Legislator Case Law & Legislation
568/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract termination, ruling lower court violated substantive law on personality rights.

Case Number 568/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the final judgment of the Athens Court of First Instance regarding a labor dispute. The appellant argued that the dismissal constituted an unlawful and abusive act causing moral damage, while the lower court had rejected the claim for monetary compensation for personality rights. The court found the lower court's reasoning violated substantive law provisions on personality rights and moral damage, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59, 648, 281, 932 of the Civil Code; An unlawful and abusive termination of an employment contract constitutes a violation of the employee's personality rights, entitling them to monetary compensation for moral damage without requiring additional elements of reputation damage.

Keywords

AI generated
labor contract termination personality rights violation moral damage compensation unlawful dismissal employment law appeal abusive conduct remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 614 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 23 alpha paragraph 2 of Law 2190/1920 (as amended by Law 3604/2007)
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 57, 59, 648, 281 and 932 of the Civil Code
Article 559 paragraph 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 568 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 568/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ανδρέου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Λεβέντη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 1765/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3382/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-12-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 10-12-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 ΚΠολΔ) με αρ. 3382/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, α) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 29-10-2018 έφεση της εκκαλούσας-εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", β) απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την από 31-10-2018 έφεση του εκκαλούντος-ενάγοντος, κατά της 1765/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού εξαφάνισε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος-ενάγοντος, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με την διάταξη του άρθρου 23 α παρ.2 του κ.ν. 2190/1920, όπως το άρθρο 23 α αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 3604/2007 "Αναμόρφωση και τροποποίηση του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 189) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (29-1-2013), ορίζεται ότι [εκτός από τις αναφερόμενες στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου πιστωτικές συμβάσεις] απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη οποιωνδήποτε άλλων συμβάσεων της εταιρείας με τα πρόσωπα της παρ. 5 χωρίς ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης και ότι η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει, προκειμένου για πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας με τρίτους.

Με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι η άδεια της γενικής συνέλευσης κατά την προηγούμενη παράγραφο 2 δεν παρέχεται, εάν στην απόφαση αντιτάχθηκαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) του εκπροσωπουμένου στην συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου. Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου επιτράπηκε η άδεια της γενικής συνέλευσης να παρασχεθεί και μετά τη σύναψη της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι στην εν λόγω απόφαση δεν θα αντιταχθούν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το ένα εικοστό (1/20) του εκπροσωπουμένου στη συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου, σε αντίθεση δηλαδή με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, όπου απαιτείτο η απόφαση της γενικής συνέλευσης να είναι πάντοτε προγενέστερη της σύναψης της σύμβασης, προκειμένου να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η γενική συνέλευση να τεθεί προ τετελεσμένων γεγονότων (ΟλΑΠ 32/1975).

Μεταξύ των προσώπων της παρ. 5 του ιδίου άρθρου για τα οποία απαιτείται κατά τα προαναφερθέντα ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας προς σύναψη σύμβασης με τα πρόσωπα αυτά, στις οποίες περιλαμβάνεται και η σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, συγκαταλέγονται οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές αυτής (όπως και τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου).

Οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν για την πρόληψη ενδεχομένων καταχρήσεων εκ μέρους των προσώπων αυτών, τα οποία λόγω της ιδιότητας και της θέσης τους είναι δυνατόν να συντελέσουν αποφασιστικά στη σύναψη επιζήμιων για την εταιρεία συμβάσεων προς ίδιο όφελος (ΑΠ 1036/2017, 791/2015, 1512/2011, 1791/2006). Από τη διατύπωση των ως άνω διατάξεων σε συνδυασμό με τον κατά τα άνω επιδιωκόμενο από αυτές σκοπό συνάγεται ότι τον κανόνα αποτελεί η ακυρότητα των οιωνδήποτε συμβάσεων, επομένως και της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, που συνάπτουν με την ανώνυμη εταιρεία τα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές πρόσωπα, στα οποία περιλαμβάνονται οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές αυτής, όπως και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, και ότι κατ' εξαίρεση οι συμβάσεις αυτές είναι έγκυρες στις περιπτώσεις της χορήγησης ειδικής προς τούτο άδειας από τη γενική συνέλευση και υπό τον όρο ότι δεν θα αντιταχθούν μέτοχοι που συγκεντρώνουν ορισμένο ποσοστό του εκπροσωπουμένου στη γενική συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου ή στις περιπτώσεις της ένταξης των συμβάσεων αυτών εντός των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας (ΑΠ 791/2015, 2182/2007).

Ως "τρέχουσα συναλλαγή της εταιρείας με τρίτους", όρος που χρησιμοποιείται στο νόμο όχι κυριολεκτικά, αλλά προς δήλωση του συνήθως συμβαίνοντος, θεωρείται εκείνη που βάσει του αντικειμένου της εμπίπτει στις συμβάσεις που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρείας, ήτοι αυτή που οι όροι της είναι οι συνήθεις όροι των συμβάσεων που η εταιρεία συνάπτει με τους λοιπούς συναλλασσομένους με αυτή.

Επομένως σύμβαση το αντικείμενο της οποίας διαφέρει από εκείνο των συμβάσεων που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρείας ή που κατά το περιεχόμενό του υπερβαίνει το συγκεκριμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα της εταιρείας, την οικονομική της ευρωστία, τις ανάγκες της εταιρείας που ικανοποιούνται με τις συμβάσεις αυτές και τις συνήθειες που κρατούν στις συναλλαγές για συμβάσεις του αυτού είδους, εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής και επομένως είναι άκυρη, εάν δεν παρασχεθεί η από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενη ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 2010/2022, 1245/2018, 791/2015, 452/2005, 1066/2002, 8/2001, 627/1974).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, 2/2019, 6/2019, 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: " Ο ενάγων και ήδη εκκαλών της πρώτης έφεσης (αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγόμενη και εν προκειμένω εκκαλούσα της δεύτερης έφεσης, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (αναιρεσίβλητη), δυνάμει της από 29.1.2013 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Η σύμβαση αυτή δεν εξελίχθηκε ομαλώς, καθώς την 2.10.2015 η τελευταία προέβη στην καταγγελία της (όπως προκύπτει από επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από ίδιας ημερομηνίας έντυπο καταγγελίας σύμβασης αορίστου χρόνου, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. Αρ. Φ. 594.3/78/13.10.2015 ανακοίνωση του Υποδιευθυντή Διοικητικών Υπηρεσιών της εναγόμενης), καταβάλλοντας στον ενάγοντα παράλληλα αποζημίωση απόλυσης, ύψους 15.901,120 ευρώ, που ο τελευταίος παρέλαβε υπογράφοντας αυθημερόν την σχετική απόδειξη (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 2.10.2015 απόδειξη καταβολής αποζημίωσης).

Από το περιεχόμενο της σχετικώς καταρτισθείσας, επικαλούμενης και προσκομιζόμενης έγγραφης σύμβασης εργασίας, προκύπτει ότι οι διάδικοι, μεταξύ άλλων, συμφώνησαν ότι: η εναγόμενη (εργοδότρια) προσέλαβε στην υπηρεσία της τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, από τις 29.1.2013, ως Διοικητικό Διευθυντή Εργοστασίου ...) (άρθρο 1°, στοιχ. 1.1) και ότι αυτός για την παρεχόμενη εργασία του θα ελάμβανε μηνιαίο βασικό μισθό το ποσό των 4.600 ευρώ, πλέον των λοιπών επιδομάτων που χορηγούνται στους χώρους εργασίας και παροχών και τα οποία δίδονται σε όσους κατέχουν διευθυντικές θέσεις στην εταιρεία και του πριμ παραγωγής, όταν και εφόσον αυτό καταβαλλόταν (άρθρο 4°, στοιχ. 4.1), Σύμφωνα με την παρ. 1 του 13ου άρθρου του Καταστατικού της εναγόμενης εταιρείας: "Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε θέμα που αναφέρεται στη διοίκηση της Εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στη λειτουργία της Εταιρείας, με εξαίρεση τις υποθέσεις εκείνες, που κατά το Νόμο ή το Καταστατικό υπάγονται στην αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων, αλλά και για εκείνες που ήδη η Συνέλευση έχει αποφασίσει", ενώ κατά τις παρ. 1, 2, 3 και 4 αυτού: "1.

Δάνεια της Εταιρείας προς Ιδρυτές, Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, Γενικούς Διευθυντές ή Διευθυντές της, συγγενείς μέχρι και του τρίτου βαθμού από αίμα ή αγχιστεία ή συζύγους των παραπάνω, αλλά και παροχή πιστώσεων προς αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο ή παροχή εγγυήσεων υπέρ προς τρίτους απαγορεύεται απολύτως και είναι άκυρα.

Η πιο πάνω απαγόρευση ισχύει και προκειμένου για δάνεια ή πιστώσεις που χορηγούνται από τυχόν θυγατρικές εταιρείες, κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42 ε του Κ.Ν. 2190/1920 (...), καθώς επίσης και από ομόρρυθμες εταιρείες, στις οποίες ομόρρυθμο Μέλος είναι η Ανώνυμη Εταιρεία. 2. Επίσης δάνεια της Εταιρείας σε τρίτους καθώς και η παροχή πιστώσεων σ' αυτούς, με οποιονδήποτε τρόπο ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών, με σκοπό την απόκτηση από αυτούς μετοχών της Εταιρείας, απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα. 3.

Οποιεσδήποτε άλλες συμβάσεις της Εταιρείας με τα πιο πάνω πρόσωπα της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου είναι άκυρες, χωρίς προηγούμενη ειδική έγκρισή τους από τη Γενική Συνέλευση των Μετόχων. Η έγκριση δεν δίνεται αν στην απόφαση αντιτάχθηκαν Μέτοχοι που εκπροσωπούν τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) του μετοχικού κεφαλαίου που εκπροσωπείται στη Συνέλευση. 4.

Η απαγόρευση της πιο πάνω παραγράφου 3 αυτού του άρθρου δεν ισχύει, όταν πρόκειται για σύμβαση που δεν βγαίνει από τα όρια της καθημερινής συναλλαγής της Εταιρείας με τους πελάτες της" (όπως προκύπτει από το ισχύον κατά τον χρόνο πρόσληψης του ενάγοντα Καταστατικό της εναγόμενης εταιρείας). Τον Αύγουστο του έτους 2015, ενόσω βρισκόταν ακόμη σε λειτουργία η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντα ανέρχονταν στο ποσό των 6.694 ευρώ (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από Αυγούστου 2015 απόδειξη πληρωμής (εκκαθάρισης), ενώ, μετά την θέση αυτού στην διάθεση της Διοίκησης της εναγόμενης, αυτές μειώθηκαν στο ποσό των 5.378,90 ευρώ.

Καθ' όλο δε το χρονικό διάστημα, από την πρόσληψη αυτού (ενάγοντα) μέχρι την λήξη της μεταξύ των διαδίκων ως άνω σύμβασης εργασίας, η εναγόμενη, εργοδότρια εταιρεία εμφάνιζε σοβαρές οικονομικές ζημίες. Από τα προαναφερθέντα στοιχεία προκύπτει ότι η σύμβαση αυτή εργασίας δεν εμπίπτει στην έννοια της τρέχουσας συναλλαγής του άρθρου 23 α του ν. 2190/1920 και, επομένως, βάσει των όσων προβλέπονταν στις προπαρατιθέμενες παραγράφους 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 16 του Καταστατικού της εναγόμενης εταιρείας, κατ' επανάληψη των όσων διαλαμβάνονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, απαιτούνταν να υποβληθεί, με ποινή ακυρότητας, σε προηγούμενη ειδική έγκριση από τη γενική συνέλευση των μετόχων, κατ' άρθρο 23 α παρ. 2 του ν. 2190/1920.

Ο ενάγων, που από την πλευρά του έφερε το αντίστοιχο δικονομικό βάρος, ούτε επικαλέστηκε, αλλά ούτε και απέδειξε την προηγούμενη έγκριση της παραπάνω καταρτισθείσας σύμβασης εργασίας του από την γενική συνέλευση των μετόχων της εναγόμενης εταιρείας. Η διάταξη δε του άρθρου 23 α του ν. 2190/1920 εφαρμόζεται, λόγω της σχετικής πρόβλεψης, και στην περίπτωση πρόσληψης τρίτου ως Διευθυντή, όπως εν προκειμένω, χωρίς την έγκριση της Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων, απορριπτομένων των όσων αντιθέτως ο ενάγων και εφεσίβλητος της δεύτερης έφεσης υποστήριξε.

Συνεπώς η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη, όπως βασίμως η εναγόμενη υποστήριξε με σχετικό ισχυρισμό που η εν λόγω διάδικος προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με τον πρώτο λόγο της δεύτερης έφεσης.". Ακολούθως το Εφετείο, κατ' αποδοχή του πρώτου λόγου της εφέσεως της εκκαλούσας-εναγομένης-αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχτεί την αγωγή του αναιρεσείοντος-ενάγοντος, ως βάσιμη κατ' ουσία, και δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Όμως, υπό τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, και ειδικότερα, ότι η από 29-1-2013 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήψε ο αναιρεσείων-ενάγων με την αναιρεσίβλητη-εναγομένη, χωρίς να έχει κατά τον χρόνο αυτό την ιδιότητα του Διευθυντή αυτής, για να εργαστεί στη συνέχεια ως Διοικητικός Διευθυντής του ..., είναι άκυρη, καθόσον, ως εμπίπτουσα στις διατάξεις του άρθρου 23 α του ν. 2190/1920, δεν είχε προηγουμένως υποβληθεί στην έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της τελευταίας, όπως όριζε και το καταστατικό αυτής με την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 16 αυτού, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη, της οποίας το πραγματικό πληρούται, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, στην περίπτωση που πριν και κατά την κατάρτιση της συμβάσεως υφίσταται η ιδιότητα των σ' αυτή αναφερομένων προσώπων (ιδρυτών, μελών του διοικητικού συμβουλίου , γενικών διευθυντών κλπ της ανώνυμης εταιρείας), όρος ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, στερείται δε παντελώς αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, καθόσον ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων προσελήφθη με την επικαλούμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη για το μετά την 20-1-2013 χρονικό διάστημα ως Διοικητικός Διευθυντής αυτής και η σχετική σύμβαση είναι άκυρη, ως αντιτιθέμενη στη διάταξη του άρθρου 23 α του ν. 2190/1920, ουδόλως εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων, κατείχε, πριν και κατά την κατάρτιση της συμβάσεως αυτής, την ιδιότητα του Διοικητικού Διευθυντή ή κάποια από τις λοιπές αναφερόμενες στην ως άνω διάταξη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 εδ. α` και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, κατά τα πρώτο και τρίτο σκέλη αυτού, δια των οποίων, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της προαναφερομένης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Ο ίδιος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό ότι κατά την κατάρτιση της επιδίκου συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσείοντος-ενάγοντος αυτός κατείχε τη θέση του Διοικητικού Διευθυντή της εναγομένης-αναιρεσιβλήτου, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προυπόθεση, καθόσον τέτοια παραδοχή, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν υφίσταται, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται, ως υποθετικώς εξαγόμενη παραδοχή, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων.

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου, η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Καταχρηστική, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Η ακυρότητα αυτής δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική και ως εκ τούτου δικαιούται να την επικαλεσθεί μόνο ο εργαζόμενος υπέρ του οποίου έχει ταχθεί αυτή και ο οποίος έχει το δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να προσβάλει αυτή σαν άκυρη, να δεχθεί τη γενόμενη απόλυση σαν έγκυρη και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής του.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει, ότι αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερου έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενό του και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το Δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση (ΑΠ 90/2018, 22/2014, 254/2012).

Για το ορισμένο, εξάλλου, του σχετικού αιτήματος, απαιτείται και αρκεί να αναφέρονται τα περιστατικά, κάτω από τα οποία έλαβε χώρα η εν λόγω προσβολή, ήτοι οι συνθήκες, υπό τις οποίες έγινε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη και οι οποίες συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος αφενός και αφετέρου ότι επέφεραν την προσβολή της προσωπικότητας του εργαζόμενου, ενώ πρέπει να υποβάλλεται και σχετικό αίτημα, για καταβολή προς τούτο ορισμένου χρηματικού ποσού, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 1289/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αγωγή του, επικαλούμενος ότι προσελήφθη από την εναγομένη για να παράσχει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για το χρονικό διάστημα από 29-1-2013 και εντεύθεν στη θέση του Διοικητικού Διοικητή του εργοστασίου της στη ..., ότι η εναγομένη κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση την 2-10-2015, ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον, αν και ο ίδιος ανταποκρινόταν πλήρως στις εκ της συμβάσεως του υποχρεώσεις, προωθώντας τα συμφέροντα της εναγομένης και η ίδια με την συμπεριφορά της του δημιούργησε την πεποίθηση ότι θα διατηρούσε την θέση του επί μακρόν, προέβη σ' αυτή για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών πολιτικών κινήτρων, χωρίς να υφίσταται πλαίσιο αναδιοργάνωσης της επιχείρησης και χωρίς να εξυπηρετεί το καλώς νοούμενο συμφέρον αυτής, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά και τέλος ότι λόγω της καταχρηστικής και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης, προσεβλήθη η προσωπικόητά του, εθίγη η επαγγελματική του υπόσταση, μειώθηκε η αξία αυτού ως εργαζομένου, αν και υπήρξε απολύτως συνεπής στις υποχρεώσεις του και εργαζόταν για το συμφέρον της εναγομένης, είχε δε κερδίσει τον σεβασμό και απολάμβανε την συμπάθεια των συναδέλφων του, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας, ως παράνομης και καταχρηστικής, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τον επαναπροσλάβει στην υπηρεσία της καταβάλλοντας τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας και τέλος να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ για την χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης, από την οποία προσεβλήθη η προσωπικότητά του.

Υπό το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι πλήρως και επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, τόσο ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητος της καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, όσο και ως προς το (ενδιαφέρον για την έρευνα του κατωτέρω αναιρετικού λόγου μέρος της) αίτημα αυτής περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης καταβολής στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και καταχρηστική καταγγελία της συμβάσεώς του και την προσβολή της προσωπικότητός του.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε, ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη κατά το ως άνω κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με την αιτιολογία, ότι η άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, είτε για τυπικούς λόγους, είτε λόγω παράβασης του άρθρου 281 ΑΚ, δεν συνιστά καθεαυτή προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου ώστε να μπορεί να θεμελιώσει αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, χωρίς τη συνδρομή άλλων στοιχείων, που να στοιχειοθετούν την προσβολή και ειδικότερα τη μείωση της τιμής και της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου και της επαγγελματικής του υπόστασης και αξίας, και ακολούθως, μετ' επικύρωση της ομοίως αποφανθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, απέρριψε το δεύτερο λόγο της εφέσεως του ενάγοντος-εκκαλούντος.

Με την κρίση του αυτή το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 648, 281 και 932 ΑΚ. Συνακόλουθα τούτων ο από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, πράγματι όμως κατά την νοηματική του απόδοση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά το κεφάλαιο αυτό, είναι βάσιμος.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί καθ' ολοκληρίαν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλο Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 KΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 3382/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλο Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ