Legislator Case Law & Legislation
569/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract duration, upholding lower court's finding of fixed-term contracts.

Case Number 569/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting his claim for an indefinite-term employment contract. The appellant argued he worked as an office clerk, but the court found his employment was strictly tied to the temporary needs of a construction site, with working days fluctuating between four and twenty-three per month. Consequently, the court ruled that the relationship constituted fixed-term contracts for one-day work to meet temporary demands, rejecting the claim of a de facto indefinite contract.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 11; Article 8, paragraph 3 of Law 2112/1920: The Supreme Court may annul a judgment if the court of first instance failed to consider all evidence lawfully submitted, specifically sworn statements, and if the lower court's finding on the duration of the employment contract violates the statutory prohibition on indefinite-term contracts.

Keywords

AI generated
labor contract duration fixed term employment indefinite term contract sworn statements evidence temporary construction needs de facto indefinite contract appeal annulment grounds

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 339, 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11 of the Code of Civil Procedure
Article 671, paragraph 1, item gamma of the Code of Civil Procedure
Article 8, paragraph 3 of Law 2112/1920
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 569 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 569/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζερδελή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΕΓΑΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (ΔΕΠΟΣ ΑΕ)", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λιακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 407/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-2-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 13-1-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις.

Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ.

γ' αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο, εφόσον βέβαια είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους.

Σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων είναι όταν αυτή είναι ειδική, δηλαδή όταν στην απόφαση γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις, για τη λήψη των οποίων τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, χωρίς όμως να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές. Στην προκείμενη υπόθεση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως από τον αρ. 11 περ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι τούτο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τη φύση της εργασίας του, δεν έλαβε υπόψη τις με αριθμούς ...-..., ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ... και ..., τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε και οι οποίες λήφθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Δράμας μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης.

Όμως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για τη θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, καθώς και τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες ρητά μνημονεύονται. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις εκτελέσεως μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Εξάλλου από το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, αρθ. 11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι "οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου", προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1,2,3 του ν. 2112/1920 ή 1,3,5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζόμενου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.

Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ.Ν.ΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνον εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, και ακόμη (όταν) ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεση της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Η παραπάνω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως γιατί με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.

Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης που συνδέει τους συμβαλλόμενους γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, για να κριθεί με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες της απόφασης, η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμα της στο οποίο η απόφαση στήριξε το νομικό συμπέρασμα της.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατά ανέλεγκτη κρίση τα εξής:

Η αναιρεσίβλητη, είναι Ανώνυμη εταιρία που συστήθηκε με το ν. 446/1976 και λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος με σκοπό μεταξύ άλλων την οργανωμένη κατασκευή και προσφορά κατοικίας, καθώς και την εκτέλεση των απαιτουμένων για την εξασφάλιση κατάλληλου πολεοδομικού περιβάλλοντος πάσης φύσεως έργων συναρτώμενων προς την κατασκευή ολοκληρωμένων μονάδων, εποπτευόμενη από το κράτος.

Έδρα αυτής έχει ορισθεί ο Δήμος ..., με απόφαση όμως του Διοικητικού της συμβουλίου μπορεί να ιδρύονται υποκαταστήματα της εταιρίας στην Ελλάδα ή την αλλοδαπή για την εξυπηρέτηση του έργου της. Επίσης για τον ίδιο λόγο, πάλι με απόφαση του ΔΣ μπορούν να ιδρύονται γραφεία και εργοτάξια όπου κριθεί αναγκαίο.

Στα πλαίσια του καθοριζόμενου από τον ως άνω νόμο και τα ΠΔ 811/1980 και 158/1997 σκοπού και δραστηριοτήτων της, η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την εκτέλεση τριών έργων στη ... και δη, α) την ανάπλαση πηγών ..., β) στο ... και γ) στο ..., για την εξυπηρέτηση δε των λειτουργικών της αναγκών ίδρυσε γραφείο στη ... καθώς και εργοτάξια στις γύρω περιοχές.

Για τις ανάγκες του γραφείου προσέλαβε υπαλλήλους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ενώ για τη λειτουργία των εργοταξίων προσλάμβανε καθημερινά με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μίας ημέρας, εργάτες και τεχνίτες προς κάλυψη των εκάστοτε αναγκών, αντί των προβλεπομένων από την ΕΣΣΕ για τους απασχολούμενους εργατοτεχνίτες στα οικοδομικά επαγγέλματα ημερησίων μικτών αποδοχών.

Τον Αύγουστο του 1986, κατά την έναρξη της λειτουργίας του εργοταξίου της που λειτουργούσε στις πηγές ..., για την εκτέλεση του έργου της ανάπλασης πηγών ..., προσέλαβε εργατοτεχνίτες με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μίας ημέρας. Μεταξύ των άλλων εργατοτεχνιτών προσέλαβε και τον αναιρεσείοντα για να εργαστεί στο ανωτέρω εργοτάξιο με σύμβαση επίσης μίας ημέρας αντί ημερομισθίου προσδιοριζόμενο με τον αυτό τρόπο και με ημερήσια απασχόληση 8 ωρών ...

Στη συνέχεια και μέχρι 31-12-2003 όταν έπαψε η λειτουργία του εργοταξίου, σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες του εργοταξίου καταρτιζόταν μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου μίας ημέρας σε εκτέλεση των οποίων ο αναιρεσείων προσέφερε με τους προαναφερόμενους όρους τις υπηρεσίες του ως εργάτης ή βοηθός τεχνίτη ή τεχνίτης στο ανωτέρω εργοτάξιο.

Η κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων γινόταν κατά κανόνα προφορικά εκτός από τις από 2-4-1993, 17-11-1997, 1-8-1998, και 1-12-1998, από την επισκόπηση του περιεχομένου των οποίων προκύπτει ότι αυτές είναι πανομοιότυπες και περιλαμβάνουν στο κείμενο τους, τους ως άνω όρους και ειδικότερα τον τόπο εργασίας που είναι το ανωτέρω εργοτάξιο της Δράμας καθώς και τη χρονική διάρκεια της συμβάσεως στο σχετικό όρο της οποίας αναγράφεται "Ο χρόνος της σύμβασης ορίζεται με την κάθε ημέρα απασχόλησης, δηλαδή ο εργοδότης πριν τη λήξη του ωραρίου της ημέρας ενημερώνει τον εργαζόμενο για την επόμενη ημέρα.

Εφόσον ο εργαζόμενος δεν ενημερωθεί από τον εργοδότη εξυπακούεται ότι δεν θα προσέλθει για εργασία", ενώ όσον αφορά τη συμφωνηθείσα αμοιβή αναγράφεται στον αντίστοιχο όρο "Οι ημερήσιες αποδοχές του απασχολούμενου καθορίζονται από την ΕΣΣΕ των απασχολουμένων εργατοτεχνιτών στα οικοδομικά επαγγέλματα".

Οι συμβάσεις αυτές καταρτιζόταν σύμφωνα με το άρθρο 13 εδ. α' του ΠΔ 811/1980, στο οποίο προβλεπόταν η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού για την ικανοποίηση πρόσκαιρων αναγκών, ενώ μετά την ισχύ του ΠΔ 158/25-6-1997 με το οποίο μετατράπηκε η αναιρεσίβλητη σε ανώνυμη εταιρία κατ' εφαρμογή του άρθρου 25 παρ. 5 εδ. α' του καταστατικού.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων από της προσλήψεως του, έως την 31-12-2003 που έπαυσε η λειτουργία του εργοταξίου, εργαζόταν μεν στο εν λόγω εργοτάξιο όχι όμως όλους τους μήνες και όχι 25 ημέρες κάθε μήνα δεδομένου ότι υπήρξαν μήνες που δεν εργάστηκε καθόλου (Ιανουάριος, Φεβρουάριος και Μάρτιος του έτους 1993), ενώ ως προς τους υπόλοιπους μήνες υπήρχε διαφοροποίηση ως προς τον αριθμό ημερών εργασίας ανερχόμενες από τέσσερις (4) μέχρι είκοσι τρεις (23) ... (αναφέρονται αναλυτικά οι ημέρες εργασίας του αναιρεσείοντος, καθώς και τα μη αμφισβητούμενα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη το Εφετείο).

Εκ των ανωτέρω είναι προφανές ότι η μεταξύ των διαδίκων κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας καθοριζόταν από τις ημερήσιες πρόσκαιρες ανάγκες στο εργοτάξιο της αναιρεσίβλητης. Μετά την διακοπή των εργασιών του εργοταξίου ο αναιρεσείων δεν απασχολήθηκε σ' αυτό, ούτε εξάλλου άλλος εργαζόμενος, ούτε μετατάχθηκε κάποιος εργαζόμενος σε άλλη υπηρεσία.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε ότι η σχέση εργασίας που συνέδεε τους διαδίκους ολόκληρο το πιο πάνω χρονικό διάστημα ήταν αυτή της συμβάσεως ορισμένου χρόνου μίας ημέρας που ικανοποιούσε τις πρόσκαιρες ανάγκες που ανέκυπταν κατά την εκτέλεση του έργου, οι οποίες δεν μπορεί να χαρακτηριστούν πάγιες και διαρκείς καθόσον δεν υπήρχαν αυτές όλες τις ημέρες κάθε μήνα, μετά δε την περάτωση του έργου και την παύση της λειτουργίας του εργοταξίου δεν υφίσταται πλέον περίπτωση εξυπηρετήσεως τέτοιων αναγκών.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν εργαζόταν ως εργατοτεχνίτης αλλά ως υπάλληλος στο γραφείο της Δράμας δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ... . Η σύναψη δε συμβάσεων μίας ημέρας δεν έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 περί καταγγελίας των αορίστου διαρκείας συμβάσεων εργασίας και συνεπώς οι ως άνω συμβάσεις του αναιρεσείοντος δεν αποτελούν πρόσληψη αυτού με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε έχουν μετατραπεί οι ορισμένου χρόνου επίδικες συμβάσεις εργασίας σε αορίστου, ώστε να υφίσταται εν προκειμένω άκυρη σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης.

Μετά ταύτα το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, ούτε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού περιέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-2-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 407/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ