Legislator Case Law & Legislation
568/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague common sense violation claim.

Case Number 568/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting a retrial request. The appellant argued the lower court violated common sense logic by ignoring public documents, but the court found this argument vague and insufficiently specific. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 544(6) and 559(1b) of the Code of Civil Procedure; A retrial is permitted only upon proven perjury with a final criminal judgment, and a common sense violation appeal is inadmissible if it fails to specify the violated teachings and the legal rule affected.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure retrial request common sense teachings vague appeal grounds legal costs perjury requirement procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 544(6) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1b) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 568 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 568/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Φ. Λ. το γένος Γ. Ζ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Λεωνίδα κωνσταντόπουλου.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Στυλιανού Βαγιάνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 985/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2420/2013 Εφετείου Αθηνών.

Την αναψηλάφηση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 5-4-2014 αίτησή της και τους από 15-12-2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 2829/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-11-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 17-5-2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η 2829/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε την από 5-4-2014 αίτηση αναψηλάφησης και το από 15-12-2014 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, της 2420/2013 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή [ΚΠολΔικ 577 παρ. 1] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [ΚΠολΔικ 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ]. Κατά το άρθρο 544 αρ. 6 ΚΠολΔικ, αναψηλάφηση επιτρέπεται, εκτός άλλων, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ή σε πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία του.

Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες από αυτή. Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να αφορά ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρικής κατάθεσης, διότι και το εν μέρει ψευδές αυτής κλονίζει την εμπιστοσύνη για όλη την κατάθεση, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη με αναψηλάφηση απόφαση.

Ο λόγος δε της ψευδούς κατάθεσης είναι αδιάφορος, διότι η διάταξη δεν κάνει διακρίσεις, ενώ, εξ άλλου, δεν έχει σημασία αν η κατάθεση έγινε ενώπιον δικαστηρίου ή εκτός δίκης, εφόσον τούτο επιτρέπεται από το νόμο, ούτε αν εκτιμήθηκε προς άμεση απόδειξη ή ως δικαστικό τεκμήριο. Ενόψει τούτων, το επιλαμβανόμενο της ψευδορκίας δικαστήριο (ποινικό ή το δικάζον την ως άνω κύρια αναγνωριστική αγωγή) περιορίζεται στην αναγνώριση του ψεύδους της μαρτυρικής κατάθεσης, η οποία θεμελιώνει το δικαίωμα του διαδίκου, που επιδίωξε την αναγνώριση της ψευδορκίας, να ασκήσει στη συνέχεια αίτηση αναψηλάφησης και δεν επεκτείνει την έρευνά του στην επίδραση που είχε η ψευδής κατάθεση στην έκβαση της δίκης, διότι τούτο αποτελεί αντικείμενο έρευνας του μέλλοντος να δικάσει την αναψηλάφηση δικαστηρίου.

Για τη θεμελίωση, όμως, κατά νόμο, του προπαρατεθέντος λόγου αναψηλάφησης, πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση, ότι η ψευδής κατάθεση του μάρτυρα είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση αυτή‚ δηλαδή το διατακτικό της προσβαλλομένης με την αναψηλάφηση απόφασης να στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εν λόγω κατάθεση.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 538, 539, 545 και 547 ΚΠολΔικ, σε αναψηλάφηση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των δικαστηρίων, οι μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, συμπεριλαμβανομένων και των αποφάσεων του Αρείου Πάγου, εφόσον δίκασε κατ’ ουσία. Η αναψηλάφηση ασκείται εντός ορισμένης προθεσμίας, με δικόγραφο περιέχον τους λόγους αυτής, οι οποίοι πρέπει να είναι μεταξύ των περιοριστικώς καθοριζομένων από το νόμο.

Κατά δε το άρθρο 549 ΚΠολΔικ, εάν κριθεί ότι η αναψηλάφηση είναι παραδεκτή και έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, το δικαστήριο προβαίνει στην εξέταση των λόγων της και, αν θεωρήσει οποιονδήποτε από αυτούς παραδεκτό και βάσιμο, δέχεται την αίτηση, εξαφανίζει την προσβαλλόμενη απόφαση και εξετάζει πλέον την ουσία της υποθέσεως εντός των διαγραφομένων με την αναψηλάφηση ορίων, τότε δε κρίνεται και το παραδεκτό των ισχυρισμών, της επαναφοράς τους, των αποδεικτικών μέσων κλπ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 9/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) επισκόπηση της προσβαλλομένης 2829/2015 απόφασης του Εφετείου προκύπτουν τα ακόλουθα : «Με την απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, από 31-12-2009, αγωγή του ο ενάγων, ήδη καθ’ ου η αίτηση αναψηλάφησης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, στρεφόμενος κατά της εναγομένης, ήδη αιτούσας την αναψηλάφηση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ζήτησε, κατά το κύριο αίτημά της, να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο περιγραφόμενο ακίνητο (οικόπεδο έκτασης 624,50 τετρ.

μέτρων, κείμενο στο …ΟΤ του Δήμου ..., επί της οδού ...), την οποία απέκτησε με προσόντα έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος το ακίνητο με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από είκοσι χρόνια, ήτοι από το έτος 1979 μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 985/2011 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία (η αγωγή) απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν.

Ο ενάγων άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 1-10-2011 έφεση (αριθ. κατάθ. .../2011), η οποία συζητήθηκε στη δικάσιμο της 26-4-2012, αντιμωλία των διαδίκων, και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2420/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία, η έφεση έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στη συνέχεια έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η παραπάνω αγωγή και αναγνωρίστηκε το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο.

Κατά τη συζήτηση της άνω αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο, ως μάρτυρας του ενάγοντος (απόδειξης), ο γιος του Γ. Ρ. και η κατάθεσή του περιέχεται στα 985/8-3-2011 πρακτικά (απομαγνητοφωνημένα) του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατέθεσε τα εξής, τα οποία αναφέρονται στις σελίδες "5", "7" και "10" των άνω πρακτικών: "ΕΡΩΤΗΣΗ:

Και κάποια άλλη χρήση έκανε του επιδίκου; ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είχε φτιάξει μια πρόχειρη κατασκευή με τσιμεντόλιθους, ελενίτ και στην άλλη άκρη του οικοπέδου που είχε κάποια ζώα μέσα. Κότες, κουνέλια. ΕΡΩΤΗΣΗ: Πότε έγινε αυτό; ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Από την αρχή σχεδόν. Το 1980. Τώρα ήταν ένα χρόνο μετά; πάντως όταν ξεκίνησε να κάνει χρήση του οικοπέδου δηλαδή μες το εξάμηνο του 1980 έκανε και αυτή την κατασκευή.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: δηλαδή είχαν καθαριστεί κάποια κομμάτια του οικοπέδου και κάναμε τις εργασίες. Κάποια διαδρομάκια ας το πούμε που πηγαίναμε στις κότες για να τις ταϊσουμε (σελίδα "5" των πρακτικών). ΕΡΩΤΗΣΗ: Σε αυτό το οικόπεδο μέσα όταν έβαλε το κοτέτσι, τι είχε μέσα στο κοτέτσι. ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κάποια στιγμή κότες, μετά κουνέλια.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Εμφανίστηκε ποτέ κανείς; ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Όχι, όχι. ΕΡΩΤΗΣΗ: Να του πει βγάλε το κοτέτσι αυτό; ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Όχι, γιατί πήγαινα εγώ και τάιζα τα κοτόπουλα, ποτέ δεν ήρθε κάποιος να μου πει τι κάνεις, ποτέ δεν με είχαν ενοχλήσει εμένα (σελίδα "7" των πρακτικών). ΕΡΩΤΗΣΗ: Τα μπάζα στην οικοδομή ποιός τα είχε ρίξει;

γιατί το οικόπεδο είχε μπάζα. Ότι 80 πόντους, δύο μέτρα μπάζα, από δρόμο δηλαδή... Ποιός τα έριξε; γιατί ο πατέρας σας ισχυρίζεται ότι τα έβαλε αυτός τα μπάζα. ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Μπάζα έφερνε και μάλιστα έχουν έρθει με γερανό. ΕΡΩΤΗΣΗ: Μπάζα, χώματα, τούβλα, πανιά... ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ακριβώς. Όλες οι εργασίες όταν ολοκληρωνόντουσαν οι εργασίες που έκαναν στις οικοδομές, καθάριζαν την οικοδομή και μετά έφευγαν...

ΕΡΩΤΗΣΗ: Τι σχέση έχει ο σιδεράς να καθαρίζει την οικοδομή; ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Αν έρθω να βάλω μία σιδεριά εδώ δεν μπορώ να αφήσω το μπαλκόνι σας ή οτιδήποτε να το αφήσω ακάθαρτο. ΕΡΩΤΗΣΗ: Παίρνατε τα μπάζα και τα πηγαίνατε στο οικόπεδο; ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Παίρναμε τα μπάζα τα μαζεύαμε σε τσουβαλάκια ή σε μεγάλα τσουβάλια... (σελίδα "11" των πρακτικών".

Επίσης, κατά τη συζήτηση της άνω αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο ενάγων προσκόμισε, με επίκληση, την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών .../7- 8-2006 ένορκη βεβαίωση του ίδιου ως άνω μάρτυρα, η οποία εκτιμήθηκε ως δικαστικό τεκμήριο, δεδομένου ότι είχε ληφθεί και χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο προηγούμενης δίκης μεταξύ των διαδίκων, περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής για το επίδικο ακίνητο, η οποία είχε διεξαχθεί πρωτοδίκως μεν, στις 7-8- 2006, στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και κατ’ έφεσιν, στις 28-9-2010, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Στην εν λόγω ένορκη βεβαίωση ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Ενθυμούμαι ότι αμέσως μετά την ενοικίαση του οικοπέδου, ο πατέρας μου, έκτισε ένα κοτέτσι στην απέναντι από το σιδηρουργείο μας πλευρά του οικοπέδου, στο οποίο τοποθέτησε κότες, κουνέλια και περιστέρια και περιμετρικά σε κάποια απόσταση από το κοτέτσι έβαλε συρματόπλεγμα.

Πολλές φορές τα τάιζα και εγώ. Για να μη χωράνε να μπουν άλλα αυτοκίνητα, ο πατέρας μου επίτηδες είχε αφήσει, από 20ετίας περίπου, διάσπαρτα μέσα στο οικόπεδο αυτό, ... σάκους μεγάλης αντοχής, γεμάτους με οικοδομικά υλικά, που υπάρχουν ακόμα και σήμερα. Κάθε σάκος έχει όγκο περίπου 1 κυβικού μέτρου και βάρος 1 τόνου και αν κάποιος επιχειρήσει να τους μετακινήσει θα χρειαστεί είτε αυτοκίνητο με γερανό είτε εργάτες και έτσι θα γινόταν αμέσως αντιληπτός από εμάς ή τους γείτονες...".

Περαιτέρω, ο ανωτέρω μάρτυρας Γ. Ρ., για τις πιο πάνω περικοπές των καταθέσεών του, με την 8484/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία, όπως προεκτέθηκε, έχει καταστεί αμετάκλητη, καταδικάστηκε για ψευδορκία κατ’ εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, ενώ με την ίδια απόφαση ο ενάγων - καθ’ ου η αίτηση αναψηλάφησης καταδικάστηκε στην ίδια ποινή για ηθική αυτουργία στην ως άνω πράξη.

Ωστόσο, από το περιεχόμενο της 2420/2013 προσβαλλόμενης απόφασης του Δικαστηρίου αυτού αποδεικνύεται ότι η κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα και η .../7-8- 2006 ένορκη βεβαίωσή του, για μέρος των οποίων, κατά τα προεκτεθέντα, καταδικάστηκε αμετακλήτως για ψευδορκία κατ’ εξακολούθηση, δεν ήταν τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο τούτο, προκειμένου να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφασή του.

Οι καταθέσεις αυτές συνεκτιμήθηκαν με την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, με τις καταθέσεις όλων των υπόλοιπων μαρτύρων, που εξετάστηκαν ή που έδωσαν ένορκες βεβαιώσεις στο πλαίσιο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων και στο πλαίσιο της ποινικής δίκης, ενώ συνεκτιμήθηκαν και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το παρόν Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, έλαβε υπόψη, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά (δηλαδή, τις καταθέσεις του Γ.

Ρ. και του Φ. Λ., και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, από τα οποία, άλλα έλαβε υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων τις καταθέσεις του ως άνω μάρτυρα Φ. Λ. και του μάρτυρα του καθ’ ου - ενάγοντος, Α. Ν., που εξετάστηκαν στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων και περιέχονται στα 4937/2006 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, τις ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν, με την επιμέλεια του καθ’ ου η αίτηση, στο πλαίσιο της ίδιας δίκης (ασφαλιστικών μέτρων), δηλαδή την .../2006 του Γ.

Ρ., καθώς και τις, παρομοίου περιεχομένου με αυτήν, 13324/2006 και 13326 ένορκες βεβαιώσεις του Ι. Σ. και του Μ. Γ., αντίστοιχα, την από 1-2-2011 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Ι. Π. ενώπιον της 7ης Πταισματοδίκη Αθηνών, τις αεροφωτογραφίες και τις φωτογραφίες που προσκομίστηκαν, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε.

Εξάλλου, η κατάθεση και η ένορκη βεβαίωση του εν λόγω μάρτυρα δεν είχαν αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της ως άνω κρίσης του Δικαστηρίου, η οποία δεν θα ήταν διαφορετική και χωρίς αυτές. Μάλιστα, ειδικά ως προς το σκέλος της κατάθεσης και της ένορκης βεβαίωσης, με το οποίο ο άνω μάρτυρας κατέθεσε ότι ο ενάγων, αμέσως μετά την ενοικίαση του γειτονικού οικοπέδου, έχτισε μέσα στο επίδικο ένα κοτέτσι, στο οποίο τοποθέτησε κότες και κουνέλια και έβαλε και συρματόπλεγμα, η προσβαλλόμενη απόφαση ρητά αναφέρει ότι "Το ποιός είχε κατασκευάσει τον ορνιθώνα δεν συνιστά ουσιώδες ούτε κρίσιμο γεγονός, εν προκειμένω, ενόψει του ότι το επίδικο χρησιμοποιούσε ο ενάγων για την εργασία του, ούτε ήταν αναγκαία η περίφραξη του επιδίκου από τον ενάγοντα αφενός λόγω της υψομετρικής διαφοράς του σε σχέση με το δρόμο που καθιστούσε δύσκολη την πρόσβαση τρίτων σε αυτό, αφετέρου διότι δεν είχε οχληθεί από κανένα καθ’ όλο το διαδραμόντα χρόνο μέχρι το έτος 2000, που εκδηλώθηκε η βούληση της εναγομένης να διεκδικήσει τούτο".

Εξάλλου, το ότι ο μάρτυρας της αιτούσας Φ. Λ., με την ήδη αμετάκλητη 8556/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, την οποία φέρεται ότι τέλεσε με την κατάθεση που έδωσε στις 7-8-2006, στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία περιλαμβάνεται στα 4937/2006 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση το παρόν Δικαστήριο, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η εν λόγω κατάθεση συνεκτιμήθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, για το σχηματισμό της κρίσης της.

Επίσης, το ότι με την ίδια, ους άνω, 8556/2.013 απόφαση αθωώθηκε για ψευδορκία μάρτυρα ο Π. Τ., την οποία φέρεται ότι τέλεσε με όσα διαλαμβάνονται στην 13308/2006 ένορκη βεβαίωσή του, η οποία λήφθηκε και χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, είναι χωρίς νομική επιρροή, αφού η εναγομένη δεν επικαλέστηκε, ούτε προσκόμισε την εν λόγω ένορκη βεβαίωση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, η ψευδορκία του ως άνω μάρτυρα, για την οποία καταδικάστηκε αμετάκλητα με την προαναφερόμενη απόφαση, δεν θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναψηλαφήσεως, καθόσον το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ψευδή αυτού κατάθεση, ούτε αυτή επηρέασε αποφασιστικά, έστω και κατά ένα μέρος, την κρίση του Δικαστηρίου, σχετικά με την άσκηση πράξεων νομής εκ μέρους του ενάγοντος μέσα στο επίδικο ακίνητο για χρονικό διάστημα είκοσι ετών πριν από την άσκηση της άνω, αναγνωριστικής της κυριότητας, αγωγής του ».

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο το μοναδικό λόγο του κύριου δικογράφου και τους πρόσθετους συναφείς λόγους για αναψηλάφηση της 2420/2013 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρης , σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που, σε συνδυασμό με το παραπάνω σαφές αποδεικτικό πόρισμά του, αναφορικά με την απόρριψη του λόγου αναψηλάφησης και των πρόσθετων λόγων αυτής, επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή όχι εφαρμογής του άρθρου 544 αριθμός 6 ΚΠολΔικ και της υπαγωγής σε αυτό των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε, επί πλέον δε έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς της αιτούσας, που διαλαμβάνονται στην αίτηση αναψηλάφησης και στο δικόγραφο πρόσθετων λόγων και τους απέρριψε.

Ειδικότερα δέχθηκε ότι α) η ένορκη κατάθεση και η ένορκη βεβαίωση του Γ. Ρ., ο οποίος καταδικάστηκε αμετακλήτως για ψευδορκία, δεν ήταν τα μόνα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναψηλάφησης απόφαση του Εφετείου, β) οι καταθέσεις αυτού συνεκτιμήθηκαν με την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Φ.

Λ. και των μαρτύρων που χορήγησαν ένορκες βεβαιώσεις και μνημονεύονται στην υπό αναψηλάφηση απόφαση, γ) συνεκτιμήθηκαν και τα έγγραφα, που με επίκληση προσκομίστηκαν και δ) οι καταθέσεις του μάρτυρα , που καταδικάστηκε για ψευδορκία δεν είχαν αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου, η οποία δεν θα ήταν διαφορετική και χωρίς αυτές.

Ειδικότερα ως προς το σκέλος των καταθέσεών του, για το οποίο καταδικάστηκε και αφορούσε στην κατασκευή και στη χρήση ορνιθώνα από τον αναιρεσίβλητο στο επίδικο, δεν θεωρείται κρίσιμο και δεν διαφοροποιεί την όλη κατάσταση , καθόσον το Εφετείο, προκειμένου να στηρίξει τις παραδοχές του για την κτήση της κυριότητάς του με χρησικτησία, έλαβε υπόψη την κατάθεσή του ως προς τις πράξεις νομής του αναιρεσίβλητου επί εικοσαετία και πλέον, που έχουν σχέση με την επιχειρηματική του δραστηριότητα ως σιδηρουργού, όπως ρητώς εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση .

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως προς το σκέλος αυτού, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ , είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος δε λόγος κατά το σκέλος αυτού , που δεν αιτιάται παραβίαση των παραπάνω διατάξεων για το ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά, εσφαλμένα δεν υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 544 αρ. 6 ΚΠολΔικ , αλλά στο ότι θα έπρεπε να γίνουν δεκτά άλλα πραγματικά περιστατικά, που η αναιρεσείουσα πρότεινε, είναι απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίφαση της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική, περί την εκτίμηση των πραγμάτων, κρίση του Δικαστηρίου.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 εδ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελεί και ο πρόσθετος λόγος έφεσης ή αναψηλάφησης, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (ΟλΑΠ 3/2008). Το παράπονο για μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης ή αναψηλάφησης απορρίπτεται αν ρητώς ή "εκ των πραγμάτων" προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε το λόγο αυτό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 εδ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν ερεύνησε τους πρόσθετους λόγους αναψηλάφησης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, εξέτασε και τους πρόσθετους λόγους αναψηλάφησης, ταυτόσημους με τον κύριο λόγο [αναψηλάφησης] και τους έκρινε ουσιαστικά αβάσιμους. Εφόσον λοιπόν οι λόγοι αυτοί εξετάστηκαν, δεν στοιχειοθετείται ο επικαλούμενος αναιρετικός λόγος και πρέπει να απορριφθεί.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ` ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί δε μόνο η γενική αναφορά των κατ είδος αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος για την ουσιαστική έρευνα της αίτησης αναψηλάφησης δεν έλαβε υπόψη του α) το από 14-11-2007 εξώδικο του Δήμου ..., με το οποίο γνωστοποιεί την κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο και β) την 14/2007 απόφαση της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, η οποία απαγορεύτηκε η άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα.

Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1β ΚΠολΔικ, λόγος αναίρεσης της απόφασης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνο όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό.

Ο ανωτέρω λόγος δεν δημιουργείται όταν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων. Για την πληρότητα, όμως, του προβλεπόμενου από την ως άνω διάταξη σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔικ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, του οποίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορούν τα διδάγματα αυτά, γιατί, αλλιώς, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, όσον αφορά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου, γιατί « ενόθευσε και παρερμήνευσε , δεν έλαβε υπόψη και εν γένει παρέκαμψε την ΚΟΙΝΗ ΛΟΓΙΚΗ στα εξής αναμφισβήτητα δημόσια έγγραφα [δικαστικές αποφάσεις ποινικών Δικαστηρίων, απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών ασφαλιστικών μέτρων και έγγραφα του Δήμου ...]».

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν προσδιορίζονται τα διδάγματα της, που παραβιάστηκαν και ο τρόπος με τον οποίο έγινε η παραβίαση. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης , να διαταχθεί , κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο αίτημα αυτού [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ.2].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 4.11.2015 αίτηση αναίρεση της 2829/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ