηκε με την 326/1998 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στην με αριθμό 11/2000 έκθεση εισηγήσεως, β) την με αριθμό ...

έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Δ. Κ. που ορίσθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προδικαστική του απόφαση, γ) όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Επί πλέον εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση , από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο Κρήτης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μνημονεύει ειδικά και αξιολογεί εκτενώς το περιεχόμενο, του, έχοντος ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης, συμβολαίου αγοραπωλησίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χανίων, την 24-1-1892, ενώπιον του Ιεροδικαστικού Συμβουλίου και του Ιεροδίκη Κρήτης, της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σχετικά με το ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν μείζονα έκταση περιλαμβανόμενη στον ως άνω συμβολαιογραφικό τίτλο, με συγκεκριμένες αναφορές και σε άλλα έγγραφα, όπως τις αεροφωτογραφίες του έτους 1945, στις οποίες τα επίδικα εμφανίζονται να καλύπτοντα με θαμνώδη βλάστηση σε ποσοστό πάνω από 30%, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, εξαίροντας μερικά από αυτά, όπως έχει δικαίωμα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους (ΑΠ 155/2020), χωρίς να ήταν αναγκαίο να αιτιολογήσει, ειδικώς, όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από το αναιρεσείον έγγραφα, ούτε το περιεχόμενο των μαρτυρικών καταθέσεων, στις οποίες το ίδιο αναφέρεται.

Επομένως, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, περί του ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι κύριοι (συγκύριοι) των επίδικων ακινήτων, τα οποία προήλθαν από ενιαίο μείζων ακίνητο κυριότητας του απώτατου δικαιοπαρόχου τους, καθώς και περί του ότι το αναιρεσείον ουδέποτε κατέστη κύριος των επιδίκων ακινήτων.

Κατά συνέπεια ο ως άνω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον οι αιτιάσεις, με τις οποίες το αναιρεσείον, παραθέτοντας σε αυτόν το περιεχόμενο των ως άνω των αποδεικτικών μέσων εκφράζει τις δικές του απόψεις περί του ότι η εκτίμησή τους, σε συνδυασμό με τα δικά του συμπεράσματα από την αξιολόγησή τους, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, ήτοι στο ότι επί των επιδίκων ακινήτων οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων και οι ίδιοι δεν απέκτησαν κυριότητα, διότι αυτά αποτελούσαν δασική έκταση, εμμένοντας στο δασικό χαρακτήρα τους, οδηγούν σε ανεπίτρεπτο έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 19.4.2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 26/2017 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης και να καταδικαστεί το αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.4. 2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 26/2017 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ