Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and lack of legal basis grounds regarding property ownership. The court rejects the appeal, ruling that the second ground lacks legal basis as the lower court's reasoning was not contradictory, and the first ground is inadmissible due to vagueness and failure to specify the exact claim regarding inadmissible evidence. The court held that the appeal must explicitly state if the argument was presented at the trial court, and vague claims regarding inadmissible evidence are rejected unless they fall under specific exceptions. The court dismissed the appeal, ruling that the second ground lacked legal basis as the lower court's reasoning was not contradictory, and the first ground is inadmissible due to vagueness and failure to specify the exact claim regarding inadmissible evidence. The court held that the appeal must explicitly state if the argument was presented at the trial court, and vague claims regarding inadmissible evidence are rejected unless they fall under specific exceptions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Second Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court erred by considering inadmissible witness depositions and that its reasoning was contradictory, but the court found the first claim inadmissible for being vague and the second claim unfounded. The court ruled that the appeal must explicitly state whether the argument was presented at the trial court, and vague claims regarding inadmissible evidence are rejected unless they fall under specific exceptions.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 562(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the ground relies on an argument not legally proposed at the trial court, and an appeal lacking specific details regarding the proposed argument is rejected as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 569 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 569/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Χρυσούλα Τσιαβού Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2001 προδικαστική, 46/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 636/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-9-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 26-11-2007 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της από 7-9-2006 αιτήσεως αναιρέσεως της 636/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νομίμου Βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρόταση της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 12/2006 ΝοΒ 54.814).
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, σχετικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος, τα εξής : "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "......." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας Αγγελοκάστρου και ήδη Δήμου Αγγελοκάστρου.
Αυτό αποτελεί αγροτική έκταση επιφανείας 240 στρεμμάτων και συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 239,50 μ. με έκταση του Ελληνικού Δημοσίου ήδη έκταση που διανεμήθηκε σε ακτήμονες, νοτιοανατολικά σε πλευρά πολλαπλώς τεθλασμένη με ευμεγέθη τάφρο Δημοτικού, ανατολικά και από βορρά προς νότο σε πλευρά μήκους 896,50 μ.
με εκτάσεις που παραχωρήθηκαν σε ακτήμονες και στη συνέχεια με ιδιοκτησίες ....., άγνωστου, ......, άγνωστου και ....... και δυτικά σε πλευρά μήκους 1.128,70 μ. με εκτάσεις που παραχωρήθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο σε ακτήμονες και εκείθεν με αγροτικό δρόμο προς ...... σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Αγρινίου .......
Το παραπάνω επίδικο ακίνητο αρχικά αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης ιδιωτικής εκτάσεως 750 και πλέον στρεμμάτων, η οποία απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για το τμήμα της πέραν των 240 στρεμμάτων με την υπ' αριθμ. 188412/15.9.1952 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας για τις ανάγκες των ακτημόνων της περιοχής. Το επίδικο ακίνητο ανήκε αρχικά στους κληρονόμους ......
και από το έτος 1939 στο βιομήχανο Γ1, πρόεδρο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΠΟΞΗΡΑΝΣΕΩΣ και ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΛΥΣΙΜΑΧΙΑ Α.Ε.", ο οποίος αγόρασε την έκταση αυτή για τις ανάγκες της εταιρείας του. Στις .... καταρτίστηκε μεταξύ του ......., κατοίκου ......, ως πληρεξούσιου της εδρεύουσας στην Αθήνα οδός Δραγατσανίου 8 ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.Ε.
Λυσιμαχία" και του Χ-πατέρα του ενάγοντος, κατοίκου ......., το με την ίδια ημεροχρονολογία συμφωνητικό, με το οποίο η παραπάνω ανώνυμη εταιρεία, η οποία είχε στην κυριότητα της 250 στρέμματα στη θέση "...." Κοινότητας Καλυβιών Αγρινίου, εκμίσθωσε στο δεύτερο συμβαλλόμενο τα 230 στρέμματα, παρακρατώντας έτσι 20 στρέμματα.
Η διάρκεια της μισθώσεως αυτής ορίστηκε τετραετής με χρόνο ενάρξεως την 1η.10.1960 και χρόνο λήξεως την 31η. 10.1964. Με το παραπάνω συμφωνητικό ο μισθωτής ανέλαβε την υποχρέωση με δικές του δαπάνες και φροντίδα να καθαρίσει αυτό από τα υδροχαρή φυτά (ψαθιά κλπ.) που φύονταν εντός αυτού και έτσι να το κάνει κατάλληλο για καλλιέργεια.
Ενόψει της αξιοποιήσεως του μισθίου από τον παραπάνω μισθωτή συμφωνήθηκε το αναφερόμενο στο παραπάνω συμφωνητικό μίσθωμα. Εξάλλου, στο προσκομιζόμενο από το Ελληνικό Δημόσιο παραπάνω συμφωνητικό, εκτός των δύο συμβαλλομένων, υπέγραψε και ο Δ1, κάτοικος ......., ο οποίος δήλωσε ότι εγγυάται για το μισθωτή υπέρ της εκμισθώτριας ανώνυμης εταιρείας για την εκπλήρωση των όρων του συμφωνητικού αυτού.
Μάλιστα ο αναγραφόμενος στο παραπάνω συμφωνητικό ως εγγυητής Δ1 στην από 25.10.2000 ένορκη κατάθεση του ενώπιον του εφοριακού υπαλλήλου ...... και του υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Αιτωλοακαρνανίας κατέθεσε περί της μισθώσεως αυτής. Μετά τη λήξη της παραπάνω μισθώσεως στις 31.10.1964 ο πατέρας του ενάγοντος Χ παρέμεινε στο επίδικο ακίνητο με την έννομη σχέση της μισθώσεως, η οποία κατέστη αορίστου χρόνου.
Στη συνέχεια δυνάμει του υπ' αριθμ. ...... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Νικόλαου Αναστασάκη που μεταγράφηκε νόμιμα ο Γ1 αγόρασε το επίδικο ακίνητο από τους εκκαθαριστές και νόμιμους εκπροσώπους ...... και ........ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.Ε. ΑΠΟΞΗΡΑΝΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ Η ΛΥΣΙΜΑΧΙΑ".
Μετά την μεταβίβαση αυτή ο πατέρας του ενάγοντος Χ μίσθωνε το επίδικο από το Γ1 και στη συνέχεια το ακίνητο αυτό μίσθωνε από το νέο ιδιοκτήτη του ο ενάγων. Μάλιστα ο τελευταίος πλήρωνε στον ΤΟΕΒ Λυσιμαχίας με έδρα το ..... αρδευτικά τέλη για κάθε καλλιεργητικό έτος από το 1983 έως και το 1999. Στις 11.10.1984 πέθανε στην Αθήνα ο Γ1.
Μετά το θάνατο του οι κληρονόμοι του αποποιήθηκαν την κληρονομιά του εξαιτίας των χρεών που τους άφησε. Στη συνέχεια με βάση την υπ' αριθμ. ..... αίτηση το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε να βεβαιωθεί ότι μόνος κληρονόμος του παραπάνω θανόντος είναι αυτό. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ1 αριθμ. 4920/1992 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε πρόσκληση σε όσους αξίωναν κληρονομικό δικαίωμα επί της κληρονομιάς του Γ1 να αναγγείλουν το δικαίωμα τους αυτό με δήλωση στο Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού.
Μετά την έκδοση της παραπάνω αποφάσεως νόμιμα εισήχθη προς περαιτέρω συζήτηση η παραπάνω αίτηση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου με την από 1.7.1993 κλήση του. Έτσι επί της παραπάνω υπ' αριθμ. 4693/13.8.1992 αιτήσεως εκδόθηκε η υπ1 αριθμ. 4723/1993 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση αυτή και βεβαίωσε ότι, εκτός του Ελληνικού Δημοσίου, δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος του Γ1 και διέταξε το Γραμματέα του παραπάνω δικαστηρίου να χορηγήσει στο Ελληνικό Δημόσιο πιστοποιητικό (κληρονομητήριο) στο οποίο να βεβαιώνεται ότι μόνος κληρονόμος του παραπάνω θανόντος είναι το Ελληνικό Δημόσιο.
Έτσι με βάση την παραπάνω απόφαση εκδόθηκε το υπ' αριθμ. .... κληρονομητήριο, με το οποίο βεβαιώθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο είναι ο μοναδικός κληρονόμος του Γ1. Με το υπ' αριθμ. ..... έγγραφο της η Κτηματική Υπηρεσία Αιτωλοακαρνανίας ζήτησε την υπ' αριθμ. 4723/1993 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και το υπ' αριθμ. ....
κληρονομητήριο και στη συνέχεια το επίδικο ακίνητο των 240 στρεμμάτων καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα, λαμβάνοντας τον αριθμό 915. Επίσης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...... απόφαση της Κτηματικής Υπηρεσίας Αιτωλοακαρνανίας, η οποία μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αιτωλικού στις .... στον τόμο ... και αριθμό ..... Ακόμη και πριν ακολουθήσει το Ελληνικό Δημόσιο την παραπάνω διαδικασία ο ενάγων ενημερώθηκε από το γιο του θανόντος Γ1 , .......
ότι έγινε αποποίηση της κληρονομιάς του πατέρα του και ότι το μίσθωμα του επίδικου ακινήτου μετά το θάνατο του πατέρα του έπρεπε να το καταβάλει στη Δ.Ο.Υ., διότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν δικό του. Ενόψει όσων εκτέθηκαν παραπάνω ο ενάγων συνδεόταν με το επίδικο ακίνητο με τη σύμβαση μισθώσεως και δεν ασκούσε σ' αυτό διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου και έτσι δεν έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσία, την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας του αναιρεσείοντος επί του επίδικου ακινήτου αγωγή του, που είχε ως μόνη βάση της κτήσεως της κυριότητας την έκτακτη χρησικτησία. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, διότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι τόσο ο ενάγων, όσον και ο πατέρας του ήταν μισθωτές του επίδικου ακινήτου και όχι νομείς αυτού, ώστε να καταστούν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία κατ' άρθρο 1045 του ΑΚ, ουδεμία αντίφαση έχουν.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. II. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται περί των αναφερόμενων σ' αυτήν εξαιρέσεων, προκύπτει ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την προαναφερθείσα διάταξη πλημμέλεια της λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη τις από .... και .... εκθέσεις ενόρκων καταθέσεων ενώπιον του υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ......
των μαρτύρων ...., ....., ...... και ......, οι οποίες ήταν αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, διότι η ένδικη αγωγή εκδικάστηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου με την τακτική διαδικασία και εκδόθηκε επ' αυτής προδικαστική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε απόδειξη σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου οι ως άνω ένορκες καταθέσεις μαρτύρων ενώπιον άλλων οργάνων ή αρχών, διαφορετικών από τις οριζόμενες με την προδικαστική απόφαση αρχών, δεν ήταν παραδεκτές.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αυτό, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, διότι δεν πρόκειται ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ούτε για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, αφού ο αναιρεσείων έλαβε γνώση των προτάσεων του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Εφετείου, με τις οποίες έγινε επίκληση των ως άνω αποδεικτικών μέσων και επομένως μπορούσε ακόμη και με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεων του (άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ) να προβάλλει τον ισχυρισμό του για το απαράδεκτο αυτών, προτάθηκε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-9-2006 αίτηση αναιρέσεως της 636/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ