Legislator Case Law & Legislation
569/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision due to lack of legal interest and procedural defects.

Case Number 569/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a public foundation against an appellate court judgment. The foundation argued it lacked legal interest because a lawyer's association had allegedly waived all claims, but the court found this interpretation incorrect based on the document's actual content. Furthermore, the appellate court relied on evidence that the foundation failed to submit, rendering that specific ground inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; Article 6A of the 1994 Decree: The Supreme Court examines whether a party present at the appeal hearing has a legal interest in the appeal; if the evidence relied upon by the lower court was not submitted by the appellant or was distorted, the appeal is dismissed for lack of legal interest or inadmissibility.

Keywords

AI generated
legal interest appeal admissibility evidence submission public foundation procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 6A of the Decree of 26 June-10 July 1994
Article 46 paragraph 3 of Law 4305/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 569 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 569/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. χας Κ. Ε., 2) Χ. συζ. Π. Β., το γένος Κ. Ε., 3) Χ. Ε. του Κ. και 4) Ε. Ε. του Κ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Κ. Ε. του Χ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2011 αίτηση (αγωγή) των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 79/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-3-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 24-1-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12-3-2015 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 79/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου-10 Ιουλίου 1994 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του Ν. 4305/20214 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε ΝΠΔΔ κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στο δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα κατά τις κείμενες διατάξεις διεύθυνσή τους.

Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός αν ο διάδικος κατά περίπτωση γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του ΝΠΔΔ το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις".

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ’ αριθ. ...13-6-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Κ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της Παρέδρου του ΝΣΚ Α.

Κ., που εκπροσώπησε ως δικαστική πληρεξούσια το ως άνω αναιρεσείον, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 12-3-2015 αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού ως δικασίμου της 2-2-2018 και με κλήση προς συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, για όλους τους αναιρεσίβλητους Δ. χα Κ. Ε., Χ. συζ.

Π. Β., το γένος Κ. Ε., Χ. Ε. του Κ. και Ε. Ε. του Κ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Κ. Ε. του Χ., στο δικηγόρο Αθηνών Π. Ρ., ως αντίκλητο αυτών, ο οποίος τους εκπροσώπησε στην τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, δηλ. στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 6Α του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 "Περί Κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου", όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 46 του ν. 4305/2014.

Οι τελευταίοι όμως, δεν παραστάθηκαν κατά την ως άνω, νομίμως ορισθείσα, δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., παρά την απουσία αυτών, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.

Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Κατά δε την παράγραφο 4 εδάφ.

τελευταίο του ίδιου άρθρου, η αποζημίωση δεν υπόκειται, ως τοιαύτη, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος. Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, ώστε αυτή να μην φαλκιδευθεί και να περιέλθει στον δικαιούχο ακέραιη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 4 του νομ.

διατ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974, η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση, όμοια δε ρύθμιση περιεχόταν και στο άρθρο 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ίσχυε, τόσο κατά το χρόνο της συζήτησης της ένδικης αίτησης-αγωγής (10-3-2011) όσο και, όπως ήδη ισχύει.

Εξάλλου, με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 εδ. α’ , 3 και 4 του άρθρου 8 του Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)", όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 αντικαταστάθηκε με την περίπτ. γ’ του άρθρου 31 του Ν. 3130/ 2003 (ΦΕΚ Α’ 76), σύμφωνα δε με άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου ν. 2882/2001, οι διατάξεις του νόμου αυτού (Ν. 2882/2001) εφαρμόζονται και στις απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από την 1η Φεβρουαρίου 1971, και εφεξής από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, ορίζονται τα εξής: 1. "Ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημίωσης, της κατά το άρθρο 18 παρ. 4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκαν δικαστικώς, καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π. & Δ.) την αποζημίωση υπέρ δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου".

Εάν το απαλλοτριωμένο ακίνητο βαρύνεται με υποθήκη, κατάσχεση ή διεκδίκηση, η κατάθεση της αποζημίωσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων είναι υποχρεωτική. 2. Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποδίδει στο δικαιούχο το ποσό που κατατέθηκε, αφού προσκομισθεί σε αυτό τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση "και στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο το ποσό της δικαστικής δαπάνης και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων...". 3.

Κάθε διαφορά σχετική με την απόδοση από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στο δικαιούχο του ποσού που κατατέθηκε λύεται οριστικά από το αρμόδιο δικαστήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του παρόντος νόμου (το οποίο πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου με την παρ. 11 του άρθρου 76 του ν. 4146/ 2013 (ΦΕΚ Α’ 90/18.4.2013) ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 και επόμενων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 4.

Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 (Α’ 32), αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π. & Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου".

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 1α και 6 του άρθρου 9 του νόμου 1093/1980, η δεύτερη των οποίων προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 10 του νόμου 1868/1989, ορίστηκε: 1) ότι οι αμοιβές των δικηγόρων των διαδίκων, που αξιώνουν κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο, εμπίπτουν στους διανεμητικούς λογαριασμούς που συστήθηκαν στους κατά τόπους Δικηγορικούς Συλλόγους με το άρθρο 161 παρ. 7 του Κώδ.

Δικηγόρων, που προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 2 του νόμου 723/1977, 2) ότι το δικαστήριο, με την ίδια απόφαση με την οποία ορίζει την αποζημίωση, προσδιορίζει και την αμοιβή του δικηγόρου του καθ’ ου η απαλλοτρίωση, όχι βάσει της κατά τα άρθρα 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων προβλεπόμενης νόμιμης αμοιβής, αλλά με βάση το ποσοστό που καθορίζεται για κάθε Δ.

Σύλλογο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου και 3) ότι ο υπόχρεος προς αποζημίωση ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων οφείλουν να παρακρατούν από το ποσό της αποζημίωσης, το ποσό της αμοιβής που προκύπτει με βάση το ως άνω ποσοστό, ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, και να το αποδίδουν στο Δ.

Σύλλογο στον οποίο ανήκει ο δικαιούχος δικηγόρος. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις ο υπόχρεος προς αποζημίωση και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υποχρεούται να παρακρατήσει και να αποδώσει στον οικείο δικηγορικό σύλλογο από το ποσό της αποζημίωσης όχι την αμοιβή που συμφωνήθηκε μεταξύ του δικαιούχου αυτής και του δικηγόρου του στα πλαίσια του άρθρου 92 παρ. 3 του ισχύοντος τότε Δικηγορικού Κώδικα, αλλά το ποσό που όρισε δεσμευτικά ως αμοιβή η υπουργική απόφαση σε ποσοστό επί της αποζημίωσης, το οποίο για τους περισσοτέρους Δικηγορικούς Συλλόγους είναι πολύ ανώτερο των ισχυόντων ελάχιστων ορίων των άρθρων 100 επ.

του Δικηγορικού Κώδικα. Ενόψει όμως της συνταγματικής αρχής ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και το ποσό αυτής να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο και αλώβητο, δεν επιτρέπεται να ορισθεί ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης ποσό άλλο και μάλιστα με βάση ποσοστό που ορίζεται κατά Δικηγορικό Σύλλογο με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, προκειμένου αυτό να αφαιρεθεί από την καταβλητέα στο δικαιούχο αποζημίωση και να περιέλθει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για να διανεμηθεί στα μέλη του, διότι έτσι το ποσό της αποζημίωσης φαλκιδεύεται, αφού ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση επιβαρύνεται με τη διαφορά μεταξύ της νόμιμης δικηγορικής αμοιβής που αναγκαίως θα πληρώσει στο δικηγόρο του και εκείνης που προκύπτει με βάση το κανονιστικά προβλεπόμενο ποσοστό η οποία και παρακρατείται και κατά συνέπεια οι ως άνω διατάξεις των παραγράφων 1α και 6 του άρθρου 9 του ν. 1093/1980 αντίκεινται στο άρθρο 17 παράγραφοι 2 και 4 του Συντάγματος και είναι ανίσχυρες (Ολ.ΑΠ 13, 17, 18 και 19/2000).

Από τα παραπάνω παρέπεται επίσης ότι η παρακράτηση από τον υπόχρεο ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της αμοιβής του δικηγόρου του δικαιούχου αποζημίωσης από απαλλοτρίωση η οποία καθορίζεται με τον προαναφερθέντα τρόπο, δηλαδή με βάση ποσοστό επί της αποζημίωσης που έχει ορισθεί με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ανώτερο των οριζομένων από το Δικηγορικό Κώδικα ελάχιστων ορίων αμοιβής είναι παράνομη.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460 έως 462 του Α.Κ., σαφώς συνάγεται, ότι μετά την από τον εκδοχέα αναγγελία της εκχωρηθείσας απαιτήσεως στον οφειλέτη, αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρηθέντος οφειλέτη με τον εκχωρητή και η εκχωρηθείσα απαίτηση αποκτάται υπέρ του αναγγείλαντος εκδοχέως, ο οποίος δικαιούται έκτοτε στη δικαστική επιδίωξη και είσπραξή της, ο δε εκχωρητής αποξενώνεται από την εκχωρηθείσα απαίτηση μη δικαιούμενος να επιληφθεί αυτής.

Κατά δε την έννοια των διατάξεων των άρθρων 361 και 455 ΑΚ, υπό την προϋπόθεση του οριστού, αντικείμενο της εκχώρησης επιτρέπεται να είναι και μελλοντικές απαιτήσεις, δηλαδή απαιτήσεις οι οποίες θα γεννηθούν μελλοντικά από αιτία που ήδη υπάρχει (π.χ. μεταβίβαση μελλοντικών μισθωμάτων από μίσθωση που έχει ήδη καταρτισθεί), είτε θα γεννηθούν μελλοντικά από αιτία που επίσης θα γεννηθεί στο μέλλον (π.χ.

μεταβίβαση μισθωμάτων που θα προκύψουν από μελλοντική εκμίσθωση ορισμένου ακινήτου) (ΑΠ 311/2011). Η ενέργεια της παραπάνω εκχωρήσεως προϋποθέτει ότι στο μέλλον θα γεννηθεί η απαίτηση.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Μονομελές Εφετείο δίκασε την από 19-3-2013 και με αρ. κατ. 32/2013 έφεση του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, στρεφόμενη κατά της εκδοθείσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2882/2001), υπ’ αριθμ. 181/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που δέχτηκε την από 7-2-2011 και με αριθμό καταθέσεως ...2-2011 αίτηση των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, που αφορά διαφορά σχετική με την απόδοση του κατατεθέντος ποσού αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση (άρθρ. 8 παρ. 3, 18 παρ. 1 του Ν. 2882/2001), με την οποία οι αιτούντες-εφεσίβλητοι ζήτησαν να επιλυθεί η διαφορά που ανέκυψε μεταξύ των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αφ’ ενός, και του πρώτου των καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος, αφ’ ετέρου, σχετικά με την απόδοση του κατατεθέντος ποσού αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση και να διαταχθεί το τελευταίο να τους αποδώσει το ποσό των 7.806,59 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 10% επί του ποσού της Αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων λόγω δημόσιας ωφέλειας ακινήτων του καθολικού δικαιοπαρόχου τους Κ.

Ε., η οποία (αποζημίωση) παρακατατέθηκε σ’ αυτό από το βαρυνόμενο Ελληνικό Δημόσιο και το οποίο (ποσό των 7.806,59 ευρώ) παρακράτησε κατ’ εφαρμογήν της ...29-8-1994 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων των παραγράφων 1α και 6 του άρθρου 9 του ν. 1093/1980 από την αποζημίωση του δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων για να το αποδώσει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και απέδωσε το υπόλοιπο σ’ αυτόν, επειδή η παρακράτηση του ποσού αυτού έχει ως συνέπεια τη φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης.

Ειδικότερα το Εφετείο, σε σχέση με τα παραπάνω, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Από όλα τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ’ αριθ. .../6-5-1997 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.

απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημοσίας ωφέλειας υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου εδαφική έκταση εμβαδού 239.813,04 τ.μ. που βρίσκεται στο Αντίρριο Αιτωλοακαρνανίας. Με την υπ’ αριθ. 54/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου καθορίσθηκε η προσωρινή αποζημίωση και με την υπ’ αριθ. 628/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών η οριστική, αναγνωρίστηκε δε ως δικαιούχος ο Κ.

Ε., δικαιοπάροχος των εφεσιβλήτων, της υπ’ αριθ. 25 ιδιοκτησίας του κτηματολογικού πίνακα. Με την άνω απόφαση καθορισμού οριστικής αποζημίωσης ορίστηκε η αμοιβή του παρασταθέντος στις σχετικές δίκες δικηγόρου του, μέλους του Δικηγορικού ..., σε 100.000 δραχμές. Το Ελληνικό Δημόσιο, που βαρυνόταν με την καταβολή της αποζημίωσης, κατέθεσε το ορισθέν ποσό υπέρ του ανωτέρω στο καθ’ ου - εκκαλούν Ταμείο, το οποίο παρακράτησε από την αποζημίωση ποσοστό 10% από 7.806,59 ευρώ για να το αποδώσει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και απέδωσε το υπόλοιπο σ’ αυτόν.

Η παρακράτηση έγινε κατ’ εφαρμογή της ...1994 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 9 του ν. 1093/1980. Η παρακράτηση όμως του ποσού αυτού από την αποζημίωση του δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων έγινε από το καθ’ ου η αίτηση-εκκαλούν Ταμείο παρά το νόμο, αφού οι σχετικές με την παρακράτηση μέρους της αποζημίωσης, ως αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του διατάξεις είναι αντίθετες προς το άρθρο 17 του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 13/2000).

Επομένως, το πιο πάνω ποσό που παρακράτησε το καθ’ ου η αίτηση Ταμείο ήταν αποδοτέο σ’ αυτόν. Στις 5-8-2003 απεβίωσε ο Κ. Ε. και η αξίωσή του αυτή, προς απόδοση του παρακρατηθέντος από την αποζημίωση από την απαλλοτρίωση ποσού, μεταβιβάστηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 1710 επ. και 1846 επ. του ΑΚ στους αιτούντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του κατά ποσοστό 1/4 στον καθένα.

Άρα οι εφεσίβλητοι, ως κληρονόμοι του αρχικού δικαιούχου, δικαιούνται να απαιτήσουν την πληρωμή της αποζημίωσης από το καθ’ ου η αίτηση - εκκαλούν. Εξάλλου, το Νομικό Πρόσωπο "Δικηγορικός ..." έχει ήδη παραιτηθεί από κάθε απαίτηση, αξίωση και ένδικο μέσο για την πιο πάνω απαίτηση, όπως ρητά προκύπτει από το, από 9-10- 2012, ιδιωτικό συμφωνητικό υπογεγραμμένο από τον Πρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπο του ΝΠΔΔ "Δικηγορικός ..." και την από 5.12.2012 πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού ..., σύμφωνα με την οποία αποφασίστηκε ομόφωνα η παραίτηση από κάθε δικαίωμα και αξίωση και από κάθε ένδικο μέσο για τα επιδικασθέντα διά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (181/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου) ποσά.

Επομένως, σε κάθε περίπτωση, το εκκαλούν που προχώρησε στην άσκηση της κρινόμενης έφεσης εν γνώσει των ανωτέρω εγγράφων δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση αυτής". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχτηκε την ως άνω αίτηση και υποχρέωσε το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον να αποδώσει στους εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσίβλητους το παραπάνω ποσό σωστά ερμήνευσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις, απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος με τους οποίους υποστήριζε τα αντίθετα, καθώς και την έφεση στο σύνολό της κατ’ ουσίαν.

Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επειδή έκρινε ότι η παρακράτηση, κατ’ εφαρμογή της ...1994 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 9 του ν. 1093/1980, του ως άνω ποσού των 7.806,59 ευρώ από την αποζημίωση του δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων, έγινε από το καθ’ ου η αίτηση-εκκαλούν Ταμείο παρά το νόμο, αφού οι σχετικές με την παρακράτηση μέρους της αποζημίωσης, ως αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1093/ 1980, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν είναι αντίθετες προς το άρθρο 17 του Συντάγματος.

Το αναιρεσείον με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, το Εφετείο, με το να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση που διέταξε την απόδοση του παρακρατηθέντος ποσού στους αναιρεσίβλητους, αν και η σχετική απαίτηση, δυνάμει της από 20-11-1997 σύμβασης εκχωρήσεως μεταξύ του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και του δικηγόρου του Δ.

Π. είχε μεταβιβασθεί από τον πρώτο στον τελευταίο, στον οποίο θα έπρεπε να δεχτεί ότι επανέκαμψε η απαίτηση και όχι στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι δεν συνδέονταν με κάποιο συμβατικό δεσμό με το Δικηγορικό ..., αν ήθελε γίνει δεκτό, όπως δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η παραίτηση του Δικηγορικού ...

αφορούσε την όλη απαίτηση της δικηγορικής αμοιβής, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 455 και 460 ΑΚ. Ο λόγος, όμως, αυτός της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε παραδοχές ότι η σχετική απαίτηση, δυνάμει της επικαλούμενης από το αναιρεσείον από 20-11-1997 σύμβασης εκχωρήσεως μεταξύ του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και του δικηγόρου του Δ.

Π. είχε μεταβιβασθεί από τον πρώτο στον τελευταίο, ενώ στις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της εν λόγω απόφασης, ουδόλως γίνεται αναφορά για εκχώρηση και δεν υφίσταται τέτοια παραδοχή. Εξάλλου, αλυσιτελώς πλήττονται στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο λόγο οι επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες "το Νομικό Πρόσωπο Δικηγορικός ...

έχει ήδη παραιτηθεί από κάθε απαίτηση, αξίωση και ένδικο μέσο για την πιο πάνω απαίτηση, όπως ρητά προκύπτει από το, από 9-10-2012, ιδιωτικό συμφωνητικό υπογεγραμμένο από τον Πρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπο του ΝΠΔΔ "Δικηγορικός ..." και την από 5.12.2012 πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού ..., σύμφωνα με την οποία αποφασίστηκε ομόφωνα η παραίτηση από κάθε δικαίωμα και αξίωση και από κάθε ένδικο μέσο για τα επιδικασθέντα με την πρωτόδικη υπ’ αριθμ. 181/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου ποσά και συνεπώς σε κάθε περίπτωση, το εκκαλούν που προχώρησε στην άσκηση της κρινόμενης έφεσης εν γνώσει των ανωτέρω εγγράφων δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση αυτής", αφού η κατά τα ανωτέρω παραίτηση δεν αφορά στις σχέσεις μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, αλλά στις σχέσεις μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και του ν.π.δ.δ. "Δικηγορικός ..." που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης, πέραν του ότι οι αιτιολογίες αυτές δεν στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και όχι ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αλλά εκτίθενται εκ περισσού.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, ο προβαλλόμενος από το αναιρεσείον τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Δεν αποτελούν δε πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/1997), οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως, ήτοι ότι προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε επαναφερθεί νόμιμα στο δεύτερο βαθμό, αλλιώς ο λόγος είναι αόριστος, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις με στοιχ.

α’ έως γ’ προαναφερόμενες εξαιρέσεις του ως άνω άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα, με σχετικό λόγο της από 19-3-2013 έφεσής του, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η παρακράτηση της ένδικης δικηγορικής αμοιβής έγινε από το Τ.Π. & Δανείων λόγω της ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Κ.

Ε. και του δικηγόρου Δ. Π., που καταρτίστηκε με το από 20-6-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβικού δίκης, με το οποίο, αφ’ ενός μεν συμφωνήθηκε, η αμοιβή του Δ. Π. σε ποσοστό 10% επί της επιδικασθησομένης αποζημιώσεως που θα εισέπραττε ο Κ. Ε. από την προαναφερθείσα απαλλοτρίωση του ακινήτου του, αφ’ ετέρου δε ο τελευταίος (Κ.

Ε.) εκχώρησε στον πρώτο (Δ. Π.) το προαναφερόμενο ποσοστό από την μελλοντική απαίτηση αποζημίωσης στον Δ. Π., και της εν συνεχεία εκχωρήσεως από τον δικηγόρο Δ. Π. στις 18-11-1997 της αμοιβής του στο Δικηγορικό ..., ο οποίος αποδέχτηκε στις 20-11-1997 την εκχώρηση, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ...-1994 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και την υπ’ αριθμ. ...8-9-1994 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, αναγγέλθηκαν δε οι εκχωρήσεις προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων σύμφωνα με τα άρθρα 455 και 460 του Α.Κ., όπως αυτό προέκυπτε και από το με αριθ.

πρωτ. .../4-1-211 έγγραφο του Τ.Π. & Δανείων, και ως εκ τούτου δεν είχαν υποχρέωση να αποδώσουν την ένδικη δικηγορική αμοιβή στους αναιρεσίβλητους, αφού τελικός δικαιούχος της απαίτησης αυτής δεν ήταν αυτοί, δεδομένου ότι διά της εκχωρήσεως της απαιτήσεως από τον αναγνωρισθέντα ως δικαιούχο αποζημίωσης και δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Κ.

Ε., είχε αποκοπεί οριστικά κάθε νομικός δεσμός μεταξύ αυτού και επομένως και των αναιρεσιβλήτων κληρονόμων του και της ένδικης απαίτησης. Από την παραδεκτή, όμως, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των από 10-3-2011 προτάσεων - σημειώματος που υπέβαλε το αναιρεσείον ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου καθώς και της υπ’ αριθμ. 181/2011 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου), δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε το αναιρεσείον επικαλείται με τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης ότι τον φερόμενο ως αγνοηθέντα από το Εφετείο ισχυρισμό του είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός, εφόσον προτάθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, χωρίς το αναιρεσείον να ισχυριστεί ότι συνέτρεχε κάποια εξαιρετική προϋπόθεση του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ και κατ’ ορθή υπαγωγή μόνο από τον αριθμό 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την αίτηση των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε το υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../4-1-2011 έγγραφο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων που προσκομίστηκε από το αναιρεσείον για την απόδειξη του ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αμέσως παραπάνω ισχυρισμού του περί της παρακράτησης της ένδικης αμοιβής λόγω της ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των ανωτέρω και περαιτέρω εκχώρησης και ο οποίος αν λαμβανόταν υπόψη, θα επηρέαζε το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης υπέρ των απόψεών του και συγκεκριμένα ότι η παρακράτηση της ένδικης αμοιβής νομίμως έγινε από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για τον παραπάνω λόγο.

Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το αναιρεσείον προέβαλε παραδεκτώς τον ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου επικαλείται ότι προσκομίστηκε απ’ αυτό το ως άνω έγγραφο, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε απ’ αυτό ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με όσα κατά την ανάλυση του αμέσως προηγηθέντος αναιρετικού λόγου αναπτύχθηκαν και ως εκ τούτου δεν κατέστη αντικείμενο αποδείξεως, ανεξαρτήτως του ότι από τη ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε "από όλα τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους" δεν παραμένει καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το σχετικό έγγραφο.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 484/2011).

Τέλος, για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του ως άνω λόγου, απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.

Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/09, ΑΠ 364/08).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 9-10-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού υπογεγραμμένου από τον Πρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπο του ΝΠΔΔ "Δικηγορικός ..." και την από 5-12-2012 πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού ..., αφού απέδωσε στο ανωτέρω αποδεικτικό έγγραφο διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και, ακολούθως, στηρίζοντας το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά στο εν λόγω έγγραφο, έκρινε ότι το αναιρεσείον δεν είχε έννομο συμφέρον για την άσκηση της εφέσεώς του.

Ειδικότερα δε, δέχτηκε ως προς το περιεχόμενο του ως άνω συμφωνητικού ότι με αυτό αποφασίστηκε από τον εν λόγω Σύλλογο ομόφωνα η παραίτηση από κάθε δικαίωμα και αξίωση και από κάθε ένδικο μέσο για τα επιδικασθέντα διά της προσβαλλομένης ενώπιόν του υπ’ αριθμ. 181/2011 πρωτόδικης απόφασης ποσά, και, επομένως, ο Δικηγορικός ..., είχε ήδη, πριν την άσκηση της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, παραιτηθεί από κάθε απαίτηση, αξίωση και ένδικο μέσο για την απαίτηση της ένδικης δικηγορικής αμοιβής και ως εκ τούτου το αναιρεσείον δεν είχε έννομο συμφέρον στην άσκηση της εφέσεώς του, ενώ από το κείμενο του ως άνω εγγράφου δεν προκύπτει καμία απολύτως παραίτηση του Δικηγορικού ...

από κάθε απαίτηση και αξίωση για την απαίτηση της ένδικης δικηγορικής αμοιβής, όπως εσφαλμένως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, αλλά παραίτηση μόνον από τα επιδικασθέντα με την υπ’ αριθμ. 181/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου ποσά, η οποία απόφαση, όμως, δεν επεδίκασε υπέρ του κανένα ποσό, αλλά παρέπεμψε την εκδίκαση της αίτησης ως προς τον Δικηγορικό ...

στο Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου και επομένως, το αναιρεσείον είχε έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσής του, αφού η έλλειψη παραίτησης του Δικηγορικού ... από κάθε απαίτηση εκ της δικηγορικής αμοιβής ενείχε τον κίνδυνο, στην περίπτωση απόδοσης του ένδικου ποσού στους αναιρεσίβλητους, να υποχρεωθεί να καταβάλει εκ νέου το ίδιο ποσό στον ανωτέρω Δικηγορικό Σύλλογο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, πέραν του ότι με αυτόν αλυσιτελώς πλήττονται στην προκειμένη περίπτωση, για τους λόγους που αναφέρονται κατά την έρευνα του τέταρτου λόγου αναίρεσης, οι επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, περί παραίτησης του Δικηγορικού ... από κάθε απαίτηση, αξίωση και ένδικο μέσο για την πιο πάνω απαίτηση, με το υπογεγραμμένο από τον Πρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπο του ΝΠΔΔ "Δικηγορικός ..." από 9-10-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται ο προκείμενος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος και για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο εν λόγω έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος, και συνεπώς αβάσιμος, εφόσον το αναιρεσείον δεν προσκομίζει το επίμαχο έγγραφο.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να μην επιβληθούν, όμως, σε βάρος του αναιρεσείοντος δικαστικά έξοδα, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν, σύμφωνα με όσα στην αρχή της παρούσας εκτίθενται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-3-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 79/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ