Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to procedural default and substantive law violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Government's appeal against a First Instance Court decision regarding compensation for unauthorized public land use. The Government argued the lower court erred by applying presumptive facts under Article 690 of the Code of Civil Procedure instead of full proof. The court ruled the appeal inadmissible because the Government failed to appear at the hearing, preventing a valid acceleration of proceedings, and the appeal was also substantively unfounded as the lower court correctly applied presumptive reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 and 576 § 1-3 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if a party fails to participate in the hearing, and the appeal is unfounded when the lower court correctly applies presumptive reasoning in summary proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 568 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 568/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και 2) Κτηματικής Υπηρεσίας Κέρκυρας, που εκπροσωπείται νόμιμα από την Προϊσταμένη αυτής. Το πρώτο αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου Δ. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 273/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 181/2009 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-5-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το Ελληνικό Δημόσιο, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγαθή Δερέ ανέγνωσε την από 11-10-2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 και 576 § 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διάδικους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από άλλον επισπεύδοντα τη συζήτηση διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. 718/18-6-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Γ.
Δ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την επ` αυτής πράξη ορισμού της δικασίμου 25-10-2021 με κλήση προς συζήτηση κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε, με επιμέλεια του πρώτου αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στην δικηγόρο Κέρκυρας Χρυσάνθη Βαρότση, ως αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, η οποία, ως πληρεξούσια δικηγόρος του, παραστάθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού, κατά τη την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 243 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσίβλητος, και, συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης ως να ήταν παρών ο αναιρεσίβλητος (άρθρ. 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 62 εδ. α KΠολΔ, όποιος έχει ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Με την έννοια αυτή, ικανότητα διαδίκου δεν έχει η οποιαδήποτε υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου, διότι σ' αυτήν δεν απονέμεται από κάποια διάταξη νόμου ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ως υπηρεσία ανεξάρτητη από το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 1326/2019).
Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που ασκήθηκε από την Κτηματική Υπηρεσία Κέρκυρας, η οποία ως υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου δεν έχει κατά τα προαναφερθέντα αυτοτελή και ανεξάρτητη (έναντι του Δημοσίου) νομική προσωπικότητα, και δεν μπορεί, συνεπώς, να είναι διάδικος σε δίκη.
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 115 του προεδρικού διατάγματος της 11/12-11-1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 ν.5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/1951 και 5 παρ.4 α.ν.263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων, βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση.
Η αποζημίωση που καθορίζεται με το πρωτόκολλο συνίσταται στην ωφέλεια την οποία εκείνος που καρπούται ή κάνει αυθαίρετα χρήση του δημοσίου κτήματος αδικαιολογήτως απεκόμισε, ήτοι ό,τι θα κατέβαλε οποιοσδήποτε τρίτος στο Δημόσιο ως αντάλλαγμα, αν με έγκυρη σύμβαση χρησιμοποιούσε το αυθαιρέτως χρησιμοποιούμενο δημόσιο κτήμα (ΑΠ 263/2020, ΑΠ 1517/2017).
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την έκδοση του πρωτοκόλλου αποζημίωσης είναι : α) το ακίνητο να ανήκει στο Δημόσιο κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, β) ανυπαρξία έννομης σχέσης αυτού που κάνει χρήση του ακινήτου με το Δημόσιο, γ) αυθαίρετη χρήση. Η καθοριζομένη υπέρ του Δημοσίου με το πρωτόκολλο αποζημίωση σε βάρος εκείνου που αυθαιρέτως χρησιμοποιεί δημόσιο κτήμα έχει γενεσιουργό αιτία αφενός την αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 επ.
ΑΚ, και αφετέρου τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του αυθαίρετου κατόχου, ο οποίος από την χρήση καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία επί ζημία του ιδιοκτήτη που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, κατά το ποσό που θα πλήρωνε, εάν είχε συναφθεί νόμιμη μίσθωση με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου από τη μη λήψη του μισθώματος (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 2131/2007, ΑΠ 1024/2011).
Αν περισσότεροι με κοινή πράξη ή με σύγχρονη ή διαδοχική ενέργειά τους χρησιμοποιούν κατά τον αυτό χρόνο, χωρίς συμβατική σχέση, την ίδια έκταση αιγιαλού ή παραλίας, είτε ως συναυτουργοί, είτε όταν περισσότεροι ενήργησαν συγχρόνως ή διαδοχικά χωρίς να είναι δυνατόν να εξακριβωθεί ειδικότερα ποίου εξ αυτών η πράξη επέφερε τη ζημία του Δημοσίου, με αντίστοιχη ωφέλεια του αυθαιρέτως χρησιμοποιούντος το δημόσιο κτήμα, αυτοί ευθύνονται εις ολόκληρον ο καθένας έναντι του Δημοσίου για την καταβολή της καθοριζόμενης σύμφωνα με το άρθρο 115 του από 11/12-11-1929 διατάγματος αποζημίωσης (ΑΠ 2131/2007).
Αν είναι δυνατό να εξακριβωθεί ποιος προκάλεσε το ζημιογόνο αποτέλεσμα ή σε ποιο ποσοστό συνέβαλε ο καθένας σ' αυτό δεν εφαρμόζεται η εις ολόκληρον ενοχή. Περαιτέρω, το άρθρο 60 παρ. 1 και 2 του π. δ. 11/12-11-1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων, όπως ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 34 παρ. 3 του ν. 2971/2001, η ισχύς του οποίου άρχισε την 19-12-2001, όριζε ότι: "1.
Η εκμετάλλευσις των αιγιαλών διενεργείται υπό της Δ.Δ.Κ. διά μονοετούς ή πολυετούς κατά τας διατάξεις του προηγουμένου κεφαλαίου παραχωρήσεως της χρήσεως αυτών, προς ίδρυσιν εργοστασίων κλπ., εφόσον δεν παραβιάζεται εντεύθεν ο προορισμός αυτών ως κοινοχρήστων. 2. Επιτρέπεται υπό τους ως άνω όρους κατόπιν αποφάσεως της Διοικητικής επιτροπής η άνευ δημοπρασίας χορήγησις επί μισθώματι αδειών απλής χρήσεως των αιγιαλών μέχρις ενός έτους εις τους έχοντας γειτονικάς ιδιοκτησίας ή καταστήματα ως επίσης δια το αυτό χρονικό διάστημα χορήγησις αδειών δι` εγκατάστασιν λουτήρων δι` ατομικήν ή οικογενειακή χρήσιν".
Εξάλλου, το άρθρο 11 παρ. 1 και 3 του α. ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", όπως ίσχυε μέχρι την 19-12-2001, οπότε επίσης καταργήθηκε με το άρθρο 34 παρ.3 του ν. 2971/2001, όριζε: "1. Επιτρέπεται η κατά κυριότητα ή πολυετή, ουχί όμως μακροτέραν της 45ετούς, χρήσιν παραχώρησις επ` ανταλλάγματι εις νομικά ή φυσικά πρόσωπα α`) νησίδων ακατοικήτων, β`) υφάλων ή σκοπέλων και γ`) αβαθούς θαλάσσης μετά του έσωθεν ταύτης αιγιαλού, υπό τον όρον της προσχώσεως και κατασκευής ωρισμένων προστατευτικών έργων και επί τω σκοπώ ανεγέρσεως επ` αυτών οικοδομών, χρησιμοποιηθησομένων είτε ως κατοικιών είτε διά δημιουργίαν επ` αυτών κέντρων εξυπηρετούντων τον αθλητισμόν ή τον τουρισμόν ή τας ανάγκας του γενικού ναυτικού. "Ομοίως επιτρέπεται η πολυετής ουχί όμως μακροτέρα της 25ετούς, κατά χρήσιν παραχώρησις επ` ανταλλάγματι εις νομικά ή φυσικά πρόσωπα νησίδων ακατοικήτων προς ανάπτυξιν της κτηνοτροφίας (εκτροφήν εν γένει ζώων, εγκατάστασιν μελισσοκομείων, κοχλιοτροφείων κλπ.) των όρων της εκμεταλλεύσεως, καθοριζομένων διά Β.
Δ/των εκδιδομένων τη προτάσει του Προέδρου της Κυβερνήσεως και των Υπουργών των Οικονομικών και Γεωργίας". 2. Η παραχώρησις γίνεται είτε κατόπιν δημοπρασίας, ενεργουμένης κατά τας περί δημοπρασιών προς εκποίησιν ή πολυετή μίσθωσιν δημοσίων κτημάτων ισχυούσας εκάστοτε διατάξεις, είτε και απ` ευθείας εις νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή κοινής ωφελείας ή και εις ιδιώτας, εφ` όσον και μόνον μετά την διενέργειαν δύο τουλάχιστον δημοπρασιών δεν εφανερώθη ενδιαφέρον άλλων ιδιωτών και δεν ανεπτύχθη πραγματικός συναγωνισμός, κατά την περί τούτου ελευθέραν κρίσιν του υπουργού των Οικονομικών.
Προ πάσης ενεργείας δημοπρασίας απαιτείται σύμφωνος γνώμη του γενικού επιτελείου ναυτικού, καθορίζοντος άπαντας τους όρους, υφ` ους γενήσεται η παραχώρησις, και ομοία του κατά το άρθρον 26 συμβουλίου. Τα πρακτικά της δημοπρασίας υπόκεινται εν πάση περιπτώσει υπό την έγκρισιν του υπουργού των Οικονομικών.
Ομοία γνώμη του γενικού επιτελείου ναυτικού και του κατά το άρθρον 26 συμβουλίου απαιτείται και προκειμένου περί απ` ευθείας παραχωρήσεως. Η παραχώρησις γίνεται διά β. διατάγματος, εκδιδομένου προτάσει του επί των Οικονομικών υπουργού. 3. Ο προς ον η παραχώρησις δεν δύναται να μεταβιβάση εν όλω ή εν μέρει το δικαίωμα αυτού εις άλλον ή να συνάψη οιανδήποτε εμπράγματον ή ενοχικήν σχέσιν αφορώσαν το παραχωρηθέν αυτώ κτήμα άνευ εγκρίσεως των υπουργών Οικονομικών και Ναυτικών, παρεχομένης μετά σύμφωνον γνώμην του γενικού επιτελείου ναυτικού και του κατά το άρθρον 26 συμβουλίου.
Η παράβασις του όρου τούτου, υφ` όν γίνεται η παραχώρησις, συνεπάγεται αυτοδικαίως την ακύρωσιν της παραχωρήσεως, απαγγελομένην διά β. διατάγματος, εκδιδομένου προτάσει του επί των Οικονομικών υπουργού". Ειδική διάταξη που ρύθμιζε την παραχώρηση κοινοχρήστων χώρων σε Δήμους και Κοινότητες κατά τον ένδικο χρόνο 1998 - 2001, είναι εκείνη της παρ. 3 του άρθρου 49 του ν. 1416/1984, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 11 του άρθρου 7 του Ν. 2307/1995 με την οποία οριζόταν ότι: "Με απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή, κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στο Δημόσιο μπορεί να παραχωρούνται κατά χρήση, χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας τους ως κοινοχρήστων, σε δήμους και κοινότητες, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται".
Και βέβαια με τη διάταξη αυτή δεν ρυθμίζεται ρητά το ζήτημα αν υπάρχει η δυνατότητα της περαιτέρω προς τρίτους παραχώρησης των παραχωρούμενων σε Δήμο ή Κοινότητα κοινοχρήστων και μάλιστα με το δικαίωμα της εκμετάλλευσης αυτών. Κατ' αρχήν κατά το γράμμα της διάταξης αυτής ούτε επιτρέπεται αλλά ούτε και απαγορεύεται ρητά η παραχώρηση αυτή.
Ενόψει, όμως, του ότι η περαιτέρω προς τρίτους παραχώρηση δυνάμει έννομης σχέσης κοινοχρήστων χώρων και αιγιαλών όχι μόνο δεν αποδοκιμάζεται από τη σχετική αλλά και την εν γένει νομοθεσία, αλλά προβλέπεται και σε άλλες διατάξεις, επιβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση με διασταλτική ερμηνεία (interpretatio extensiva) να γίνει δεκτό ότι οι Δήμοι και οι Κοινότητες έχουν τη δυνατότητα να παραχωρούν τα παραχωρηθέντα σ` αυτούς κοινόχρηστα σε τρίτους δυνάμει έννομης σχέσης (όπως είναι και η εκμίσθωσή τους), αφού κάτι τέτοιο δεν περιλαμβάνεται μεν στο γράμμα του νόμου ανταποκρίνεται, όμως, στο πνεύμα αυτού, δηλαδή περιέχεται στο λογισμό του νομοθέτη.
Τέτοιες διατάξεις είναι οι προαναφερθείσες διατάξεις του 11 παρ. 1 του α. ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας" (που ίσχυσε μέχρι 19-12-2001, οπότε καταργήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 3 του ν. 2971/2001) με τον οποίο επιτρέπονταν η παραχώρηση επ` ανταλλάγματι νησίδων, υφάλων ή σκοπέλων, και αβαθούς θάλασσας "μετά του έσωθεν ταύτης αιγιαλού" σε νομικά ή φυσικά πρόσωπα, και στον οποίο προβλεπόταν στην παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου 11 αυτού η δυνατότητα "ο προς ον η παραχώρησις" "να μεταβίβαση εν όλω ή εν μέρει το δικαίωμα αυτού ή άλλου ή να συνάψη οιανδήποτε εμπράγματον ή ενοχικήν σχέσιν αφορώσαν το παραχωρηθέν" εφόσον είχε την έγκριση των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτικών (ΟλΑΠ 17/2011 και ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 263/2020, ΑΠ 634/2014).
Τέτοιες αποφάσεις του Δ/ντή παραχώρησης χρήσης είναι αυτές 1103134/7796/Β0010/23-9-1998, 1043250/Β0010/27-4-1999, 10433770/ 4190/3-4-1999, 1028738/1588/6-5-1999 καθώς και η με αριθμ. 1026409/2541/Β0010/29-3-2000 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Με το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2399/1997 ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι αρμοδιότητες του περιφερειακού Δ/ντή περιήλθαν στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, ενώ με το άρθρο 1 παρ. 1 και 6 του ν. 2503/1997 ορίστηκε μεταξύ άλλων ότι οι περιφερειακές υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών σε επίπεδο νομού ή νομαρχίας δεν καταργούνται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και εξακολουθούν να αποτελούν υπηρεσίες των Υπουργείων Οικονομικών και μπορεί να υπαχθούν στην Περιφέρεια με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του αρμόδιου υπουργού κατά περίπτωση.
Κύριος διατάκτης των πιστώσεων του προϋπολογισμού των ανωτέρω υπηρεσιών ορίζεται, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, προϊστάμενος υπηρεσίας, η οποία εδρεύει στο νομό". Περαιτέρω, με τα άρθρα 13 παρ. 1, 2, 3 και 5 του ν. 2971/2001, "Παραχώρηση απλής χρήσης αιγιαλού, παραλίας", η ισχύς του οποίου άρχισε την 19-12-2001, ορίζονται τα εξής :
άρθρο 13 ." 1. Απλή χρήση του αιγιαλού και της παραλίας είναι κάθε χρήση, εφόσον από αυτήν δεν παραβιάζεται ο προορισμός τους ως κοινόχρηστων πραγμάτων και δεν επέρχεται αλλοίωση στη φυσική μορφολογία τους και τα βιοτικά στοιχεία τους. 2. Η παραχώρηση της απλής χρήσης του αιγιαλού και της παραλίας γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών έναντι ανταλλάγματος, κατά τις διατάξεις για την εκμίσθωση δημόσιων κτημάτων.
Σε ό,τι αφορά αιγιαλό και παραλία που περιβάλλει ή εντός του οποίου βρίσκονται αρχαιολογικοί χώροι, μνημεία και ιστορικοί τόποι, απαραίτητη προϋπόθεση για την παραχώρηση της απλής χρήσης του αποτελεί η σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Πολιτισμού. Σε Ο.Τ.Α., φορείς διοίκησης και εκμετάλλευσης Λιμένων, οργανισμούς κοινής ωφέλειας και Ν.Π.Δ.Δ.
η παραχώρηση δύναται να γίνει και απευθείας με ή χωρίς αντάλλαγμα. Σε ιδιωτικό φορέα διαχείρισης η παραχώρηση γίνεται πάντοτε με αντάλλαγμα. 3. Είναι δυνατή η παραχώρηση, με τη διαδικασία και τους όρους του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου, της απλής χρήσης αιγιαλού για την άσκηση δραστηριοτήτων, που εξυπηρετούν τους λουομένους ή την αναψυχή του κοινού (όπως εκμίσθωση θαλάσσιων μέσων αναψυχής, καθισμάτων, ομπρελών, λειτουργία τροχηλάτου αναψυκτηρίου κ.λπ.)... 5.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών επιτρέπεται η απ` ευθείας παραχώρηση με ή χωρίς αντάλλαγμα της απλής χρήσης του αιγιαλού και της παραλίας σε Δήμους και Κοινότητες για την άσκηση των δραστηριοτήτων της παρ. 2. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
Με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 5 του ν. 2971/2001 ορίζεται ότι με την επιφύλαξη της παραγράφου 6 του άρθρου 14 και άλλων ειδικών διατάξεων ο παραχωρησιούχος δεν επιτρέπεται να μεταβιβάσει ολικά ή μερικά το δικαίωμά του σε άλλον ή να συνάψει οποιαδήποτε σχέση γι` αυτό, με ή χωρίς αντάλλαγμα, που να αφορά την έκταση, που παραχωρήθηκε ή τις εγκαταστάσεις και γενικά τα έργα πάνω σε αυτή, χωρίς έγκριση του Υπουργού Οικονομικών, σε περίπτωση δε που ο παραχωρησιούχος είναι Ο.Τ.Α.
και του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Η απαγόρευση αυτή δεν καταλαμβάνει τη μεταβίβαση δικαιώματος Ο.Τ.Α. σε αμιγή επιχείρηση του ιδίου Ο.Τ.Α. Η παράβαση της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου συνεπάγεται αυτοδικαίως την ανάκληση της παραχώρησης ...". Εξάλλου, με το ν. 301/1976 ορίζεται ότι "1.
Διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως δημοσιεύονται : α) ... β)... γ) Αι κανονιστικού χαρακτήρος πράξεις... των υπουργών ..." (άρθρο 1) καθώς και ότι "Η Εφημερίς της Κυβερνήσεως εκδίδεται εις τα κάτωθι τεύχη : α) ... β) Τεύχος Δεύτερον: Εις το τεύχος τούτο καταχωρούνται αι κανονιστικαί εν γένει αποφάσεις των υπουργών..." (άρθρο 5).
Αντίστοιχες διατάξεις περιλαμβάνονται στο άρθρο 5 παρ. 2 περ. θ` και στο άρθρο 7 παρ. 2 περ. β` του μεταγενεστέρου ν. 3469/2006, από της ενάρξεως ισχύος του οποίου (01.09.2006) καταργήθηκε ο ν. 301/ 1976 (άρθρο 25 παρ. 1 περ. α`), όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε. Επομένως, προκειμένου να αποκτήσει νόμιμη υπόσταση η κανονιστικού περιεχομένου κοινή υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατ` εφαρμογή της παραγράφου 5 του άρθρου 13 του ν. 2971/2001 πρέπει να δημοσιευθεί στο Β` Τεύχος της Εφημερίδας της Κυβέρνησης.
Με την 1047427/4612/Β0016/3-6-2002 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών "Απευθείας παραχώρηση, με αντάλλαγμα, του δικαιώματος απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) Α` Βαθμού", στο στοιχείο 1 του προοιμίου της οποίας γίνεται επίκληση του άρθρου 13 του ν. 2971/2001, παραχωρήθηκε απ` ευθείας και με αντάλλαγμα στους Ο.Τ.Α.
Α` Βαθμού το δικαίωμα της απλής χρήσεως των ευρισκομένων εντός των ορίων της διοικητικής τους περιφερείας αιγιαλού και παραλίας, για το χρονικό διάστημα από 01.06.2002 έως 31.05.2005, δυνάμενο να μεταβιβασθεί από κάθε Ο.Τ.Α. σε δική του αμιγή επιχείρηση για το ίδιο χρονικό διάστημα (άρθρο 1). Με τα άρθρα 2 και επόμενα της κοινής αυτής υπουργικής απόφασης καθορίστηκαν τα είδη του αιγιαλού και παραλίας που εξαιρούνται της παραχωρήσεως, καθώς και οι όροι και οι προϋποθέσεις της προβλεπόμενης στο άρθρο 1 αυτής παραχώρησης.
Η ισχύς της ως άνω κοινής υπουργικής αποφάσεως παρατάθηκε με διαδοχικές υπουργικές αποφάσεις. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, εφόσον με αυτές παραχωρείται για ορισμένο χρονικό διάστημα και με καθοριζόμενους με αυτούς όρους και προϋποθέσεις, μέρος του συνόλου των αιγιαλών της Χώρας.
Επομένως, για να αποκτήσουν νόμιμη υπόσταση, έπρεπε να δημοσιευθούν στο Β` Τεύχος της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Αυτό, όμως, δεν συνέβη, με αποτέλεσμα αυτές να τυγχάνουν ανυπόστατες και οι σχετικές παραχωρήσεις από το Δήμο σε τρίτο να είναι άκυρες (άρθρ. 174 και 180 ΑΚ ΣτΕ 943/2010, ΣτΕ 3868/2008). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) δια της Κτηματικής Υπηρεσίας του στο Νομό Κέρκυρας εξέδωσε σε βάρος του εφεσίβλητου (ήδη αναιρεσίβλητου), το υπ' αριθμόν ΚΥ/1548/8-12-2003 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης, με το οποίο του επιβλήθηκε ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 51.745,32 ευρώ, για αυθαίρετη χρήση απ' αυτόν, κατά το χρονικό διάστημα 1998 - 2002, αιγιαλού και θαλάσσιου χώρου, στην περιοχή "Κομμένο", εμβαδού 252 τ.μ., με ξύλινη εξέδρα πάνω σε κολώνες από μπετόν εμπηγμένες στον πυθμένα της θάλασσας, που οριοθετείται στο συνημμένο στο ανωτέρω πρωτόκολλο τοπογραφικό διάγραμμα.
Στην ανωτέρω περιοχή έχει γίνει καθορισμός ορίων αιγιαλού και παραλίας με την υπ' αριθμόν ΟΕ/6120/18-4-1989 απόφαση του Νομάρχη Κέρκυρας, νομίμως δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ, η οποία κατέστη οριστική. Ο εφεσίβλητος διατηρεί, στην περιοχή αυτή, επιχείρηση θαλασσίων μέσων αναψυχής από το έτος 1975. Η ευρισκόμενη εντός της θάλασσας εξέδρα κατασκευάστηκε πριν από το έτος 1975, προς εξυπηρέτηση πελατών παρακείμενων ξενοδοχείων, οι οποίοι ήθελαν να απολαύσουν θαλάσσια σπορ, που συνέχονται με την ύπαρξη της εξέδρας.
Από το έτος 1975 και εντεύθεν συνεχώς, η εξέδρα αυτή χρησιμοποιείται από τον εφεσίβλητο και είναι απαραίτητη γι' αυτόν, καθώς χωρίς αυτήν δεν δύναται να λειτουργήσει η σχολή θαλασσίων σπορ που λειτουργεί νομίμως, έχοντας προς τούτο σχετική άδεια (βλ. υπ' αριθμ. 89/2119.3/104/04 ανανέωση άδειας). Για τη χρήση αυτή της εξέδρας, ο εφεσίβλητος καταρτίζει κάθε χρόνο σύμβαση μισθώσεώς της, αρχικά με το Δήμο Φαιάκων και από το έτος 1987 με τον Δήμο Κερκυραίων, καταβάλλοντας ανελλιπώς κατ' έτος το συμφωνηθέν μίσθωμα (βλ.
σχετικά διπλότυπα εισπράξεως) και για τα επίμαχα έτη 1998, 1999, 2000, 2001 και 2002, κατέβαλε τα σχετικά με αριθμούς 2991/31-7-1998 4902/21-10-99, 4225/2002 διπλ. Εισπράξεως και σχετ. υπ' αριθμ. 4394/12-4-2004 βεβαίωση του Δήμου Κερκυραίων.
Συνεπώς, σε καμία αυθαίρετη κατάληψη του επίδικου χώρου προέβη ο εφεσίβλητος με σκοπό απόκτησης δικαιωμάτων σε βάρος του Δημοσίου, η δε χρήση της εξέδρας εγένετο υπ' αυτού κατόπιν διαδοχικών συμβάσεων που συνάπτονταν μεταξύ αυτού και του Δήμου Κερκυραίων και όχι αυθαιρέτως, το δε μίσθωμα καταβάλλονταν υπ' αυτού ανελλιπώς στον εκμισθωτή Δήμο, ο οποίος σημειωτέον είναι Νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου....
Συνεπώς, ελλείπουν οι... προϋποθέσεις εκδόσεως του προσβαλλομένου πρωτοκόλλου και θα πρέπει αυτό να ακυρωθεί, κατά παραδοχή, ως βασίμων, κατ' ουσίαν των προβαλλομένων λόγων επί της κατ' αυτού ασκηθείσας νομοτύπως και εμπροθέσμως ανακοπής υπό του εφεσιβλήτου..". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 301/1976, του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 π.δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/1933 και 49 παρ. 3 του ν. 1416/1984, 967, 180, 926 Α.Κ., καθόσον ο αναιρεσίβλητος, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή ότι έκανε χρήση της ένδικης έκτασης αιγιαλού αλλά και της ευρισκόμενης εντός της θάλασσας από το έτος 1975 εξέδρας, δυνάμει κατ' έτος καταρτιζόμενων συμβάσεων μισθώσεως αρχικά με το Δήμο Φαιάκων και από το έτος 1987 με τον Δήμο Κερκυραίων, δεν έκανε, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, αυθαίρετη έναντι του Δημοσίου χρήση της κοινόχρηστης έκτασης αιγιαλού και της εξέδρας.
Και τούτο, διότι, για το χρονικό διάστημα των ετών 1998, 1999, 2000 και 2001, υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 49 παρ. 3 του ν. 1416/1984, νόμιμα παραχωρήθηκε στο Δήμο Κέρκυρας, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, όχι μόνο η χρήση της ένδικης έκτασης αιγιαλού αλλά και το δικαίωμα εκμετάλλευσης αυτού με την περαιτέρω προς τρίτους εκμίσθωση έναντι ανταλλάγματος, ενώ, στη συνέχεια, υπό την ισχύ του ν. 2971/2001 (άρθρ. 13), οι παραλείψεις των μεν οργάνων του Δημοσίου να δημοσιεύσουν τη με αριθμ. 1047427/4612/Β0016/3-6-2002 ΚΥΑ των Υφυπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών για παραχώρηση της χρήσης της έκτασης στους ΟΤΑ (και συνεπώς και στον παραπάνω Δήμο), και του Δήμου να λάβει έγκριση για την περαιτέρω παραχώρηση της χρήσης της έκτασης και των εγκαταστάσεων αυτής προς τον αναιρεσίβλητο, με σχετική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (άρθρ. 15 παρ. 5 του ν. 2971/2001) και, ως εκ τούτου, η μη ολοκλήρωση της διαδικασίας παραχώρησης χρήσης και εκμετάλλευσης της ένδικης δημόσιας έκτασης, με τη δημοσίευση των κανονιστικών πράξεων της αρμόδιας αρχής και την έκδοση αδειών χρήσης, εκμετάλλευσης και κατασκευής έργων, δεν δύνανται, σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης, που διέπουν τη λειτουργία του Ελληνικού Δημοσίου και του ν.π.δ.δ.
Δήμου Κερκυραίων, και τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του συναλλασσόμενου προς τη Διοίκηση, να επιρριφθούν στον διοικούμενο καλόπιστο αναιρεσίβλητο, επιδείξαντα, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου της απόφασης, την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και μη προκαλέσαντα ή μετασχόντα στην επικαλούμενη από το Ελληνικό Δημόσιο ζημία που προκλήθηκε σ' αυτό από τις πιο πάνω παραλείψεις και ενέργειες των οργάνων αυτού και του Δήμου Κερκυραίων.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων, και ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, διότι μόνη προϋπόθεση για την έκδοση πρωτοκόλλου αποζημίωσης σε βάρος του αναιρεσίβλητου αποτελεί η μη εκμίσθωση της ένδικης έκτασης από το Ελληνικό Δημόσιο, με το δεύτερο λόγο, διότι δεν παραχωρήθηκε προς τον Δήμο Κερκυραίων το δικαίωμα περαιτέρω παραχώρησης της ένδικης έκτασης, και, συνεπώς, είναι άκυρη η εκμίσθωση προς τον αναιρεσίβλητο, αφού έγινε παρά μη κυρίου και επί δημοσίων ακινήτων δεν ισχύει η αρχή της μίσθωσης αλλότριου ακινήτου, με τον τρίτο λόγο, διότι η εκμίσθωση από το Δήμο Κερκυραίων προς τον χρήστη έγινε χωρίς να προηγηθεί σχετική έγκριση του Υπουργού Οικονομικών και Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, με τον τέταρτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος, διότι η εξέδρα, ως κατασκευή, ήταν παράνομη, διότι δεν εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 του α.ν. 2344/1940 και ήδη άρθρο 14 του ν. 2971/2001, άδεια εκτέλεσης έργου από τον Υπουργό Οικονομικών με τήρηση της σχετικής διοικητικής διαδικασίας, και με τον πέμπτο λόγο, διότι η μίσθωση ήταν άκυρη, για τα έτη 1998 -2001, αφού ο Δήμος Κερκυραίων δεν έλαβε άδεια από τους Υπουργούς Οικονομίας και Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης, και για το έτος 2002, υπό την ισχύ του άρθρ. 13 του ν. 2971/2002, επειδή δεν έλαβε χώρα δημοσίευση στο Β' τεύχος της Ε.τ.Κ.
της με αριθμ. 1047427/4612/Β0016/3-6-2002 κοινής απόφασης των Υφυπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία παραχωρήθηκε απευθείας και με αντάλλαγμα στους Ο.Τ.Α. το δικαίωμα απλής χρήσης του αιγιαλού και της παραλίας, που βρίσκονται στα όρια της διοικητικής τους περιφέρειας, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, ότι εσφαλμένα έκρινε ότι η εκμίσθωση από το Δήμο Κερκυραίων αφορούσε την εξέδρα, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 115 του προεδρικού διατάγματος της 11/12-11-1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν.4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 ν.5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/1951 και 5 παρ.4 α.ν.263/1968, η βεβαιούμενη, κατά την παρ. 1, αποζημίωση σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων, "ορίζεται κατά κρίση αγαθού ανδρός με πρωτόκολλο το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο, ο οποίος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδίκου ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημιώσεως, οι οποίοι, κρίνοντες εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση....
Αν όμως αμφισβητείται με την ανακοπή το δικαίωμα του Δημοσίου, η απόφαση του Ειρηνοδίκου ή του Προέδρου ουδεμία ασκεί επιρροή στη δίκη για το δικαίωμα, η οποία ήθελε κινηθεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Το πρωτόκολλο αποζημιώσεως, εφόσον δεν ανακοπεί εμπροθέσμως ή εφόσον επικυρωθεί ή τροποποιηθεί, αποτελεί τίτλο διοικητικής εκτελέσεως κατά τον νόμο περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, κατά της οποίας ουδεμία ανακοπή χωρεί από τις διατάξεις του νόμου αυτού".
Mετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ως άνω ανακοπής έχει, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 εδ. ε και στ, 3 παρ. 1, 2, 4, 24 παρ. 1 και 39 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, σε πρώτο βαθμό το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΕισΝΚΠολΔ, "Στις περιπτώσεις που ειδικοί νόμοι παραπέμπουν σε διατάξεις οι οποίες καταργούνται με το νόμο αυτό, από την εισαγωγή του ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του, ενώ στις περιπτώσεις που διατάξεις του Αστικού Κώδικα ή άλλου νόμου παραπέμπουν στην αρμοδιότητα και στην επ` αναφορά διαδικασία γενικά του Προέδρου Πρωτοδικών, από την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι αρμόδιο το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.
ΚΠολΔ, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά". Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 εδ. ε` και στ` και 4 του ΕισΝΚΠολΔ, κατά τις οποίες "καταργούνται όλες οι διατάξεις που αφορούν θέματα που ρυθμίζει ο ΚΠολΔ, εφόσον δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις αυτού, ή καθιερώνουν ειδικές διαδικασίες ή ειδικούς κανόνες για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων", προκύπτει ότι από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, αρμόδιο καθ` ύλην δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών από τη βεβαίωση με πρωτόκολλο της αποζημίωσης που οφείλει στο Δημόσιο εκείνος ο οποίος καρπώνεται ή κάνει χρήση αυθαίρετα δημόσιου κτήματος, είναι αποκλειστικά το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 1408/2012).
Η σχετική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, υπόκειτο, μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 4072/2012 στα ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως (Ολ.Α.Π.21-22/2002). Ανεξαρτήτως του ότι η απόφαση που εκδίδεται στις διαφορές αυτές τέμνει οριστικώς την υπόθεση και δεν έχει το χαρακτήρα ασφαλιστικού μέτρου, λόγω της εφαρμογής της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων για το σκοπό της ταχύτερης εκδίκασης της, δεν απαιτείται να τηρηθούν οι εγγυήσεις της τακτικής διαδικασίας, αλλά εφαρμόζονται ειδικά οι διατάξεις της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και, συγκεκριμένα, και εκείνη του άρθρου 690 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο (πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο) αρκείται σε πιθανολόγηση των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1326/2019, ΑΠ401/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την κατά πιθανολόγηση κρίση της, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 690 ΚΠολΔ, έκρινε με πιθανολόγηση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και όχι με πλήρη απόδειξη, υποπίπτοντας, έτσι, στις με αριθμό 1 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι απαράδεκτος, καθόσον η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφορά παραβίαση κανόνα ουσιαστικού κανόνα δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, και όχι κανόνες δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 55/2021, ΑΠ 383/2021), όπως στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία πλήττεται η διαδικασία που τηρήθηκε κατά την παροχή της ένδικης προστασίας.
Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το δεύτερος σκέλος, είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, το Εφετείο ορθώς έκρινε, κατά πιθανολόγηση, αφού δεν πρόκειται για αγωγή αναγνωριστική ανυπαρξίας του δικαιώματος του Δημοσίου προς αποζημίωση. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται υπέρ του αναιρεσίβλητου λόγω της ερημοδικίας του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-5-2011 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμ. 181/2009 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ