Legislator Case Law & Legislation
569/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against real estate ownership judgment, upholding good faith acquisition by heirs.

Case Number 569/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling confirming the heirs' ownership of real estate. The heirs successfully argued they acquired title through good faith possession based on valid inheritance and sale documents, while the State contended otherwise. The court rejected the appeal because the lower court's findings on good faith and ownership were not subject to review and the State lost on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 498(1), 568(1), 4, 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the substantive judgment on good faith acquisition of property by heirs based on valid titles, and appeals challenging such findings without new evidence are inadmissible.

Keywords

AI generated
good faith acquisition heirs ownership real estate title substantive judgment appeal inadmissibility civil procedure property rights

Cited Legislation

AI generated
Article 498(1) of the Code of Civil Procedure
Article 568(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Judicial Organization Law
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice No. 134423/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 569 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 569/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Των αναιρεσίβλητων: 1)α.Σ. Κ. του Α. και β.Ε. Κ. κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων Δ. χήρας Α. Κ., 2)Ε. συζ. Ε. Γ., το γένος Β. Σ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Β. Σ., και 3)Ε. Θ. Γ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Χ. Γ.. Οι 1ος και 3η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Άρη Τσουκαλά, που ανακάλεσε την από 16-9-2016 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η 2η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ζωή Παραλίδου-Δερμιτζάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η 1β των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Κοινοποιουμένη προς: 1.Ε. θυγ. Θ. Σ. κάτοικο ... 2.Χ. θυγ. Θ. Σ., κάτοικο ..., 3.Ά. θυγ. Θ. Σ., κάτοικο ..., 4.Ό. χήρα Γ. Σ., κάτοικο ..., 5.Ε. Γ. Μ., τέως συζ. Α. Σ., κάτοικο ...,6.Μ.-Μ. Ν. Ν., κάτοικο ..., 7.Ε. Χ. Ζ., κάτοικο ..., 8.Α. χήρα Ε. Α., κάτοικο ..., 9.Γ. Ε. Α., κάτοικο ..., 10.Ι. Χ. του Ν., κάτοικο ..., ως κληρονόμο της αποβιωσάσης μητρός του Κ. συζ. Ν. Χ., 11.Δ. συζ. Γ. Π., κάτοικο ..., 12.Δ. Ε. Λ., κάτοικο ..., 13.Χ. συζ. Σ. Μ., κάτοικο ..., 14.Σ. συζ. Π. Μ., κάτοικο ..., και 15.Ε. συζ. Σ. Β., κάτοικο ....

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-1962 αγωγή των προς ους η κοινοποίηση, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13.458/1963 μη οριστική και 794/2009 του ιδίου Δικαστηρίου, 1428/2010 του Εφετείου Αθηνών που κήρυξε καταργημένη τη δίκη που ανοίχθηκε με την έφεση του εκκαλούντος. Οι ήδη αναιρεσίβλητοι επανέφεραν με την από 23-11-2010 κλήση, την υπόθεση για συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.

Εκδόθηκε η 3205/2011 απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 1-11-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 4-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 ΚΠολΔ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη (αρχική).

Αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, από το οικείο πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εκ των αναιρεσιβλήτων Ε. Κ. του Α. τόσο κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως δικάσιμο της 13-1-2016, όσο και κατά την προκείμενη νέα, μετ' αναβολή από εκείνη, δικάσιμο της 21-9-2016, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.

Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας προκύπτει ότι την αρχική συζήτηση είχαν επισπεύσει οι πρώτος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων και ότι η απολιπόμενη ως άνω αναιρεσίβλητη Ε. Κ. είχε κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο (13-1-2016) νόμιμα και εμπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, από την υπ' αριθμ. 5020 γ'/12-10-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Δ.

Κ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι ως άνω δύο αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 1-11-2013 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3205/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα της 13-1-2016 και κλήση προς την ως άνω αναιρεσίβλητη Ε.

Κ. για να παραστεί κατά τη συζήτησή της στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προσωπικά σ' αυτήν. Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' ΚΠολΔ).- Από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 του Α.Κ. προκύπτει ότι, για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας.

Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστεως, αυτό συντρέχει όταν ο νομέας, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει κατά την κτήση της νομής την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα. Το δικαστήριο της ουσίας πρέπει μεν να εξειδικεύει στην απόφασή του τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της καλής πίστεως, χωρίς να αρκεί η απλή χρήση του όρου αυτού, αν όμως περιοριστεί στο τελευταίο δεν παραβιάζει ευθέως τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1041, 1042 και 1044 Α.Κ., αλλά υποπίπτει ενδεχομένως μόνο στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αφού έτσι η απόφασή του είναι δυνατόν να μην έχει νόμιμη βάση, λόγω ελλείψεως της απαιτούμενης κατά τις περιστάσεις αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή του συγκεκριμένου αυτού όρου εφαρμογής των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων.

Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την από 31-1-1962 ένδικη αρνητική αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αρχικώς εναγόντων Γ.

Σ. κλπ και την ένσταση ιδίας κυριότητας των αρχικώς εναγομένων Α. Σ. Κ., Β. Σ. Σ. και Χ. Γ. Γ., στη θέση των οποίων υπεισήλθαν ως καθολικοί διάδοχοί τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει της υπ' αριθμ. 18507/16.2.1900 περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως του τότε συμβολαιογράφου … Ν. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων, στον τόμο …' και με αριθμό 147, ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Θ. Σ. έγινε κύριος μιας αμπέλου, κειμένης στη θέση "Μ." Α., εκτάσεως πέντε (5) περίπου στρεμμάτων.

Επί της αμπέλου αυτής ο Θ. Σ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1.7.1900 συμβολαίου του αυτού, ως άνω, συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, συνέστησε εμφυτευτικό δικαίωμα στο προαναφερόμενο ακίνητο υπέρ του Ι. Μ., απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγομένων. Με το αυτό συμβόλαιο καθορίστηκε η ποσότητα του σταφυλοκάρπου, την οποία δικαιούτο να λαμβάνει, ως εμφυτευτικό κανόνα ο ψιλός κύριος, η καταβολή του οποίου ορίστηκε να αποδεικνύεται μόνο με έγγραφο.

Στις 18.2.1925 απεβίωσε ο Θ. Σ. και η περιουσία αυτού, μεταξύ των οποίων και η εν λόγω άμπελος, περιήλθε στα τέκνα του Γ. και Ε. Σ. (πρώτο και δεύτερη των εναγόντων) δυνάμει της από 15.8. 1924 ιδιογράφου διαθήκης, η οποία δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 517/1925 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο Ι. Μ. από κοινού και με άλλους εμφυτευτές με την από 23.6.1927 αίτησή τους ζήτησαν - σύμφωνα με τις διατάξεις του τότε ισχύοντος Νόμου 2189/1920 - να καθοριστεί η κατά.

στρέμμα καταβλητέα αποζημίωση για τη ψιλή κυριότητα των αμπέλων, επί . των οποίων είχαν εμφυτευτικό δικαίωμα. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 23/1929 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, η οποία καθόρισε την αποζημίωση σε 3.500 δραχμές κατά στρέμμα. Την προσδιορισθείσα αυτή αποζημίωση ο Ι. Μ. δεν κατέβαλε στους Γ.

και Ε. Σ. εντός της νόμιμης προθεσμίας των έξι ετησίων δόσεων, αλλά συνέχισε να καταβάλει, κατ' έτος, τον αρχικώς προσδιορισθέντα εμφυτευτικό "κανόνα". Ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του εμφυτευτή (Ι. Μ.) και των ψιλών κυρίων (Γ. και Ε. Σ.) περί εξοφλήσεως της αποζημιώσεως που είχε καθορίσει η προαναφερόμενη απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, όπως ο πρώτος ισχυρίστηκε, με παράδοση σταφυλοκάρπου δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, οι ψιλοί κύριοι, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../7.10.1936 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου … Σ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησαν, μεταξύ άλλων κληρονομιαίων ακινήτων, και την επίδικη άμπελο με το βάρος της εμφυτεύσεως υπέρ του Ι. Μ. στους Δ., Β., Σ., Γ. και Π. Ν. Μ. προς τους οποίους παρέδιδε, έκτοτε ο εμφυτευτής τον εμφυτευτικό "κανόνα".

Οι παραπάνω - ψιλοί κύριοι και εμφυτευτής - κατά της υπ' αριθμ. 23/1929 αποφάσεως του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών άσκησαν τις από 23.1.1940 και 4.2.1940, αντίστοιχα, εφέσεις. Οι εφέσεις αυτές δεν εκδικάσθηκαν λόγω της Γερμανικής κατοχής. Ο εμφυτευτής, όμως, (Ι. Μ.) δυνάμει του υπ' αριθμ. 221198/27.3.1943 γραμματίου του Ταμείου Παρακαταθηκών προέβη στην παρακατάθεση, στο όνομα των ψιλών κυρίων (Γ.

και Ε. Σ. και κληρονόμων Ν. Μ.) 17.500 δραχμών, πληθωριστικών, πλέον, προς εξόφληση της αποζημίωσης που είχε καθορίσει η ως άνω υπ' αριθμ. 23/1929 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και στη συνέχεια προέβη στη μεταγραφή της τελευταίας και της υπ' αριθμ. 12309/1943 πράξεως του τότε συμβολαιογράφου … Γ. Μ., με την οποία κατατέθηκε σε αυτόν το προαναφερόμενο γραμμάτιο παρακαταθήκης.

Επομένως, καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα (1929 έως 1943) ο εμφυτευτής Ι. Μ. ενέμετο την επίδικο άμπελο όχι ως κύριος αλλά ως δικαιούχος του εμφυτευτικού δικαιώματος. Έκτοτε, παρότι δεν κατέβαλε κανένα ποσό στους ψιλούς κυρίους εξακολουθούσε να νέμεται το επίδικο ακίνητο μέχρι το έτος 1951 όταν, δυνάμει του υπ' αριθμ. 3189/1951 συμβολαίου του τότε συμβ/φου … Α.

Σ. Ε., που μεταγράφηκε νόμιμα, το μεταβίβασε, λόγω προικός, στο σύζυγο της κόρης του Α. Κ. (πρώτο εναγόμενο). Αυτός δε άρχισε να νέμεται την επίδικη άμπελο από το έτος 1951 με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο (το ως άνω προικοσυμβόλαιο) συνεχώς, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής ήτοι μέχρι 31.1.1962, χωρίς ποτέ να οχληθεί από οποιονδήποτε.

Συγκεκριμένα, περιποιείτο τα ελαιόδενδρα, που υπήρχαν εντός του επιδίκου, κατασκεύασε μικρό κτίσμα για τις στεγαστικές του ανάγκες, το οποίο φρόντιζε. Στη συνέχεια, ο Α. Κ. δυνάμει του υπ' αριθμ. 3752/1952 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου … Σ. Ε., που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε τμήμα της επιδίκου αμπέλου, εκτάσεως ενός (1) στρέμματος, στον Β.

Σ., ο οποίος ακολούθως πώλησε το ήμισυ αυτού στο Χ. Γ., δυνάμει του υπ' αριθμ. 3852/1952 συμβολαίου, του αυτού, ως άνω, συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Οι τελευταίοι (Β. Σ. και Χ. Γ.) συνέχισαν με τα ίδια προσόντα να νέμονται τα αγορασθέντα από αυτούς τμήματα της επιδίκου αμπέλου, μέχρι τον προαναφερόμενο χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής.

Περαιτέρω, ο προικολήπτης Α. Κ. πώλησε και έτερο τμήμα της επιδίκου αμπέλου στον Σ. Σ., δυνάμει του υπ' αριθμ. 4138/1952 συμβολαίου του ιδίου συμβολαιογράφου … και αυτός το εν λόγω τμήμα μεταβίβασε στις Ε. Γ. και Α. συζ. Ν. Κ. δυνάμει των υπ' αριθμ. 5315/1958 και 6306/1958 συμβολαίων του τότε συμβολαιογράφου … Κ. Κ., που μεταγράφηκαν νόμιμα.

Σημειώνεται ότι οι τελευταίοι δεν ενάγονται με την ένδικη αγωγή, παρότι νεμήθηκαν τα αγορασθέντα απ' αυτούς τμήματα μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (31.1.1962). Επομένως ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου (για τον οποίο είχε τάξει θέμα αποδείξεως η υπ' αριθμ. 13458/1963 προδικαστική απόφαση) είναι βάσιμος κατ' ουσίαν.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αρνητική αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αρχικώς εναγόντων, μεταξύ των οποίων και η Ε. χήρα Δ. Μ., της οποίας το αναιρεσείον είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος βάσει της υπ' αριθμ. 1107/1976 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, θεμελιούμενη επί των διατάξεων του άρθρου 127 του ΕισΝΑ.Κ., κατά παραδοχή ένστασης των αρχικώς εναγομένων, περί αποκτήσεως απ' αυτούς της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με τακτική χρησικτησία, και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Ενόψει αυτών, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πρέπει, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ., να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί τελικά δεν προσδιορίζονται διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν ευθέως, καθώς και το σφάλμα του Εφετείου ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Σε κάθε δε περίπτωση, αν ήθελε θεωρηθεί ότι ως διατάξεις που παραβιάστηκαν ευθέως είναι εκείνες των άρθρων 1041, 1042 και 1044 Α.Κ., που αναφέρονται στο αναιρετήριο, ο λόγος αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, σύμφωνα με όσα στο πρώτο τμήμα της προτασσόμενης σκέψεως διαλαμβάνονται, με τη χρήση του όρου της καλής πίστεως στην προσβαλλόμενη απόφαση αποκλείστηκε η με αυτήν ευθεία παραβίαση των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1033, 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ προκύπτει ότι η κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία προϋποθέτει: α) άσκηση νομής, ήτοι διενέργεια υλικών, εμφανών και συνεχών πράξεων, όπως η καλλιέργεια αγροτεμαχίου, η επίβλεψη, η ανοικοδόμηση επ' αυτού κτίσματος, η επιμέλεια του καθαρισμού του, που εκδηλώνουν τη βούληση εξουσιάσεως του νομέα επί του ακινήτου, β) νόμιμο τίτλο, ήτοι νομικό γεγονός κατάλληλο, κατ' αρχήν, να προσπορίσει κυριότητα στον αποκτώντα, όπως είναι λ.χ.

η πώληση, εφόσον έγινε με συμβολαιογραφικό έγγραφο νομίμως μεταγεγραμμένο, ανεξαρτήτως αν ο πωλητής ήταν ή όχι κύριος του πωληθέντος ακινήτου, γ) νομή του πράγματος επί μια δεκαετία, η οποία αρχίζει από τη μεταγραφή του τίτλου και συμπληρώνεται με την παρέλευση της αντίστοιχης ημερομηνίας του τελευταίου έτους (άρθρα 241 παρ.1, 243 παρ.3 Α.Κ., 144 και 145 παρ.1 ΚΠολΔ.), δ) πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και ε) καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, την οποία συνιστά η πεποίθηση του νομέα, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα κατά νόμιμο τρόπο και η οποία πρέπει να συνδέεται με το νόμιμο τίτλο, λ.χ.

ο αγοραστής ακινήτου να έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα με την πώληση και τη μεταγραφή του οικείου συμβολαίου (Α.Π. 961/2010, Α.Π. 1154/2003). Τη συνδρομή της καλής πίστης, ενόψει της φύσεώς της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα (Α.Π.1255/2004, Α.Π. 1291/2011).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.

Α.Π.24/1992, Α.Π. 2099/2009, Α.Π. 456/2015). Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, άλλως ανεπαρκούς αιτιολογίας για το ουσιώδες ζήτημα της απόδειξης του χρόνου έναρξης της χρησικτησίας, των πράξεων νομής που διενεργήθηκαν στο επίδικο και της καλής πίστεως στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες επί των προαναφερόμενων στοιχείων (χρησικτησίας, νομής και καλής πίστεως),ως ορισμένων από τις προϋποθέσεις για την κτήση κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου κατά τα 50/1000 εξ αδιαιρέτου, που ανήκαν στην πέμπτη των αρχικώς εναγόντων Ε.

χήρα Δ. Μ., άμεση δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος, με βάση την τακτική χρησικτησία, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, που εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. Ειδικότερα, οι ως άνω πραγματικές του διαπιστώσεις ανταποκρίνονται πλήρως στις άνω προϋποθέσεις για την εκ μέρους των αρχικώς εναγομένων απόκτηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με τακτική χρησικτησία, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται:

α) η επί δεκαετία από τη μεταγραφή του υπ' αριθμ. 3189/1-6-1951 προικοσύμφωνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου … Σ. Ε., νόμιμα μεταγραφέντος στις 4-7-1951 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τόμο … και με αριθμό 424) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (6-2-1962), άσκηση συγκεκριμένων πράξεων νομής απ' αυτούς (δικαιοπαρόχους των ήδη αναιρεσίβλητων), χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, β) ο νόμιμος τίτλος (δηλαδή τα νομίμως μεταγεγραμμένα ως άνω προικοσύμφωνο και πωλητήρια συμβόλαια) και γ) η κατά το χρόνο της κτήσεως της νομής (αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας) ύπαρξη στο πρόσωπό τους καλής πίστης, δηλαδή πεποιθήσεώς τους ότι απέκτησαν την κυριότητα με τη σύσταση της προίκας και την πώληση, αντίστοιχα, και τη μεταγραφή των πιοπάνω οικείων συμβολαίων και ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων προσώπων, διαλαμβάνοντας έτσι και τα περιστατικά τα οποία συγκροτούν στη συγκεκριμένη περίπτωση την καλή πίστη ως πεποίθηση, μη οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά τους, ότι αυτοί με βάση τους παραπάνω νόμιμους τίτλους απέκτησαν στο επίδικο την κυριότητα, με την προσαύξηση στο χρόνο νομής τους και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον ίδιο λόγο, υπό την επίκληση του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολογίας του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων καθώς και σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς στήριξη των απόψεών του ότι η δικαιοπάροχός του δεν απώλεσε τη νομή του επιδίκου, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.).

Τέλος, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσβάλλεται μη πραγματική παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και αναφέρθηκε παραπάνω, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσίβλητων απέκτησαν το επίδικο με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας και όχι με έκτακτη χρησικτησία, όπως διατείνεται το αναιρεσείον.

Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του, πρέπει, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, να απορριφθεί ως αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δηλαδή σε μη πραγματική παραδοχή του Δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της.

Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ,191 παρ.2 ΚΠολΔ.), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-11-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Σ. Κ. του Α. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3205/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ για τους αναιρεσίβλητους Σ. Κ. και Ε. Γ. και σε τριακόσια (300) ευρώ για τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ε. , Ε. Γ..-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ