Legislator Case Law & Legislation
568/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court for failing to examine unraised ground of contract invalidity.

Case Number 568/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision to dismiss the claim. The appellant argued the lower court erred by ignoring the invalidity of the servitude contract, a ground not raised in the appeal but fundamental to the case. The court ruled that because the Third Instance Court had not transferred the case to examine this new ground, it violated procedural rules requiring the court to consider all relevant matters affecting the outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appellate court must examine grounds of appeal not raised in the appeal if they were presented to the court of first instance and have a decisive influence on the judgment, and if the case was not transferred to the appellate court for examination of such grounds.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility unraised ground contract invalidity procedural error transfer of case decisive influence

Cited Legislation

AI generated
Articles 495(1) and 4, 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 571 and 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 179(b) of the Code of Civil Procedure
Article 116(1b) of the transitional provisions of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 568 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 568/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χριστοδούλου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. Μ. του Ν. και Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Τάση και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Φ. του Α., κατοίκου ... 2) Σ., χήρας Π. Σ., το γένος Α. Φ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αριστέα-Φανουρία Σωτηροπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 127/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 14.9.2020 αίτηση αναιρέσεως, στρέφεται κατά της 127/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο εξαφάνισε την 38/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων περί αναγνώρισης της ανυπαρξίας οπουδήποτε δικαιώματος δουλείας υπέρ του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος επί του ακινήτου συγκυριότητάς τους και επικουρικά περί αποσβέσεως της δουλείας αυτής και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή έκανε δεκτή την κύρια βάση της, αναγνώρισε την ανυπαρξία οποιουδήποτε δικαιώματος του εναγομένου στο ακίνητο των εναγόντων, διατάσσοντας την άρση της υπάρχουσας διατάραξης και την παράλειψή της στο μέλλον. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά τις διατάξεις του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως, όταν, το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσεως της αγωγής ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σε αυτήν (ΑΠ 916/2020, ΑΠ 104/2019, ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι λόγοι εφέσεως πρέπει να είναι σαφείς, ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλόμενη με έφεση οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 του ίδιου Κώδικα, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Έτσι, το Εφετείο για να κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε σωστά, και να αποφασίσει αν πρέπει να εξαφανίσει ή όχι την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης που περιέχονται στο εφετήριο ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που συνιστούν τη νομική βάση αυτής, καθώς και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, όπως, επίσης, και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 732/2022, 924/2021, 385/2021, 916/2020, ΑΠ 821/2020, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 727/2017).

Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις που δεν προβλήθηκαν από διάδικο με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως, από το Εφετείο, ούτε επιτρέπεται σε αυτό αν διαπιστώσει τέτοια σφάλματα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να εξαφανίσει ή μεταρρυθμίσει την απόφαση που εκκλήθηκε, παρά μόνο αν αφορούν άλλους λόγους μη νομιμότητας της αγωγής, εκτός των προβαλλόμενων με την έφεση, οπότε το Εφετείο έχει την εξουσία να τους ερευνήσει αυτεπαγγέλτως.

Η παράβαση δε του Εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής, ή η μη λήψη υπ' όψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της λήψης ή μη υπόψη πράγματος που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΟλΑΠ 8/2008, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 924/2021, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 821/2020, ΑΠ 871/2019, ΑΠ 782/2019).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 536 του ιδίου κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, μπορεί να εκδώσει απόφαση δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα και χωρίς την άσκηση από τον εφεσίβλητο έφεσης ή αντέφεσης. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο "κατά τα προσβαλλόμενα κεφάλαια. "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στα πλαίσια της ιδίας διαφοράς, και εκκρεμοδικία, για την οποία εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης.

Τα κεφάλαια αυτά και μόνο μπορεί να εξετάσει το Εφετείο για να κρίνει αν υπήρξε σφάλμα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ δεν έχει δυνατότητα να εξετάσει κεφάλαιο που δεν προσβλήθηκε με την έφεση, ακόμη και αν διαπιστώσει σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης σ' αυτό. Όμως, το Εφετείο, κατά τις επιταγές του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, μπορεί να εξετάσει το εκκληθέν κεφάλαιο που μεταβιβάζεται σ' αυτό με την έφεση, μόνο μέσα στα όρια της έκτασης αυτού, δηλαδή κατά το μέρος που πλήττεται με τους λόγους έφεσης και όχι στο σύνολο του (ΑΠ 924/2021, ΑΠ 1462/2019), ανεξάρτητα από το ότι μεταβιβάστηκε με την έφεση ολόκληρο αδιαιρέτως, ώστε υπάρχει η δικονομική δυνατότητα άσκησης αντέφεσης και πρόσθετων λόγων έφεσης γι' αυτό (κεφάλαιο) και παρά την τυχόν γενικότητα της διατύπωσης του διατακτικού της εφετειακής απόφασης.

Η εξουσία του Εφετείου να εξετάσει στο σύνολο του το εκκληθέν κεφάλαιο της απόφασης, ήτοι τα θέματα του κεφαλαίου που υποβλήθηκαν πρωτόδικα, προκύπτει μόνο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης λόγω της παραδοχής λόγου έφεσης με τον οποίο προσβάλλεται το κεφάλαιο αυτό και όχι σφάλματος που δεν προβλήθηκε, και τούτο διότι η εξουσία αυτή τελεί υπό τον περιορισμό του άρθρου 522 ΚΠολΔ.

Η παράβαση του Εφετείου σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατά τα άνω άρθρα, αποτελέσματος της έφεσης, με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου αυτής, η έρευνα από το δικαστήριο της ουσίας και επανάκριση κεφαλαίων της υπόθεσης που δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση ή έξω από τα όρια αυτής, συνιστούν πλημμέλειες της απόφασης που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, αφού έτσι το δικαστήριο, παρά το νόμο, λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 924/2021, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 916/2020, ΑΠ 821/2020, ΑΠ 806/2018) .

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 127/2019 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ επικλήσεως ενώπιον του δέχθηκε ανελέγκτως, ως προς το ενδιαφέρον εδώ μέρος, τα εξής: "Δυνάμει της υπ'αρ. ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Σικυώνος Σοφίας συζ.

Δημητρίου Τασούλη, το γένος Νικολάου Φραγοπούλου, οι ενάγοντες Α. Φ. του Α. και Ε. και Σ. χήρα Π. Σ., το γένος Α. και Ε. Φ., αποδέχθησαν κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μητέρας τους ... μεταξύ άλλων και οικόπεδο που βρίσκεται εντός της Τοπικής Κοινότητας ….., το οποίο έχει έκταση εξακόσια πενήντα ένα τετραγωνικά μέτρα και εβδομήντα έξι εκατοστά (651,76), όπως εμφαίνεται στο από Μάιο 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.

Ε., που νόμιμα υπογεγραμμένο από τον παραπάνω μηχανικό, τους κληρονόμους και την συμβολαιογράφο, προσαρτάται στο παρόν με τα στοιχεία ... ... Εντός του ανωτέρω οικοπέδου υπάρχουν : α) ισόγεια κατοικία πέτρινη εμβαδού ογδόντα έξι τετραγωνικών μέτρων (86,00) που έχει κτισθεί προ του έτους 1955, β) ισόγεια αποθήκη εμβαδού είκοσι επτά τετραγωνικών μέτρων (27,00), που ταυτοποιήθηκε σύμφωνα με το Ν. 4014/2011 όπως είχε τροποποιηθεί και ισχύει και γ) διώροφη οικοδομή μετά υπογείου που έχει ανεγερθεί στο ισόγειο δυνάμει της υπ'αριθμ. ...

άδειας και το υπόγειο και ο Α' όροφος δυνάμει της υπ'αριθμ. ... άδειας... Σημειώνεται ότι το ανωτέρω ακίνητο βαρύνεται με δουλεία διόδου υπέρ του Ν. Μ., όπως η δουλεία αυτή απεικονίζεται στο προσαρτώμενο στο παρόν τοπογραφικό, η οποία δουλεία έχει συσταθεί με το υπ'αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σικυώνος Ιωάννη Γκίνη.

Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην κληρονομούμενη κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω αγοράς ... δυνάμει του υπ'αρ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σικυώνος Ιωάννη Γκίνη. Στο ως άνω οριστικό αγοραπωλητήριο συμβόλαιο συμφωνήθηκε η σύσταση δουλείας διόδου υπέρ του όμορου ακινήτου του δικαιοπαρόχου του εναγομένου και συγκεκριμένα "του πωλουμένου διέρχεται πεζή και δια ζώων μόνον ο Ν.

Μ. το δε πωλούμενον ακίνητο μεταβιβάζεται μετά του βάρους τούτου και μόνον". Τόσο οι ενάγοντες όσο και η δικαιοπάροχος μητέρα τους κατείχαν και νέμονταν το ως άνω ακίνητο διανοία κυρίων, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμα κυριότητας τους επί αυτού (επιδίκου ακινήτου), το οποίο περιήλθε σε αυτούς κατά τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο, ήτοι με τους αναφερόμενους μεταβιβαστικούς τίτλους κυριότητας που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, όπως ακολούθως αναφέρεται.

Η συσταθείσα με τους ως άνω μεταβιβαστικούς τίτλους ωφέλεια "... όπως διέρχεται πεζή και δια ζώων μόνον ο Ν. Μ., το δε πωλούμενον ακίνητον μεταβιβάζεται μετά του βάρους τούτου και μόνον", βάρος όπως προκύπτει και από την προκύπτουσα συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, δεν έχει ως άμεσα ωφελούμενο και δικαιούχο το φυσικό πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του εναγομένου.

Πρόκειται συνεπώς περί πραγματικής δουλείας για την εξυπηρέτηση των αναγκών του εκάστοτε κυρίου του όμορου (δεσπόζοντος) ακινήτου έτσι ώστε να παρέχεται στον τελευταίο η ωφέλεια διέλευσης (διόδου) μέσα από το δουλεύον ακίνητο και ειδικότερα από εδαφικό τμήμα που διασχίζει κάθετα το ακίνητο συνιδιοκτησίας των εναγόντων από βορρά προς Νότο, επιφανείας μ.τ. 36,08 πλάτους 2,65 - 2,70 μ για την εξυπηρέτηση των αναγκών αυτού (δεσπόζοντος) με κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο και την εκμετάλλευση του (δεσπόζοντος ακινήτου) για την κατά προορισμό χρήση του.

Ο εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Σικυώνος Ιωάννη Καλαχάνη, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα... απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα του Ν. Μ. Π., το κάτωθι όμορο με το ακίνητο των εναγόντων ακίνητο και συγκεκριμένα "προς τον Ι.

Ν. Π. τμήμα από το παραπάνω περιγραφόμενο ακίνητο του, που φέρεται με τα κεφαλαία γράμματα ... και με τον αραβικό αριθμό δύο (2) στο παραπάνω προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα και εντός του οποίου υπάρχει ετοιμόρροπη και κατεδαφιστέα διώροφη οικοδομή και το οποίο μεταβιβαζόμενο αυτό τμήμα έχει έκταση χίλια σαράντα (1040) τετραγωνικά μέτρα και συνορεύει...".

Ακολούθως αποδεικνύεται ότι, το ανωτέρω αναφερόμενο οριστικό αγοραπωλητήριο συμβόλαιο (...) του συμβολαιογράφου Σικυώνος Παναγιώτη Παναγόπουλου, ως τίτλος μεταβίβασης στην αγοράστρια Ε. θυγατέρα του Α. Π. και Κ. συζύγου Α. Φ. - δικαιοπάροχο των εναγόντων, μεταγράφηκε νόμιμα, στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σικυώνος, σύμφωνα με την επί αυτού επισημειούμενη σχετική πράξη του Υποθηκοφύλακα Σικυώνος, στος 8/8/1969 στον τόμο … και αριθμό … Επίσης, η ως άνω αναφερόμενη πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Σικυώνος Σοφίας Τασούλη, ως τίτλος μεταβίβασης της συγκυριότητας σε αυτούς (ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες) μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της κληρονομουμένης δικαιοπαρόχου μητέρας τους, μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σικυώνος, στις 13.9.2013 στον τόμο … και αριθμό….

Όμως, το ίδιο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο (...) ως τίτλος για τη σύσταση δουλείας διόδου υπέρ του δικαιοπαρόχου του εναγομένου και των διαδόχων του δεν έχει μεταγραφεί κατά την παραπάνω ημερομηνία μεταγραφής (8.8.1969) του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, βάσει του οποίου, όπως εκτέθηκε, η δικαιοπάροχος μητέρα των εναγόντων έγινε κυρία του παραπάνω ακινήτου τους, επί του οποίου έχει συσταθεί η εν λόγω δουλεία.

Εξάλλου, ούτε η ίδια ως άνω συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς (...) ως τίτλος για τη σύσταση δουλείας διόδου υπέρ του εκάστοτε κυρίου του ακινήτου κυριότητας του εναγομένου και σε βάρος αυτού (ακινήτου εναγόντων), έχει μεταγραφεί κατά την παραπάνω ημερομηνία μεταγραφής (13.9.2013) αυτής, βάσει της οποίας, όπως εκτέθηκε, οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά παράγωγο τρόπο, λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής της κληρονομουμένης και κυρίας αυτού (επιδίκου ακινήτου) κατά τον χρόνο θανάτου της μητέρας τους.

Επομένως, τόσο η δικαιοπάροχος μητέρα των εναγόντων, όσο και οι τελευταίοι κατά το χρόνο αποδοχής της κληρονομιάς (13.9.2013), απέκτησαν το προαναφερόμενο ακίνητο τους ελεύθερο από την πραγματική δουλεία διόδου ("πεζή και δια ζώων") που είχε συσταθεί(με το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο σε βάρος του υπέρ του εκάστοτε κυρίου του ακινήτου κυριότητας του εναγομένο, και έτσι, η παράλειψη ξεχωριστής μεταγραφής του συστατικού αυτής (πραγματικής δουλείας) συμβολαίου κατά τον χρόνο του μεταβιβαστικού της κυριότητας συμβολαίου (8.8.1969) δεν οδήγησε τον δικαιοπάροχο του εναγομένου και τον εναγόμενο σε κτήση του εμπραγμάτου δικαιώματος της πραγματικής δουλείας, ούτε και με την ιδιότητα αυτού (συμβολαιογραφικού εγγράφου μεταβίβασης της κυριότητας στη δικαιοπάροχο μητέρα των εναγόντων) ως νόμιμου ή νομιζόμενου τίτλου προς κτήση του εμπραγμάτου δικαιώματος με τακτική χρησικτησία, εφόσον παράλειψη αυτή αποστερεί αυτήν της ικανότητας εμπράγματης ενέργειας, συνεπάγεται την ακυρότητα της σύστασης της πραγματικής δουλείας, και παρέχει στους ενάγοντες στην προκειμένη περίπτωση το δικαίωμα να απαγορεύσουν στον εναγόμενο την άσκησή της (πραγματικής δουλείας)...".

Με βάση τα παραπάνω δέχθηκε το Εφετείο ότι η επίδικη δουλεία είναι πραγματική συσταθείσα για την εξυπηρέτηση των αναγκών του εκάστοτε κυρίου του δεσπόζοντος ακινήτου έτσι ώστε να παρέχεται στον τελευταίο η ωφέλεια διέλευσης (διόδου) μέσα από το δουλεύον ακίνητο των ήδη αναιρεσιβλήτων, αλλά ότι η σύστασή της μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων με το ...

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σικυώνος Ιωάννη Γκίνη, είναι άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369 και 1121 εδ. β' ΑΚ, διότι δεν έγινε ξεχωριστή μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου ως προς τη σύσταση της δουλείας. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής:

α) ότι με το ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο καταρτίσθηκαν δύο ξεχωριστές δικαιοπραξίες, ήτοι η μεταβίβαση της κυριότητας του ως άνω ακινήτου, επί του οποίου συστήθηκε η εν λόγω δουλεία, στην δικαιοπάροχο - μητέρα των αναιρεσιβλήτων και η σύσταση δουλείας επί αυτού υπέρ του όμορου ακινήτου του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος και δεν επακολούθησε, όπως απαιτείται από τις ως άνω διατάξεις του νόμου, χωριστή μεταγραφή κάθε μίας από τις δικαιοπραξίες αυτές στα βιβλία μεταγραφών της περιοχής που βρίσκονται τα ακίνητα, αλλά το συμβολαιογραφικό αυτό έγγραφο μεταγράφηκε νόμιμα στις 8.8.1969, στα οικεία βιβλία μεταγραφών μόνο ως τίτλος για τη κτήση της κυριότητας της μητέρας των αναιρεσιβλήτων επί του προαναφερόμενου ακινήτου, χωρίς, ουδέποτε, να μεταγραφεί, ως τίτλος για τη σύσταση δουλείας διόδου υπέρ του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος και των διαδόχων του.

β) ότι εφόσον η παράλειψη της μεταγραφής του συμβολαιογραφικού τίτλου για τη σύσταση της επίδικης πραγματικής δουλείας έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της συμβατικής σύστασής της, τόσο η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων όσο και οι ίδιοι κατά το χρόνο αποδοχής της κληρονομιάς της, απέκτησαν το προαναφερόμενο ακίνητο τους ελεύθερο από την συσταθείσα σε βάρος του με το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο πραγματική δουλεία διόδου υπέρ του εκάστοτε κυρίου του ακινήτου κυριότητας του αναιρεσείοντος, με συνέπεια να παρέχεται το δικαίωμα στους αναιρεσίβλητους να απαγορεύσουν σε αυτόν την άσκησή της.

Με την κρίση του όμως αυτή, το Εφετείο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στις οικείες ως άνω νομικές σκέψεις, υπέπεσε στις αποδιδόμενες σε αυτό πλημμέλειες εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βασίμως αιτιάται με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων. Τούτο δε, διότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη του, αφενός, ανύπαρκτη βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο ότι με την αγωγή θεμελιώνονταν βάση και αίτημα περί ανυπαρξίας της επίδικης πραγματικής δουλείας λόγω ακυρότητας της συμβατικής σύστασής της με το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, εξαιτίας της μη ξεχωριστής μεταγραφής αυτού όσον αφορά στη σύμβαση με την οποία συστήθηκε δουλεία σε βάρος του ακινήτου της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και των ίδιων και υπέρ του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος και αυτού, αφετέρου δε, ανύπαρκτο λόγο εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, συνιστάμενο στην ακυρότητα της συμβατικής σύστασης της επίδικης δουλείας διόδου και στην εκ του λόγου αυτού ανυπαρξία της απαίτησης του αναιρεσείοντος περί παροχής του δικαιώματος δουλείας επί του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων και του αντίστοιχου δικαιώματος των ιδίων να απαγορεύσουν σε αυτόν την άσκησή της.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 15.1.2015 αγωγή τους εξέθεταν ότι απέκτησαν με παράγωγο τρόπο, ήτοι με εξ αδιαθέτου κληρονομιά της αποβιώσασας στις 13.3.2013 μητέρας τους, την οποία αποδέχθηκαν με νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας το ως άνω ακίνητο και ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων είναι κύριος όμορου ακινήτου, το οποίο περιήλθε σε αυτόν δυνάμει του ...

νομίμως μεταγραμμένου συμβολαίου γονικής παροχής αποδεχόμενοι καθ' ομολογία τους στο δικόγραφο της αγωγής, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους είχαν συστήσει το έτος 1960 υπέρ του δικαιοπαρόχου του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος δουλεία διέλευσης πεζή ή με ζώο, από τμήμα του ακινήτου τους εμβαδού 36,08 τ.μ.

από την οποία ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος διέρχονταν μέχρι το έτος 1996 και μετέπειτα ο ίδιος μέχρι το έτος 2013, περιστασιακά και μόνο πεζοί, με βάση παρακλητική σχέση και κατόπιν αδείας της δικαιοπαρόχου τους. Ακολούθως, επικαλέσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, ότι παρά το γεγονός ότι η ως άνω δουλεία, την οποία χαρακτήρισαν προσωπική ως συσταθείσα υπέρ του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, αποσβέστηκε με το θάνατο του, ο ίδιος εξακολουθεί να διέρχεται από το ακίνητο τους προσβάλλοντας έτσι παράνομα την κυριότητά τους επί αυτού, και ζήτησαν μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία οποιουδήποτε δικαιώματος δουλείας του ήδη αναιρεσείοντος στο ακίνητο τους, κυρίως μεν λόγω αποσβέσεώς της με το θάνατο του δικαιοπαρόχου του, επικουρικά δε λόγω αποσβέσεώς της επειδή κατέστη περιττή και μάταιη λόγω αυτάρκειας του δεσπόζοντος ενόψει της κατασκευής νέας οδού, που το εξυπηρετεί ήδη από το έτος 1975, άλλως διότι το δικαίωμα δουλείας ασκείται καταχρηστικά.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 38/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου η οποία την απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, με τις παραδοχές ότι πρόκειται περί πραγματικής δουλείας, η οποία αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση πάγιας ανάγκης του εκάστοτε κυρίου του δεσπόζοντος για οδική πρόσβαση στο δεσπόζον ακίνητο, καθώς και ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος κατόπιν συμφωνίας με τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, χρησιμοποιούσε ήδη την επίδικη δίοδο από το έτος 1952 για την εξυπηρέτηση του ακινήτου του, σε κάθε δε περίπτωση και ο αναιρεσείων - γιός του, από το έτος 1990, οπότε απέκτησε την κυριότητα του δεσπόζοντος ακινήτου με συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής από τον πατέρα του, συνέχισε να διέρχεται από το επίδικο εδαφικό τμήμα, αλλά και να διοχετεύει ύδατα προς άρδευση των κατά καιρούς διατηρουμένων από αυτόν καλλιεργειών, μέχρι και το έτος 2013, οπότε αποβίωσε η μητέρα των εναγόντων, για περισσότερα από είκοσι συναπτά έτη, συμπληρωθέντος έτσι και του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον προέβαινε στις ως άνω πράξεις φυσικής εξουσίασης (διέλευση και άρδευση) με διάνοια οιονεί νομέα, χωρίς να αποδειχθεί ότι οι ενέργειές αυτές συνέβαιναν βάσει παρακλητικής σχέσης με την μητέρα των αναιρεσιβλήτων, όπως αυτοί υποστήριξαν.

Ακολούθως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τους επικουρικούς αγωγικούς ισχυρισμούς των εναγόντων αναιρεσιβλήτων περί αποσβέσεως της ως άνω δουλείας λόγω αυτάρκειας του δεσπόζοντος ακινήτου άλλως ως, κατάχρηση δικαιώματος, ασκηθείσα (άρθρο 281 ΑΚ) από τον εναγόμενο αναιρεσείοντα. Κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου οι ενάγοντες άσκησαν την από 14.6.2017 έφεσή τους, με την οποία προσβλήθηκε η απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόνο ως προς τα κεφάλαιά της με τα οποία έγινε δεκτό:

α) ότι η επίδικη δουλεία διόδου ήταν πραγματική και όχι προσωπική υπέρ του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος , οπότε και δεν αποσβέστηκε με το θάνατο του, β) ότι ο ίδιος συνέχισε να ενεργεί πράξεις φυσικής εξουσίασης στην δίοδο (διέλευση, άρδευση) μέχρι το έτος 2013 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (διάνοια οιονεί νομέα πλέον της εικοσαετίας), και όχι με βάση παρακλητική σχέση με την δικαιοπάροχο μητέρα των αναιρεσιβλήτων, γ) ότι η επίδικη δουλεία δεν αποσβέστηκε, εφόσον με τη διάνοιξη της νέας δημοτικής οδού η άσκησή της δεν έχει καταστεί περιττή ή μάταιη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς και δ) ότι η άσκηση του δικαιώματος του εναγομένου αναιρεσείοντος δεν είναι καταχρηστική.

Συνεπώς, με την έφεση δεν προβάλλονταν παράπονο συνιστάμενο στην ακυρότητα της συμβατικής σύστασης της επίδικης δουλείας διόδου μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σικυώνος Ιωάννη Γκίνη, εξαιτίας του ότι δεν έγινε ξεχωριστή μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου ως προς τη σύσταση της δουλείας, και στην εκ του λόγου αυτού ανυπαρξία της απαίτησης του αναιρεσείοντος περί παροχής του δικαιώματος δουλείας επί του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων και του αντίστοιχου δικαιώματος των ιδίων να απαγορεύσουν σε αυτόν την άσκησή της, ζήτημα, το οποίο, άλλωστε δεν είχε αποτελέσει και βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, αλλά, αντιθέτως, με αυτήν, οι ίδιοι αποδέχονταν τη σύστασή της και την διάρκειά της επί σειρά ετών.

Επομένως, ο από τον αριθμό 8 πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι ενώ στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων, υπήρχε βάση μόνο για τα προαναφερόμενα ζητήματα της απόσβεσης της επίδικης δουλείας, είτε λόγω του χαρακτηρισμού της ως προσωπικής που έληξε με το θάνατο του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, είτε λόγω του ότι αυτή κατέστη μάταιη και περιττή για λόγους πραγματικούς, ήτοι της κατασκευής νέας οδού, που εξυπηρετεί το επίδικο , επί πλέον δε και βάση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς επίσης ότι, ενώ στην έφεση των αναιρεσιβλήτων υπήρχε παράπονο μόνο για την απόρριψη των ως άνω κεφαλαίων της αγωγής, το Εφετείο, έλαβε υπόψη ότι υφίσταται και λόγος έφεσης για την ακυρότητα της σύμβασης καταρτίσεως της επίδικης δουλείας μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων, με αποτέλεσμα την ανυπαρξία των εξ αυτής απορρεόντων εννόμων συνεπειών, ήτοι πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι βάσιμος.

Τούτο δε, διότι δεν μεταβιβάστηκε κατά το ως άνω κεφάλαιο η υπόθεση στο Εφετείο, το οποίο είχε υποχρέωση να περιοριστεί μόνο στην έρευνα των παραπόνων που διατυπώνονται στο εφετήριο ως λόγοι της έφεσης και οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής και δεν μπορούσε να εξετάσει σφάλμα που δεν προβλήθηκε ακόμη και αν διαπίστωνε την ύπαρξη τέτοιου σφάλματος.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου πρώτου λόγου της αναίρεσης, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, λόγω της εμβέλειας του αναιρετικού λόγου που έγινε δεκτός, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 127/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου στο σύνολο της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση της εφέσεως των αναιρεσειόντων, στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να επιστραφεί το παράβολο σ'εκείνον που το κατέθεσε (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν κατά ένα μέρος μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου στη δίκη και καταθέσαντος προτάσεις αναιρεσείοντος, για την πληρωμή των οποίων βαρύνονται οι αναιρεσίβλητοι ως ηττηθέντες διάδικοι, λόγω της εύλογης αμφιβολίας των ιδίων για την έκβαση της δίκης, όπως αυτά προσδιορίζονται στο διατακτικό της παρούσας (άρθρ. 176, 179 εδ. β', που προστέθηκε με τον ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 1β των μεταβατικών διατάξεων του ΚΠολΔ και στις εκκρεμείς υποθέσεις, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 127/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου σ'εκείνον που το κατέθεσε.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς την ως άνω έφεση των αναιρεσιβλήτων, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος την οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ