Supreme Court partially allows appeal against appellate court awarding fixed monthly fees to contractor.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against the Athens Court of First Instance's decision awarding fixed monthly fees to a contractor. The State argued the fees were not legally due, while the contractor claimed they were owed under the contract. The court rejected the appeal regarding compensation for contract termination but upheld the award for the fixed monthly fees, ordering the parties to share litigation costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when only specific portions of the appealed judgment are legally challenged and supported by new evidence or legal arguments, thereby annulling the decision only to the extent of the successful appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 569 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 569/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, με την ιδιότητα του ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος με το άρθ.3 του Ν. 4109/2013 Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων" (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.) που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευστράτιο Ηλιαδέλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις, 2) του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Λεοντόπουλου-Βαμβέτσου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιούμενη: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Λεοντόπουλου-Βαμβέτσου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 102/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και της από 20-10-2017 πρόσθετης παρέμβασης του 2ου των αναιρεσιβλήτων, η 4958/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-12-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων και ο πληρεξούσιος του δεύτερου των αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου: α) η από 13-12- 2018 αίτηση για αναίρεση της 4958/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο και β) η από 10-5-2019 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος, η οποία στρέφεται κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και Δήμου. Η αίτηση αναίρεσης και η πρόσθετη παρέμβαση που φέρονται για συζήτηση πρέπει να συνεκδικαστούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 246 ΚΠολΔ).
2. Η από 13-12-2018 και με αριθμό κατάθεσης 11542/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 4958/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί των από 23.5.2017 και από 21.3.2016 εφέσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 102/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 7-11- 2013 (με αριθ κατάθεσης 102/2013 ) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3), συνεκδικαζόμενη με την ως άνω πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε ενώπιον του Εφετείου υπέρ του ενάγοντος-εφεσιβλήτου ο ΔΣΑ.
3. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την ως άνω, αγωγή του, ενώπιον του Μ.Π.Α., ζήτησε να υποχρεωθεί το Δημόσιο, να του καταβάλει, νομιμότοκατο συνολικό ποσό των 39.873,88 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί, κατά τους ισχυρισμούς του, α) σε αποζημίωση απόλυσής του από τη θέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου που κατείχε ως Νομικός Σύμβουλος στο ήδη καταργηθέν ν.π.ι.δ.
με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ" (στο εξής το "Ταμείο"), ύψους 5.718 ευρώ, β) σε οφειλόμενες 17 πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες ως ποινή ex lege, λόγω της συνεχιζόμενης κατά τους ισχυρισμούς του παράνομης άρνησης του Δημοσίου να του καταβάλει την ως άνω νόμιμη αποζημίωσή του ένεκα λύσης της σχέσης έμμισθης εντολής, συνολικού ύψους 32.402 ευρώ και γ) στα 2/3 των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών του έτους 2012 προς Το ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΤΟΜΕΙΣ ΥΓΕΙΑΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΑΘΗΝΩΝ", ύψους 1.753,88 ευρώ.
Προς υποστήριξη του ενάγοντος ασκήθηκε πρόσθετη παρέμβαση του επαγγελματικού σωματείου (νπδδ) με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ" "Δ.Σ.Α."). Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 102/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή ως προς τα δύο πρώτα αιτήματα αυτής, δέχθηκε εν μέρει το τρίτο αίτημα που αφορά στα 2/3 των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών έτους 2012 και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικό διάδοχο του καταργηθέντος Ταμείου (άρθρο 3 παρ. 1 ν. 4109/2013 (ΦΕΚ 16/Α/23.1.2013) να καταβάλει στον ενάγοντα για την αιτία αυτής το ποσό των χιλίων επτακοσίων πενήντα τριών ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτών, (1.753,88), με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκαν οι από 23.5.2017 και από 21.3.2016 εφέσεις του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου αντίστοιχα, με τις οποίες ζητήθηκε η εξαφάνιση της εκκαλουμένης καθόσον αφορά στην πρώτη έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά το μέρος που δέχτηκε την αγωγή ως προς το τρίτο αίτημα, καθόσον, δε αφορά στη δεύτερη έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς τα δύο πρώτα αιτήματα για τους αναφερόμενους στις εφέσεις λόγους.
Προς υποστήριξητου ενάγοντος - εφεσιβλήτου - εκκαλούντος ασκήθηκε, όπως και πρωτοδίκως πρόσθετη παρέμβαση του ΔΣΑ. Επί των εν λόγω εφέσεων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 4958/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, συνεκδικάζοντας τις εφέσεις και την πρόσθετη παρέμβαση απέρριψε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και την υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση του Δ.Σ.Α., εξαφάνισε την 102/2015 απόφαση του ΜΠΑ και, δικάζοντας επί της από 7.11.2013 αγωγής δέχθηκε αυτή ως προς όλα τα παραπάνω αιτήματά της και υποχρέωσε το Δημόσιο να καταβάλλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 39.873,88 ευρώ με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής.
4. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδ.α του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ 3026/1954), όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με τον Ν. 4194/2013, "Δικηγόρος παρέχων τας υπηρεσίας αυτού κατά τους όρους του άρθ. 63 παρ. 4 .λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως δια καταγγελίας εκ μέρους του εντολέως, δια πτωχεύσεως ή διαλύσεως της εντολίδος εταιρείας και δια πτωχεύσεως του εντολέως δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην προς: α) μια πάγιαν μηνιαίαν περιοδικήν αμοιβήν, αν έχει συμπληρώσει εξάμηνον υπηρεσίαν, β) τρεις τοιαύτας περιοδικός αμοιβάς αν έχει συμπληρώσει διετίαν, γ) έξι τοιαύτας περιοδικός αμοιβάς αν έχει συμπληρώσει τριετίαν, δ) δέκα τοιαύτας περιοδικάς αμοιβάς, αν έχει συμπληρώσει πενταετίαν,...περαιτέρω δε το τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου του άρθρ. 94 ορίζει ότι:....."εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει την συμπεφωνημένην εντός των ορίων άρθ. 92 του παρόντος αμοιβήν του μέχρις πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως".
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 παρ. 4 και 5 και 94 του Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ 3026/1954), όπως το άρθρο 63 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του ν. 720/1977 και το άρθρο 94 με το άρθρο 3 του ν. 1093/1980, συνάγεται ότι ο δικηγόρος κατ' εξαίρεση μόνο μπορεί να παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια μηνιαία αμοιβή υπό την άνω ιδιότητά του ή ως νομικός ή δικαστικός σύμβουλος.
Η σύμβαση αυτή, η οποία αποτελεί σχέση έμμισθης εντολής, λόγω του εμπιστευτικού της χαρακτήρα και είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο, λύεται με έγγραφη καταγγελία του εντολέα και με καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Η εν λόγω καταγγελία της έμμισθης εντολής είναι αναιτιώδης και έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, καθόσον με την περιέλευσή της στον καθού απευθύνεται, λύεται για το μέλλον η έννομη σχέση αμέσως και ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τη συμφωνημένη μέσα στα- όρια του άρθρου 92 του Κώδικα των Δικηγόρων αμοιβή του μέχρι πλήρους καταβολής της προβλεπόμενης από το άρθρο 94 παρ. 1 εδ.τελ.του ίδιου Κώδικα αποζημιώσεως.
Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 4109/2013 (περί "Κατάργησης και συγχώνευσης νομικών προσώπων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα - Σύσταση Γενικής Γραμματείας για το συντονισμό του κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις" ΦΕΚ 16/Α/23-1-2013), ως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 4142/2013 (ΦΕΚ 83/Α/9-4-2013) και με το άρθρο 61 παρ. 2 και 3 του ν.4155/2013 (ΦΕΚ 120/Α/29-5-2013) "Το Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε), Ν.Π.Ι.Δ με έδρα την Αθήνα, το οποίο συνεστήθη με το ν. 2021/1953. (Α' 36), ως ισχύει και εποπτεύεται από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, καταργείται", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 περ.ε' του Ν. 4109/2013 "Η σχέση έμμισθης εντολής των δικηγόρων που έχουν προσληφθεί και υπηρετούν στα νομικά πρόσωπα που καταργούνται με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως και 5, καθώς και με τις διατάξεις των περιπτώσεων α' έως και γ' της παραγράφου 9 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου, λύεται αυτοδικαίως εξαιρουμένων όσων έχουν προσληφθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, οι οποίοι μεταφέρονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και καταλαμβάνουν κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης κατηγορίας νομικού προσώπου εποπτευόμενου από το Υπουργείο υποδοχής.
Σε περίπτωση μη ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων οι ανωτέρω μεταφέρονται σε κενές οργανικές θέσεις φορέων με σχετικές υπηρεσιακές και λειτουργικές ανάγκες. Για τη λύση και για τη μεταφορά εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό που εποπτεύει τον φορέα που καταργείται".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η υποχρεωτική αποχώρηση και η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης δικηγόρου, που προσφέρει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή στους εντολείς ν.π.ι.δ , η οποία έχει το χαρακτήρα ιδιόρρυθμης σύμβασης έμμισθης εντολής, επέρχεται και με την κατάργηση του ν.π.ι.δ.
Ο δικηγόρος που παρέχει με πάγια αντιμισθία τις υπηρεσίες του δικαιούται την προβλεπόμενη από την παρ.1 του άρθρου 94 του ν.δ.3026/1954 αποζημίωση, διατηρώντας συγχρόνως και το δικαίωμα για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής του μέχρι την πλήρη καταβολή αυτής της αποζημίωσης, τότε μόνο, όταν η συμβατική σχέση μεταξύ αυτού και του εντολέα του λυθεί με καταγγελία από τον τελευταίο, όπως τούτο συνάγεται από το γράμμα των ως άνω διατάξεων.
Ειδικότερα, ενώ στην προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 63Α παρ.6 του Κώδικα Δικηγόρων αναφέρεται ρητώς το δικαίωμα τού υποχρεωτικώς αποχωρήσαντος δικηγόρου για απόληψη της κατά νόμο αμοιβής, μέχρι πλήρους καταβολής της προβλεπόμενης από το άρθρο 94 παρ.1 αυτού αποζημίωσης, στην επακολουθήσασα διάταξη του άρθρου 16 του ν.1336/1983, που αντικατέστησε το ως άνω άρθρο 63Α και δη στην παρ.5 αυτού, δεν προβλέπεται τέτοιο δικαίωμα, στη δε διάταξη στην οποία γίνεται η παραπομπή (άρθρο 94 παρ.1 εδ.
τελευταίο του ν.δ.3026/1954) ορίζεται ρητά ότι μόνο σε περίπτωση λύσης της σύμβασης δια καταγγελίας του εντολέα παρέχεται το εν λόγω δικαίωμα στον δικηγόρο. Η υποχρέωση αυτή είναι μία παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης (ΟλΑΠ 570/1986).
Δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιπτώσεων αυτών ούτε μπορεί να υπαχθεί με ανάλογη εφαρμογή και η λύση της σύμβασης κατόπιν υποχρεωτικής αποχώρησης του δικηγόρου για οποιοδήποτε λόγο, γιατί λείπει η ταυτότητα του νομικού λόγου (ΑΠ 23/2018, 1709/1987).
4. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου την 7-1-2009 έναντι πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας 1.906 ΕΥΡΩ από το ΝΠΙΔ "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων".
Ο ενάγων δικηγόρος, μέλος του ΔΣΑ από1 1.4.1997 παρείχε τις υπηρεσίες του ως νομικός σύμβουλος στο παραπάνω νομικό πρόσωπο εποπτευόμενο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Το εν λόγω ΝΠΙΔ καταργήθηκε την 31.5.2013 με το άρθρο 3 Ν. 4109/2013 και η σχέση έμμισθης εντολής λύθηκε αυτοδίκαια (άρθρο 13 παρ. 1 περ. ε Ν. 4109/2013). Βάσει των προαναφερθέντων ο ενάγων δικαιούται την προβλεπόμενη από το άρθρο 94 Ν. 3026/1954 αποζημίωση δηλαδή 3 μ.Χ. 1906=5.718 ΕΥΡΩ.
Επίσης δικαιούται τις πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες για το διάστημα 1-6-2013 - 31-10-2014 καθόσον το εναγόμενο ως καθολικός διάδοχος του καταργηθέντος ΝΠΙΔ (ιδιότητα που δεν αμφισβητεί αυτό) αρνείται τη καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης, δηλαδή 17 μ.Χ. 1.906 = 32.402 ΕΥΡΩ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατέβαλε το ποσόν των 1.753,88 ΕΥΡΩ, που αφορούν τα 2/3 των ασφαλιστικών εισφορών έτους 2012.
Το εν λόγω ποσό βάρυνε το εναγόμενο βάσει της σύμβασης έμμισθης εντολής. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο κατέβαλε τις εν λόγω εισφορές, καθόσον δεν προσκόμισε αποδεικτικό στοιχείο για τη καταβολή του συγκεκριμένου ποσού και που αφορούσε τον ενάγοντα, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα ως αβασίμου.
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντα και την ασκηθείσα υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση του ΔΣΑ, εξαφάνισε την εκκαλουμένη 102/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχτηκε την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των τριάντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα τριών ΕΥΡΩ και ογδόντα οκτώ λεπτά (39.873,88, ήτοι 32402+5718+1752,88).
5. Με τις παραπάνω παραδοχές και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 εδ. α' του ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε πριν από την κατάργηση του με το Ν. 4194/2013,_46 παρ. 1,2,3 ν. 4194/2013, 3 παρ. 1,4α,9 και 13 παρ. 1ε του ν. 4109/2013 με το να δεχτεί, κατά παραδοχή των συναφών λόγων της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός διάδοχος του καταργηθέντος δυνάμει του άρθρου 2 του ν. 34109/2013 ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΓΙΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ (ΤΔΠΕΑΕ) " , οφείλει να καταβάλει προς τον αναιρεσίβλητο το επιδικασθέν ποσό αποζημίωσης του άρθρου 94 παρ. 1 εδ.
α' του ν.δ. 3026/1954, ποσού 5718 ευρώ λόγω λύσεως της ένδικης σχέσης έμμισθης εντολής , όπως αβασίμως υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ Περαιτέρω , όμως, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 εδ. τελευταίο του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.1 του ν.δ. 3790/1957, με το να δεχτεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχος του ως άνω Ταμείου, οφείλει να καταβάλει προς τον αναιρεσίβλητο, και τις επιδικασθείσες πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες ποσού 32402 ευρώ, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη η απόληψη της αμοιβής που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή, παρέχεται μόνο όταν η συμβατική σχέση της έμμισθης εντολής λυθεί με καταγγελία του εντολέα και όχι σε περίπτωση υποχρεωτικής αποχώρησης, όπως βασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο μεν πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης περί επιδίκασης αποζημίωσης λόγω λύσης της ένδικης σχέσης έμμισθης εντολής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ,ο δε δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο πλήττεται το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης περί επιδίκασης πάγιων μηνιαίων αντιμισθιών, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη κατά τούτο ,δηλαδή κατά το μέρος της που δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και ως προς το ως άνω κεφάλαιο και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση , που είχε απορρίψει το κονδύλιο αυτό της αγωγής, δέχτηκε την αγωγή και ως προς το εν λόγω κονδύλιο ύψους 32.402 ευρώ και επιδίκασε τελικά συνολικά στον ενάγοντα το ποσό των 39.873 ευρώ, ήτοι πέραν των κονδυλίων αποζημίωσης λόγω λύσης της σχέσης εργασίας και ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 5.718 και 1752,88 ευρώ, αντίστοιχα , και συνολικά
7.471,88 ευρώ, ως προς τα οποία απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 4958/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και δεν εξαφανίζεται η εν λόγω απόφαση και το ως άνω ποσό των 32.402 ευρώ.
Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί η έφεση του ενάγοντος κατά το μέρος τούτο από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδάφ. α' ΚΠολΔ. αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013). Δεδομένου δε, ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη κατά το κονδύλιο επιδίκασης των πάγιων αντιμισθιών ποσού 32.402 ευρώ όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 102/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έπρεπε να απορριφθούν οι συναφείς κατά το μέρος αυτό λόγοι έφεσης του ενάγοντος. Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής και κατ' έφεση δίκης, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, πρέπει να συμψηφιστούν εν όλω κατ' άρθρο 22§1β του Ν.3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 13-12-2018 αίτηση αναιρέσεως της 4958/2018. αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης περί πάγιων μηνιαίων αντιμισθιών, ποσού 32.402 ευρώ .
Αναιρεί κατά το άνω μέρος την 4958/2018. απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο.
Απορρίπτει την από 21-3-2016 έφεση του ενάγοντος κατά της 102/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο αυτό (πάγιων αντιμισθιών ποσού 32.402 ευρώ).
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ